1111/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1111/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ.4 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1111 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1111/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε…, κατοίκου … , υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης κληρονόμου της αποβιώσασας ενάγουσας Α… χήρας Φ… , 2) Ε… χήρας Γ…, κατοίκου … και 3) Χ… του Σ… , κατοίκου … . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σπυράκο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "… ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "… ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χρήστο Παρασκευόπουλο και Πελαγία Λεοντιάδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2014 αγωγή των ήδη 2ης και 3ης αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου Α… χήρας Φ… , που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1285/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3624/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνήθη, πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 536/2019). Την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 Ν.3587/2007, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1), "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ.2 εδ.
β'), "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ.3), "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ.4 εδ. α'), "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:
α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ.4 εδ.
β') και "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ.5).
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.
Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι κάτωθι: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της.
Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.
Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").
Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερουμένης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγομένου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 2257/2014, ΑΠ 535/2012).
Περαιτέρω, από το " συνδυασμό των διατάξεων του ΝΔ 400/1970, όπως αυτό τροποποιήθηκε υπό την ώθηση της κοινοτικής νομοθεσίας με βάση το ΠΔ 252/1996, προκύπτει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες δύνανται να ασκούν εν μέρει τραπεζικές-επενδυτικές εργασίες στα πλαίσια των ασφαλίσεων ζωής, καθώς μπορούν να σχηματίζουν "εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια", στα οποία οι ασφαλισμένοι συμμετέχουν αποκτώντας "μονάδες" (Unit Liked).
Τα κεφάλαια αυτά συγκροτούμενα από κινητές αξίες, προθεσμιακές καταθέσεις, συνιστούν αυτοτελή, λογιστικά απλώς σύνολα στοιχείων του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς αυτονομία. Ειδικότερα, δυνάμει του ΝΔ 400/1370 σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Ν 2076/1992, ως ίσχυε μέχρι την αντικατάσταση του με το άρθρο 92 παρ.1 του Ν.3601/2007, ο οποίος εν συνεχεία καταργήθηκε με το άρθρο 166 παρ. 1 του Ν. 4261/2014 (που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 107/Α/5-5-2014) και κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν.4364/2016, ως ισχύει από 1-1-2016, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να προβαίνουν σε άσκηση εργασιών παροχής εγγυήσεων στον κλάδο των ασφαλίσεων κατά ζημιών (άρθρο 13 παρ.
ΙΑ περ. 15 του Ν. 4261/2014) και εργασιών, που εκτελούνται άμεσα ή έμμεσα στα πλαίσια ασφαλίσεων ζωής, για να εξασφαλίζονται παροχές στον ασφαλισμένο συνδεδεμένες με τις επενδύσεις αυτές, για να εξυπηρετούνται εργασίες κεφαλοποίησης και ομαδικά προγράμματα πρόνοιας και για να υλοποιείται η αναλαμβανόμενη διαχείριση ομαδικών συνταξιοδοτικών ταμείων, κεφαλαίων (άρθρο 13 ΝΔ 400/1970, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προαναφερόμενα).
Ειδικά, όσον αφορά στις ασφαλίσεις ζωής, που συνδέονται με επενδύσεις, το άρθρο 13 Γ του ΝΔ 400/1970 προβαίνει σε μία διττή διάκριση. Διακρίνει, δηλαδή, μεταξύ των επενδύσεων σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και επενδύσεων σε κινητές αξίες, ομόλογα, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, προθεσμιακές τραπεζικές καταθέσεις, που στο σύνολο τους συγκροτούν το λεγόμενο "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Αυτές οι δύο διακεκριμένες περιπτώσεις είναι γνωστές στην ασφαλιστική και τραπεζική ορολογία και πρακτική ως προγράμματα ή προϊόντα ή ασφαλιστήρια ή ασφαλίσεις ζωής τύπου "UnitLiked". Χαρακτηριστικό τους είναι η εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης επένδυση των καταβαλλόμενων από τον ασφαλισμένο ασφαλίστρων, είτε σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, είτε σε σχηματιζόμενα, κατά τα ανωτέρω, από την ίδια "ιδιαίτερα", αυτοτελή περιουσιακά σύνολα.
Ο ασφαλισμένος, δηλαδή, αποκτά συνήθως σταδιακά με την καταβολή των ασφαλίστρων λογιστικές μονάδες (unit), των οποίων η αξία προσδιορίζεται εκάστοτε από την αξία των αντίστοιχων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή την αξία των μονάδων (μεριδίων), στα οποία είναι διηρημένο το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο, με τα οποία κεφάλαια-αμοιβαία ή μεταβλητά - είναι συνδεδεμένες (Linked) ως προς την οικονομική τους απόδοση, οι αποκτώμενες μονάδες.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.3 Δ (xii) και 13 Γγ παρ. Α (ια) και (ιδ) περ.ii του ΝΔ 400/1970, το "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο" συγκροτείται από στοιχεία του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης, προσδιοριζόμενα με τρόπο ορισμένο και "ειδικό κανονισμό λειτουργίας". Συνιστά κατά κανόνα αδιάσπαστο τμήμα της εταιρικής περιουσίας, διακρινόμενο απλώς λογιστικά, τεχνικά από την λοιπή περιουσία της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Χαρακτηρίζεται, όμως, τόσο από την ιδιαιτερότητα του τρόπου σύστασής του, της επένδυσης των καταβαλλόμενων ασφαλίστρων και του σκοπού που εξυπηρετεί, των παροχών ασφαλίσεως ζωής, όσο και από την ιδιαιτερότητα του τρόπου λειτουργίας του, αφού, υποκείμενο σε διαχειριστικούς επενδυτικούς κανόνες, είναι εξ ορισμού, κατά τα στοιχεία που το συγκροτούν, συνεχώς μεταβαλλόμενο ("μεταβλητό").
