Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague and inadmissible legal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of First Instance's rejection of his construction contract claim. The appellant argued procedural errors and misapplication of contract law, but the Court found his arguments regarding the need for new studies and contract modifications to be mere negative assertions rather than substantive legal grounds. Furthermore, the Court rejected the claim of procedural violations due to the lack of specific details in the appeal petition and the nature of the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be specific and substantiated, and vague or conclusory arguments regarding the facts or the application of law are inadmissible and do not constitute grounds for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1111 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1111/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Λ. του Μ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λαζαράτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ Ο.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σκορδαλό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13603/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2503/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/3/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρθμ. 2503/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρθμ. 13603/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναιρέσεως, η οποία είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 20-5-2019, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτησή της λόγω εκλογών και στη συνέχεια προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 18-5-2020, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτησή της λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για λόγους δημόσιας υγείας, φέρεται προς συζήτηση με την από 19-6-2019 κλήση του αναιρεσείοντος. Ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ ).
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί τo πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπον ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 130/1997).
Ειδικότερα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Επιπλέον, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση η ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 229/2004, ΑΠ 168/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Για να είναι δε ορισμένος ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως θα πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως νόμου και συνακόλουθα να αναφέρεται και η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη νόμου που παραβιάστηκε (ολΑΠ 20/2005, ΑΠ 326/2018), αφού διαφορετικά δεν εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, γεγονός που σημαίνει ότι αν, παρά τη μη εξειδίκευση αυτή θεωρηθεί ορισμένος ο σχετικός λόγος, θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναιρέσεως, αλλά και η διατύπωση αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατά παράβαση της βασικής δικονομικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ) της διαθέσεως.
Επιπλέον, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα, προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 865/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η καθυστέρηση ενάρξεως των οικοδομικών εργασιών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης για διάστημα άνω των δύο μηνών από την έκδοση της οικοδομικής αδείας, όπως και η υπαίτια διακοπή των εργασιών για διάστημα άνω των τεσσάρων μηνών παρέχει στον αναιρεσείοντα δικαίωμα μόνο να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και όχι να απαιτήσει τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 7 του από 25-11-2005 εργολαβικού συμβολαίου, το οποίο ορίζει ρητά ότι <<...οι οικοπεδούχοι θα έχουν το δικαίωμα να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση και να κηρύξουν έκπτωτη την εργολάβο εταιρεία...μέχρι την ημέρα κηρύξεως της εκπτώσεως της εργολάβου εταιρείας, οι οικοπεδούχοι θα δικαιούνται να εισπράττουν τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα...>>.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται. Και τούτο διότι, για τη θεμελίωσή του ο αναιρεσείων δεν επικαλείται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά των επίμαχων συμβατικών όρων. Αλλά και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με αυτό το λόγο προβάλλεται παραβίαση των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, συνισταμένη σε εσφαλμένη ερμηνεία των επικαλουμένων συμβατικών όρων, πάλι είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή του, ότι το Εφετείο διαπίστωσε ή δεν διαπίστωσε κενό και παρά ταύτα δεν προέβη ή προέβη αντίστοιχα σε ερμηνεία τους.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ. 10 ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο ως αληθή, χωρίς απόδειξη, ότι η υπ' αρθμ. …/2006 οικοδομική άδεια κατέστη ανίσχυρη, ότι λόγω των αρχαιολογικών ευρημάτων δεν ήταν δυνατόν να κατασκευασθεί υπόγειο, ότι έπρεπε να εκδοθεί νέα οικοδομική άδεια και ότι έπρεπε να συνταχθεί νέο εργολαβικό συμβόλαιο, είναι αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις νομίμως δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις και τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα.
Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε τα ανωτέρω γεγονότα ως αληθή χωρίς απόδειξη.
Με τον ίδιο ως άνω λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 9 του Ν 3028/2002 Περί προστασίας αρχαιοτήτων, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2γ του από 8-7-1993 ΠΔ περί οικοδομικών αδειών, δεχόμενο ότι η υπ' αρθμ…./2006 οικοδομική άδεια κατέστη ανίσχυρη και απαιτείτο η έκδοση νέας οικοδομικής αδείας, εξαιτίας της ευρέσεως των αρχαιοτήτων, ενώ οι παραπάνω διατάξεις δεν απαιτούν την επανέκδοση οικοδομικής αδείας, αλλά σε περίπτωση τροποποιήσεως των μελετών απαιτείται μόνον η αναθεώρηση της υπάρχουσας οικοδομικής αδείας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις, οι οποίες όμως δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, αλλά ήταν αυτές που εφάρμοσε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.
Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 701/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα ότι υπήρχε αδυναμία κατασκευής υπογείου, όπως προβλεπόταν στις μελέτες, λόγω ανευρέσεως των αρχαιοτήτων, τα οποία εκτείνονται στο μεγαλύτερο μέρος του οικοπέδου και ως εκ τούτου έπρεπε να προβλεφθεί διαφορετικός τρόπος θεμελιώσεως των οικοδομών και λόγω του ότι οι δυνάμενες να ανεγερθούν οικοδομές θα είχαν μειωμένους χώρους σε σχέση με τα προβλεπόμενα στην υφιστάμενη οικοδομική άδεια , ότι υπήρχε ανάγκη υποβολής νέας στατικής και αρχιτεκτονικής μελέτης και επανεκδόσεως νέας οικοδομικής αδείας, καθώς και ύπαρξη νέας συμφωνίας μεταξύ των μερών για την επαναδιαμόρφωση των σχέσεών τους.
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν πράγματα, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσίβλητης -εναγομένης, προβληθέντες προς απόκρουση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, καθώς και συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρθμ. 1, 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ, αφού η αναιρεσίβλητη είχε επικαλεσθεί μόνο τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού δέχθηκε ότι υπάρχει ανυπαίτια αδυναμία παροχής και επέρχεται αμοιβαία απαλλαγή των συμβαλλομένων από τη σύμβαση. Ο λόγος αυτός ως προς τις πλημμέλειες από τους αρθμ.1 και 8 είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας επί του παραπάνω ισχυρισμού, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων, ώστε να προκύπτουν οι επικαλούμενες παραβάσεις. Ως προς την πλημμέλεια από τον αρθμ.9 ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο τι επιδικάστηκε χωρίς αίτηση και αν αυτό αφορά σε κεφάλαιο της δίκης. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, διότι, υπό τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή του, δεν πρόκειται για επιδίκαση αιτήματος που δεν ζητήθηκε, αλλά για απορριπτική της αγωγής του αναιρεσείοντος κρίση με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία από εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183, 191 αρθμ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 2503/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