Ο σκοπός του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου εγκείμενος σε μεγιστοποίηση της απόδοσής του, υποχρεώνει συνήθως την ασφαλιστική επιχείρηση σε "διαχείριση" των μετοχικών δικαιωμάτων που αποκτά στα πλαίσια του, με εντελώς διαφοροποιημένη κατεύθυνση από εκείνη ενός "σταθερού" μετόχου, επειδή αυτή αποβλέπει πρωτίστως στη βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση του κεφαλαίου και την εκμετάλλευση κερδοφόρων ευκαιριών της χρηματιστηριακής αγοράς.
Σε κάθε περίπτωση, οι ασφαλίσεις αυτές εμπεριέχουν υψηλό ποσοστό κινδύνου για τους ασφαλισμένους, γι' αυτό ο νόμος θεσπίζει ειδικές υποχρεώσεις για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που τις ασκούν και κανόνες διαφάνειας προς προστασία των ασφαλισμένων. Εξάλλου, με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, θεσπίστηκαν κανόνες για την ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης από φυσικά και νομικά πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή επιθυμούν να εγκατασταθούν σε κράτος μέλος.
Οι διατάξεις της Οδηγίας 2002/92 μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με το ΠΔ 190/2006, στο άρθρο 2 του οποίου δίδονται ορισμοί των εννοιών της ασφαλιστικής επιχείρησης, της αντασφαλιστικής επιχείρησης, της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, καθώς και του συνδεδεμένου αντασφαλιστικού διαμεσολαβητή, στο άρθρο 3 προβλέπεται η εγγραφή σε ειδικό μητρώο των φυσικών και νομικών προσώπων που ασκούν πράξεις ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής διαμεσολάβησης, στο άρθρο 4 οι απαιτούμενες κατά μορφή ασφαλιστικής διαμεσολάβησης (ασφαλιστικός σύμβουλος, ασφαλιστικός πράκτορας, μεσίτης ασφαλίσεων) προϋποθέσεις εγγραφής στο οικείο μητρώο, ενώ στα άρθρα 11 και 12 οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν οι διαμεσολαβητές.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.7 του ΠΔ 190/2006 ως "συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής νοείται κάθε φυσικό και νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης εξ ονόματος και για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης ή περισσότερων της μιας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εφόσον τα σχετικά ασφαλιστικά προϊόντα δεν είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αλλά το οποίο δεν εισπράττει τα ασφάλιστρα ή τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη και ενεργεί υπό την πλήρη ευθύνη των εν λόγω ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μία από αυτές.
Θεωρείται, επίσης, ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής, ο οποίος ενεργεί υπό την ευθύνη μιας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων για τα προϊόντα που αφορούν κάθε μια από αυτές, κάθε πρόσωπο που ασκεί τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, η οποία είναι συμπληρωματική προς την κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα, όταν η ασφάλιση αποτελεί συμπλήρωμα των αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης του και το οποίο δεν εισπράττει ούτε τα ασφάλιστρα, ούτε τα ποσά που προορίζονται για τον πελάτη (ΑΠ 1275/2019, ΑΠ 1689/2018) Από τα ανωτέρω λοιπόν συνάγεται ότι ο συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής έχει εκ του νόμου πληρεξουσιότητα αντιπροσώπευσης της ασφαλιστικής εταιρείας, υπό την πλήρη ευθύνη της οποίας ενεργεί ως προστηθείς αυτής..
Εξάλλου, η εξάρτηση ασφαλιστικής εταιρείας και συνδεδεμένου διαμεσολαβητή διαφαίνεται και από το γεγονός ότι η εγγραφή στο μητρώο του τελευταίου γίνεται μόνο μετά από προσκομιδή βεβαίωσης της ασφαλιστικής εταιρείας ή των ασφαλιστικών εταιρειών υπό την ευθύνη των οποίων ενεργεί και στην οποία δηλώνεται ρητά η ιδιότητα του ως συνδεδεμένου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ.
και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ'ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ'υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 93/2019, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 368/2011).
Είναι δε αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψη του, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, όμως, ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος (ΑΠ 974/2018, ΑΠ 290/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. ΙΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αυτές αναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1/2019, ΑΠ 2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος των τα εξής: "Η εναγομένη εταιρεία είναι ανώνυμη ημεδαπή ασφαλιστική εταιρία ζωής εταιρία, η οποία συστάθηκε στις 14-2-2002 (τότε με την επωνυμία "… ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") με σκοπό τη διενέργεια ασφαλίσεων ζωής και αντασφαλίσεων σης ασφαλίσεις ζωής και στην εκχώρηση τους καθώς και στην αντιπροσώπευση αλλοδαπών επιχειρήσεων ασφαλίσεως ζωής στην Ελλάδα (ΦΕΚ 1271/9.02.2002).
Με την από 11-6-2007 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας αποφασίσθηκε η αλλαγή της επωνυμίας της σε "… Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" στη συνέχεια ....σε "… Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" και τέλος με την από 4-7-2013 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων .....αποφασίσθηκε η αλλαγή της επωνυμίας της σε "… Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία".
Από τον Οκτώβριο του 2009 η τράπεζα "… ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" λειτουργούσε, ως συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής εξ ονόματος και λογαριασμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, που, ......κατά το χρόνο εκείνο έφερε την επωνυμία … Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" για την παρουσίαση, πρόταση και παροχή προπαρασκευαστικών εργασιών στις συμβάσεις ασφαλίσεως ζωής, διαμέσου των δικτύων καταστημάτων της.
Περί τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η τελευταία διέθετε στο κοινό, μεταξύ άλλων, το ασφαλιστικό πρόγραμμα ζωής συνδεδεμένο με επενδύσεις "MARFIN ΕΙΖΟΔΗΜΑ - US08", το οποίο αποτελούνταν από δύο σκέλη, το ασφαλιστικό, κατά το οποίο ο συμβαλλόμενος ασφαλίζονταν για την περίπτωση θανάτου από ατύχημα, και το επενδυτικό, το οποίο παρείχε εφάπαξ κεφάλαιο στη λήξη της ασφάλισης, ενώ η απόδοση του προϊόντος ήταν συνδεδεμένη με την απόδοση ομολόγου σταθερού επιτοκίου.
Ειδικότερα, η εναγομένη, για τους σκοπούς του εν λόγω προγράμματος, θα συγκροτούσε Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο, από 20.11.2009 έως 20.11.2019, με καθαρή τιμή έκδοσης του μεριδίου δέκα (10) ευρώ, το οποίο θα επενδύονταν, στο σύνολο του, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, από 20.11.2009 έως 20.11.2014 σε ομόλογο έκδοσης της … τράπεζας "…. ", η οποία μετονομάσθηκε σε "… ", εισηγμένο στο Χρηματιστήριο του … και, έκτοτε, θα τοποθετούνταν σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις, η δε αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού θα γίνονταν σε τρέχουσες τιμές αγοράς.
Σύμφωνα με τη λειτουργία του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, όπως αυτή περιγράφεται στο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών "… ", το ανωτέρω ομόλογο παρείχε προστασία του επενδυόμενου ποσού στη λήξη διάρκειάς του από τον εκδότη, ήτοι στις 20-11- 2014 και ετήσιο τοκομερίδιο με σταθερή μικτή απόδοση επί του επενδυόμενου ποσού, ανερχόμενο σε ποσοστό 4.35% ετησίως.
Έτσι σε έκαστη ετήσια επέτειο της ασφάλισης θα καταβάλλονταν στον ασφαλισμένο τοκομερίδιο μικτής αξίας 4,35% επί του επενδυόμενου ποσού, που αντιστοιχεί σε καθαρή αξία ίση με 90% της μικτής αξίας, η δε η αξία του ομολόγου μπορούσε να αυξηθεί ή να μειωθεί, ανάλογα με τη διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά.
Το μήνα Οκτώβριο του έτους 2009 η αρχική πρώτη ενάγουσα Α… χήρα Φ… , στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του η θυγατέρα της Ε… και οι λοιπές ενάγουσες, συνταξιούχοι, διατηρούσαν καταθέσεις στην … ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" που ανέρχονταν για την αρχική πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 80.000 ευρώ, για τη δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των 150.000 ευρώ περίπου και για την τρίτη ενάγουσα στο ποσό των 125.000 ευρώ περίπου.
Επίσης εξυπηρετούνταν από συγκεκριμένα υποκαταστήματα της παραπάνω Τράπεζας και ειδικότερα από το κατάστημα … η πρώτη, από το κατάστημα … η δεύτερη και από το κατάστημα … η τρίτη με τους υπαλλήλους των οποίων είχαν μακροχρόνια συνεργασία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αρχική πρώτη ενάγουσα μετέβη, στις 22.10.2009, στο κατάστημα του ανωτέρω ασφαλιστικού διαμεσολαβητή - αντιπροσώπου της εναγόμενης στο … , στο οποίο αυτή εξυπηρετούνταν συνοδευόμενη από τη θυγατέρα της Ε… , η οποία υπεισήλθε στη θέση της ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος της και υπέγραψε, αυθημερόν κατόπιν συμβουλής- πειθούς της ως άνω θυγατέρας της, η οποία δεν ήταν άπειρη σε επενδυτικής φύσεως προγράμματα και αφού προηγουμένως ενημερώθηκε προφορικά από τον τραπεζικό υπάλληλο του διαμεσολαβητή της εναγομένης κ.
Κ… για τα γενικά χαρακτηριστικά του προγράμματος "… ", ατομική αίτηση ασφάλισης για συμμετοχή σε ατομικό ασφαλιστήριο ζωής του επίδικου προγράμματος "… ", με λήπτη της ασφάλισης την ίδια και ασφαλισμένη την θυγατέρα της και με δικαιούχους του ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου της ασφαλισμένης τον σύζυγο της και τον γιό της (… και … ) , έναντι συνολικού εφάπαξ ασφαλίστρου ποσού 70.000 ευρώ.
Από την επισκόπηση της από 22-10-2009 αίτησης προκύπτει ότι πρόκειται για ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για ένταξη σε προθεσμιακό πρόγραμμα, όπως ισχυρίσθηκε η αρχική πρώτη ενάγουσα, καθόσον πέραν του τίτλου της παραπάνω αίτησης απευθύνεται σε ασφαλιστική εταιρία και δη προς την εταιρία με την επωνυμία … και τον διακριτικό τίτλο … .
Τούτο είναι σαφές και ευκρινές τόσο από το γεγονός ότι η αίτηση ασφάλισης έχει τυπωθεί στο λογότυπο της ως άνω εταιρίας όσο και από γεγονός ότι στο τέλος της αίτησης ασφάλισης υπάρχει πεδίο "ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ … ". Ομοίως στο τέλος της πρώτης σελίδας της αίτησης η αρχική πρώτη ενάγουσα δηλώνει ότι "Δηλώνω υπεύθυνα ότι, απ' ότι γνωρίζω και πιστεύω είμαι υγιής, όλα τα στοιχεία που έχω παραπάνω δηλώσει είναι αληθή και πλήρη και δέχομαι οι δηλώσεις μου να αποτελέσουν τους όρους συμμετοχής μου στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Εξουσιοδοτώ επίσης κάθε γιατρό νοσοκομείο κλινική ή άλλη ασφαλιστική εταιρία να δώσει στην … οποιοδήποτε στοιχείο ή πληροφορία σχετική με νοσηλεία, συμβουλή εξέταση θεραπεία ή ασφάλισή μου". Επιπλέον στο πλαίσιο της υπ'αριθ. 3 της αίτησης ασφάλισης το πρόγραμμα αυτό περιγράφεται ως … , το εφάπαξ ασφάλιστρο ορίζεται σε 70.000 ευρώ και η διάρκεια ασφάλισης σε 10 έτη , σε όλο δε το κείμενο της ασφάλισης γίνεται λόγος για ασφάλιση, ασφαλιζόμενο, ασφαλιστικό πρόγραμμα και ασφάλιστρα.
Επίσης αποδείχθηκε ότι η αρχική πρώτη ενάγουσα αυθημερόν υπέγραψε εξουσιοδότηση, για την αυτόματη χρέωση του τραπεζικού της λογαριασμού για την πληρωμή των ασφαλίστρων του προγράμματος US08 στην οποία αναγράφονταν επί λέξει: "Ο υπογραφών την παρούσα σας δηλώνω ότι επιθυμώ την εφάπαξ πληρωμή των ασφαλίστρου για το προϊόν … (ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΖΩΗΣ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ ΜΕ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) … με χρέωση του τηρούμενου στην τράπεζα σας επ' ονόματι μου λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό 0797760-40/5 προς τούτο δε σας εξουσιοδοτώ για τις απαραίτητες ενέργειες χρέωσης του ανωτέρω λογαριασμού και πληρωμής ασφαλίστρων.
Από την ως άνω δήλωση της αρχικής πρώτης ενάγουσας προκύπτει ότι η βούλησή της ήταν πράγματι να τοποθετήσει το κεφάλαιο της στο ως άνω ασφαλιστικό προϊόν, τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση της και είχαν γίνει αποδεκτά από εκείνη. Επιπλέον στην παράγραφο 3 της εξουσιοδότησης χρέωσης προβλέπεται το δικαίωμα της εξουσιοδοτούσας να ανακαλέσει την εντολή της εντός της προσυμφωνημένης διάρκειας του προγράμματος (19-10-2009 έως 19-11-2009).
Από τον όρο αυτό προκύπτει ότι ακόμα και αν η αρχική πρώτη ενάγουσα έλαβε τις αποφάσεις της στηριζόμενη αποκλειστικά στις διαβεβαιώσεις του ως άνω τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς της, της παρουσίασε το εν λόγω πρόγραμμα ως προθεσμιακή κατάθεση, είχε είκοσι δύο ημέρες έως τη λήξη της περιόδου διάθεσης του προγράμματος στις 13-11-2009 να ανακαλέσει την εξουσιοδότηση αυτή, πλην όμως αυτή δεν το έπραξε.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αρχική πρώτη ενάγουσα με την υπογραφή της ατομικής αίτησης ασφάλισης παρέλαβε και το τρισέλιδο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών. Το γεγονός της παραλαβής του ως άνω εντύπου το οποίο έχει συνταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 4, παρ. 3 περ Δ του ΝΔ 400/70, όπως τούτο τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του ΠΔ 252/96 προκύπτει σαφώς από την ιδιόχειρη υπογραφή, που η ίδια η αρχική πρώτη ενάγουσα είχε θέσει επί της ως άνω ατομικής αίτησης ασφάλισης και συγκεκριμένα στο κάτω μέρος αυτής όπου είχε τεθεί βεβαίωση παραλαβής του Ενημερωτικού Εντύπου Πληροφοριών με περιεχόμενο "Δηλώνω ότι παρέλαβα ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΕΝΤΥΠΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ προς τους υποψηφίους για ασφάλιση της Εταιρίας … ΑAΕ ".
Το ως άνω έντυπο παρουσίαζε συνοπτικά τους κυριότερους όρους του προγράμματος "… ", ώστε ο ενδιαφερόμενος να λάβει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για τη φύση και τους κινδύνους του προϊόντος και να αποφασίσει αν επιθυμεί ή όχι να το επιλέξει. Ειδικότερα στο ως άνω έντυπο περιγράφεται με σαφήνεια το διατιθέμενο προϊόν, κατά το ασφαλιστικό και επενδυτικό σκέλος του, με ακριβή περιγραφή, και με χρήση παραδειγμάτων, της λειτουργίας του εσωτερικού μεταβλητού του κεφαλαίου, το οποίο ρητώς αναγράφεται ότι για την περίοδο 20.11.2009 έως 20.11.2014.
τοποθετείται σε ομόλογο εισηγμένο στο … , εκδόσεως της … . Επίσης, στο ίδιο ενημερωτικό έντυπο περιέχονται αναλυτικές πληροφορίες για την άσκηση του δικαιώματος της ολικής εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης εκ μέρους του συμβαλλομένου, αλλά και για τα δικαιώματα εναντίωσης και υπαναχώρησης από τη σύμβαση και επισημαίνονται οι κίνδυνοι του προϊόντος.
Ειδικότερα, στον όρο 8 με τίτλο "ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" ορίζεται "Η … Α.Α.Ε. θα συγκροτήσει και θα διαχειρίζεται το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο … . Το εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο θα συγκροτηθεί την 20η Νοεμβρίου 2009 και θα διαρκέσει έως την 20η Νοεμβρίου 2019. Βασικός σκοπός της επενδυτικής στρατηγικής του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου είναι η επίτευξη μακροπρόθεσμων αποδόσεων, με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση του επενδυτικού κινδύνου.
Το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, ειδικά για την περίοδο από 20/11/2009 έως 20/11/2014, τοποθετείται σε ομόλογο και ακολούθως (δηλαδή μετά την 20/11/2014) σε τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις. Το ομόλογο που αποτελεί το ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου για την περίοδο από 20/11/2009 έως 20/11/2014 παρέχει προστασία του επενδυόμενου ποσού στη λήξη της διάρκειας του από τον εκδότη του, ήτοι στις 20/11/2014 και ετήσιο τοκομερίδιο με σταθερή μικτή απόδοση επί του επενδυόμενου ποσού που ανέρχεται στο ύψος 4,35% ετησίως.
Το ομόλογο είναι εισηγμένο στο χρηματιστήριο του … Εκδότης του ομολόγου είναι η … με έδρα την … ", στον όρο 11, υπό τον τίτλο "ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΩΣΗΣ", ορίζεται "Ο συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα να εναντιωθεί ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν, αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας συστημένη επιστολή εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της σχετικής σύμβασης, εφόσον αυτή παρεκκλίνει από την αίτηση ασφάλισης, βάσει της οποίας εκδόθηκε ή εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παραλαβή της, αν δεν περιέχει τους γενικούς και ειδικούς όρους ή αν δεν παρέλαβε το παρόν ενημερωτικό έντυπο.
Σε περίπτωση εναντίωσης επιστρέφεται το εφάπαξ ασφάλιστρο και η ασφάλιση θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ", στον όρο 12 με τίτλο "ΤΡΟΠΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ" ορίζεται "Ο συμβαλλόμενος έχει δικαίωμα, για οποιοδήποτε λόγο να υπαναχωρήσει, ως προς τη συμμετοχή του στο προϊόν αποστέλλοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας συστημένη επιστολή εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της σχετικής σύμβασης.
Σε περίπτωση υπαναχώρησης καταβάλλεται η αξία εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης και η ασφάλιση θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ" και στον όρο 17. με τίτλο "ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ", ορίζεται "Ι. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΡΟΩΡΗΣ - ΡΕΥΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ: Πριν από τη λήξη του ομολόγου, η αξία του επηρεάζεται από ένα σύνολο παραγόντων, που περιλαμβάνουν, αλλά δεν εξαντλούνται, τα επιτόκια και το χρονικό διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη του ομολόγου.
Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι το ποσό της πρόωρης ρευστοποίησης θα είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το 100% του Επενδυόμενου Ποσού στο ομόλογο. Η προεξόφληση αυτή ενδέχεται να επιφέρει μείωση του Επενδυόμενου Ποσού. II. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΑΓΟΡΑΣ: Η αξία του ομολόγου μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με την διακύμανση των επιτοκίων στη χρηματαγορά.
Ο επενδυτής θα πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τις μετοχές και τα ομόλογα και γενικά τις επενδύσεις σε αλλοδαπές κεφαλαιαγορές οι οποίες υπόκεινται σε οικονομικούς, πολιτικούς και άλλους κινδύνους που ενδέχεται να έχουν ουσιώδη επίπτωση στις επενδύσεις στις χώρες αυτές. III, ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΥΝΘΗΚΩΝ Μπορεί να υπάρξουν αλλαγές σχετικά με τους όρους του ομολόγου λόγω γεγονότων όπως συγχωνεύσεις και διασπάσεις, διαταραχή τιμολόγησης, αναστολή διαπραγμάτευσης, σημαντική αλλαγή στη μέθοδο υπολογισμού και το περιεχόμενο καθώς και αλλαγή στη φορολογία, όπως καθορίζεται στην παρούσα αίτηση.
IV. ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ: Η αποπληρωμή του ομολόγου υπόκειται στον κίνδυνο πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του εκδότη του. Η αδυναμία του εκδότη να καταβάλλει την αξία του ομολόγου θα έχει ως συνέπεια την απώλεια του Επενδυόμενου Ποσού". Επομένως από το ως άνω ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών που παρέλαβε η αρχική πρώτη ενάγουσα, το οποίο ήταν σύντομο κι περιεκτικό και μάλιστα στο άρθρο 8 του Εντύπου περιλαμβανόταν ακόμα και ενδεικτικό παράδειγμα για τον τρόπο υπολογισμού της απόδοσης του επενδυομένου κεφαλαίου έως τη λήξη του προγράμματος προκύπτει σαφώς ότι επρόκειτο για ατομική ασφάλιση ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για προθεσμιακή κατάθεση ή καταθετικό προϊόν, ότι αντισυμβαλλόμενη της αρχικής πρώτης ενάγουσας θα ήταν εταιρία και όχι Τράπεζα, ότι το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο του προγράμματος θα τοποθετείτο σε ομόλογο εκδόσεως της … με έδρα την … , ότι αυτή θα είχε δικαίωμα εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης και δικαίωμα εναντίωσης στο συμβόλαιο και ότι η επένδυση στο ομόλογο υπόκειτο σε σειρά κινδύνων.
Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί ότι ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι στη θυγατέρα της αρχικής πρώτης ενάγουσας παραδόθηκε από τον υπάλληλο της τράπεζας Κ… μόνο η εγκύκλιος της τελευταίας που προοριζόταν αποκλειστικά και μόνο για εσωτερική ενημέρωση των υπαλλήλων της τράπεζας για το ως άνω πρόγραμμα, προκειμένου αυτός να ενισχύσει την πεποίθησή της ότι επρόκειτο για ασφαλές πρόγραμμα ισοδύναμο με προθεσμιακή κατάθεση και όχι το σύνηθες ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών που απευθυνόταν στους υποψήφιους ασφαλισμένους επενδυτές, τούτη η εγκύκλιος και πάλι περιείχε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες από τις οποίος ο εκάστοτε κάτοχος είχε τη δυνατότητα να ενημερωθεί πλήρως για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος στο οποίο επρόκειτο να τοποθετήσει τα χρήματά του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω αίτηση ασφάλισης εγκρίθηκε από την εναγομένη, η οποία εν συνεχεία εξέδωσε το υπ'αριθ. 53016 ασφαλιστήριο συμβόλαιο με συνημμένους σε αυτό τους γενικούς και ειδικούς όρους συναλλαγών, το οποίο και παρέλαβε η αρχική πρώτη ενάγουσα. Έτι περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη απέστειλε ετησίως, στην αρχική πρώτη ενάγουσα έγγραφες ενημερωτικές επιστολές, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ.
Α ίζ του Ν.Δ. 400/1970 ενημερώνοντας αυτήν για την εξέλιξη της επένδυσης της και την αξία του λογαριασμού της την τελευταία ημέρα εκάστου έτους, άπαντες εξ αυτών εκκινούσαν επί λέξει "στα πλαίσια της ετήσιας ενημέρωσης σας για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας που συνδέεται με επενδύσεις".
Ειδικότερα, η εναγομένη απέστειλε στην αρχική πρώτη ενάγουσα α. την από 26.2.2010 επιστολή της με την οποία την ενημέρωνε ότι στις 31.12.2009 διέθετε πίστωση 7.000 μεριδίων στο εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του επίδικου προγράμματος, με καθαρή αξία εκάστου 9,3840 ευρώ και του λογαριασμού επένδυσης 65.688 ευρώ, β, την από 28.3.2011.
επιστολή με την οποία την ενημέρωνε ότι διέθετε στις 31.12.2010, τα ιδία ως άνω μερίδια, αξίας 9.130 ευρώ εκάστου και λογαριασμού επένδυσης 63.910 ευρώ. και γ. την από 28.2.2012 επιστολή για τα ιδία μερίδια, αξίας εκάστου, στις 31.12.2011. 6,754 ευρώ και λογαριασμού επένδυσης 47.278 ευρώ. Από τα παραπάνω ενισχύεται η κρίση αυτού του Δικαστηρίου ότι η αρχική πρώτη ενάγουσα είχε αντιληφθεί πλήρως τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου προγράμματος, αφού κατά τα ανωτέρω διαστήματα ήταν εμφανής η απομείωση του κεφαλαίου της κατά τις επιστολές της εναγομένης, γεγονός εξάλλου που δεν συνάδει με τα χαρακτηριστικά της προθεσμιακής κατάθεσης, πλην όμως η αρχική πρώτη ενάγουσα ενέμεινε στην καταρτιθείσα ασφαλιστική της σύμβαση, ένεκα του τοκομεριδίου 4,35% επί του επενδυόμενου ποσού που συγχρόνως, απόλαυε, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίδραση για τέσσερα έτη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα μετέβη, στις 23.10.2009, στο κατάστημα του ανωτέρω ασφαλιστικού διαμεσολαβητή - αντιπροσώπου της εναγομένης στη … , στο οποίο αυτή εξυπηρετούνταν και υπέγραψε, αυθημερόν και αφού προηγουμένως ενημερώθηκε προφορικά από τον τραπεζικό υπάλληλο του διαμεσολαβητή της εναγομένης Ε… για τα γενικά χαρακτηριστικά του προγράμματος "… " ατομική αίτηση ασφάλισης για συμμετοχή σε ατομικό ασφαλιστήριο ζωής του επίδικου προγράμματος "… ", με λήπτη της ασφάλισης και ασφαλισμένη την ίδια και με δικαιούχους του ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου της ασφαλισμένης, τον υιό της Ι… , έναντι συνολικού εφάπαξ ασφαλίστρου ποσού 70.000 ευρώ και διάρκεια δέκα έτη .
Από τη διατύπωση του τίτλου της ως άνω αίτησης προκύπτει ότι πρόκειται για ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για ένταξη σε προθεσμιακό πρόγραμμα, όπως ισχυρίσθηκε η δεύτερη ενάγουσα, καθόσον πέραν του τίτλου της παραπάνω αίτησης απευθύνεται σε ασφαλιστική εταιρία και δη προς την εταιρία με την επωνυμία … και τον διακριτικό τίτλο … .
Τούτο είναι σαφές και ευκρινές τόσο από το γεγονός ότι η αίτηση ασφάλισης έχει τυπωθεί στο λογότυπο της ως άνω εταιρίας όσο και από γεγονός ότι στο τέλος της αίτησης ασφάλισης υπάρχει πεδίο "ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ … ...". Ομοίως στο τέλος τη πρώτης σελίδας της αίτησης η δεύτερη ενάγουσα δηλώνει ότι "Δηλώνω υπεύθυνα ότι, απ' ότι γνωρίζω και πιστεύω είμαι υγιής όλα τα στοιχεία που έχω παραπάνω δηλώσει είναι αληθή και πλήρη και δέχομαι οι δηλώσεις μου να αποτελέσουν τους όρους συμμετοχής μου στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ...
Εξουσιοδοτώ επίσης κάθε γιατρό νοσοκομείο κλινική ή άλλη ασφαλιστική εταιρία να δώσει στην … οποιοδήποτε στοιχείο ή πληροφορία σχετική με νοσηλεία, συμβουλή εξέταση θεραπεία ή ασφάλισή μου". Επιπλέον στο πλαίσιο της υπ' αριθ. 3 της αίτησης ασφάλισης το πρόγραμμα αυτό περιγράφεται ως … , το εφάπαξ ασφάλιστρο ορίζεται σε 70.000 ευρώ) και η διάρκεια ασφάλισης σε 10 έτη, σε όλο δε το κείμενο της ασφάλισης γίνεται λόγος για ασφάλιση, ασφαλιζόμενο ασφαλιστικό πρόγραμμα και ασφάλιστρα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα αυθημερόν, υπέγραψε εξουσιοδότηση, καθόσον αφορά στην αυτόματη χρέωση του τραπεζικού λογαριασμού της προς άπαξ πληρωμή του ασφαλίστρου του προγράμματος "… ", στην οποία αναγράφονταν επί λέξει: "Ο υπογραφών την παρούσα σας δηλώνω ότι επιθυμώ την εφάπαξ πληρωμή των ασφαλίστρων για το προϊόν … (ΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ ΖΩΗΣ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΕΣ ΜΕ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ) … με χρέωση του τηρούμενου στην τράπεζα σας επ' ονόματι μου λογαριασμού καταθέσεων με αριθμό 08388902408 προς τούτο δε σας εξουσιοδοτώ για τις απαραίτητες ενέργειες χρέωσης του ανωτέρω λογαριασμού και πληρωμής ασφαλίστρων.
Από την ως άνω δήλωση της δεύτερης ενάγουσας προκύπτει ότι η βούλησή της ήταν πράγματι να τοποθετήσει το κεφάλαιο της στο ως άνω ασφαλιστικό προϊόν τα χαρακτηριστικά του οποίου ήταν σε γνώση της και είχαν γίνει αποδεκτά από εκείνη. Επίσης αποδείχθηκε ότι η δεύτερη ενάγουσα με την υπογραφή της ατομικής αίτησης ασφάλισης παρέλαβε και το τρισέλιδο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών.
Το γεγονός της παραλαβής του ως άνω εντύπου το οποίο έχει συνταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 4, παρ. 3 περ Δ του ΝΔ 400/70, όπως τούτο τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 του ΠΔ 252/96 προκύπτει σαφώς από την ιδιόχειρη υπογραφή που η ίδια η δεύτερη ενάγουσα είχε θέσει επί της ως άνω ατομικής αίτησης ασφάλισης και συγκεκριμένα στο κάτω μέρος αυτής, όπου είχε τεθεί βεβαίωση παραλαβής του Ενημερωτικού Εντύπου Πληροφοριών με περιεχόμενο "Δηλώνω ότι παρέλαβα ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΕΝΤΥΠΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ προς τους υποψηφίους για ασφάλιση της Εταιρίας "… " .
Το ως άνω έντυπο παρουσίαζε συνοπτικά τους κυριότερους όρους του προγράμματος "… " ώστε ο ενδιαφερόμενος να λάβει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για τη φύση και τους κινδύνους του προϊόντος και να αποφασίσει αν επιθυμεί ή όχι να το επιλέξει. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η δεύτερη ενάγουσα γνώριζε εξ αρχής τη φύση του επίμαχου προϊόντος, ήτοι ότι επρόκειτο για ατομική ασφάλιση ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για προθεσμιακή κατάθεση ή καταθετικό προϊόν, ότι το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο του προγράμματος θα τοποθετείτο σε ομόλογο εκδόσεως της … με έδρα την … , ότι αυτή (δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη) θα είχε δικαίωμα εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης και δικαίωμα εναντίωσης και υπαναχώρησης στο συμβόλαιο και ότι η επένδυση του ΕΜΚ στο Ομόλογο υπόκειτο σε σειρά κινδύνων, οι οποίοι ρητά επισημαίνονταν στο ως άνω Ενημερωτικό Έντυπο, όπως ήδη αναφέρθηκε.
Στη συνέχεια, εγκρίθηκε από την εναγομένη η αίτηση συμμετοχής της δεύτερης ενάγουσας στο επίδικο πρόγραμμα, εκδοθέντος, προς τούτο, του υπ αριθ. 53244 ασφαλιστηρίου ζωής "που συνδέεται με επενδύσεις" και η δεύτερη ενάγουσα παρέλαβε το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής με τους συνημμένους σε αυτό γενικούς και ειδικούς όρους και διατάξεις.
Επίσης η εναγομένη απέστελλε ετησίως, στην δεύτερη ενάγουσα έγγραφες ενημερωτικές επιστολές, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ. Α ι ζ του Ν.Δ. 400/1970 ενημερώνοντας την για την εξέλιξη της επένδυσης της και την αξία του λογαριασμού της την τελευταία ημέρα εκάστου έτους, άπαντες εξ αυτών εκκινούσαν επί λέξει "στα πλαίσια της ετήσιας ενημέρωσης σας για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας που συνδέεται με επενδύσεις".
Ειδικότερα, η εναγομένη απέστειλε στην δεύτερη ενάγουσα : α) την από 26-2- 2010 ετήσια ενημερωτική επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι αυτή διέθετε την 31-12-2009 7000 μερίδια καθαρής αξίας έκαστο 9,384 ευρώ και ότι την 31-12- 2009 η αξία του λογαριασμού της επένδυσης ανερχόταν σε 65.688 ευρώ . β) την από 28-3-2011 ετήσια ενημερωτική επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι αυτή διέθετε την 31-12-2009 7.000 μερίδια καθαρής αξίας έκαστο 9,130 ευρώ και ότι την 31-12-2009 η αξία του λογαριασμού της επένδυσης ανερχόταν σε 63.910 ευρώ γ) την από 28-2-2012 ετήσια ενημερωτική επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι αυτή διέθετε την 31-12-2009 7.000 μερίδια καθαρής αξίας έκαστο 6,754 ευρώ και ότι την 31-12-2009 η αξία του λογαριασμού της επένδυσης ανερχόταν σε 47.278 ευρώ.
Η εναγομένη απέστειλε στην δεύτερη ενάγουσα και άλλες ενημερώσεις ... για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης της καθώς και βεβαιώσεις καταβολής των τοκομεριδίων για τα έτη 2010 και 2012 κατόπιν υποβολής αιτήματος της δεύτερης ενάγουσας. Από τις παραπάνω επιστολές που αποστέλλονταν σε ετήσια βάση από την εναγομένη σαφώς προκύπτει ότι η τελευταία ενημέρωνε τακτικά τους πελάτες της μεταξύ των οποίων και τη δεύτερη ενάγουσα για την πορεία της επένδυσής τους ανάλογα με τη διακύμανση της αξίας του ομολόγου, η οποία δεν ήταν σταθερά ανοδική.
Στις εν λόγω ενημερώσεις η δεύτερη ενάγουσα δεν αντέδρασε προβληματιζόμενη για το περιεχόμενο αυτών, τη διακύμανση της αξίας της επένδυσής της ή για οτιδήποτε άλλο, αλλά αντίθετα ελάμβανε τις επιστολές και εισέπραττε τα τοκομερίδια 4,35% επί του επενδυόμενου ποσού αδιαμαρτύρητα για τέσσερα έτη. Ενόψει αυτών ακόμη και αν η δεύτερη εφεσίβλητη δεν είχε αντιληφθεί ότι το πρόγραμμα στο οποίο είχε υπαχθεί δεν ήταν προθεσμιακή κατάθεση κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ασφάλισης ή έστω κατά το χρόνο παραλαβής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της και των όρων αυτού είναι σαφές ότι θα το αντιλαμβανόταν με την παραλαβή της πρώτης ενημερωτικής επιστολής που απέστειλε η εναγομένη, η οποία έλαβε χώρα το έτος 2010 και όχι τον Ιούνιο του 2013 όπως αυτή ισχυρίζεται, δεδομένου ότι η επιστολή του Ιουνίου 2013 δεν ήταν η πρώτη, αλλά η πέμπτη κατά σειρά που ελάμβανε η δεύτερη ενάγουσα.
Πρόσθετη απόδειξη του ότι η δεύτερη ενάγουσα γνώριζε τη φύση του προγράμματος , ήτοι ότι επρόκειτο για ασφαλιστήριο ζωής που συνδεόταν με επενδύσεις αποτελεί και το γεγονός ότι υπέβαλε δύο φορές αίτημα προς την Τράπεζα για τη λήψη βεβαίωσης περί καταβολής στο λογαριασμό της του ποσού του τοκομεριδίου εκ 2.740,50 ευρώ για τα έτη 2010 και 2012.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η τρίτη ενάγουσα διατηρούσε το σύνολο των αποταμιεύσεών της περίπου 125.000 ευρώ στο κατάστημα του … της ανωτέρω Τράπεζας και εξυπηρετείτο κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2007 έως το Δεκέμβριο του έτους 2010 από την Ά… που απασχολείτο στο τμήμα του …. της παραπάνω Τράπεζας, δηλαδή στο τμήμα που εξυπηρετούσε πελάτες με συνολικά κεφάλαια υπό διαχείριση / επένδυση άνω των 50.000 ευρώ .
Το χαρτοφυλάκιο της τρίτης ενάγουσας και ήδη τρίτης εφεσίβλητης ήταν εξαιρετικά ευρύ και σύνθετο, καθόσον περιλάμβανε προθεσμιακές καταθέσεις, καταθέσεις ταμιευτηρίου και μερίδια σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια τα οποία επενδύονταν σε μετοχές του ΧΑΑ. Τα αμοιβαία αυτά κεφάλαια στα οποία συμμετείχε η τρίτη ενάγουσα και που έφεραν την ονομασία "… " και "… " τα είχε αγοράσει από την Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων της πρώην Τράπεζας ….
το δεύτερο εξάμηνο του έτους 1999. Τα αμοιβαία αυτά κεφάλαια επενδύονταν σε μετοχές εταιριών εισηγμένων στο ΧΑΑ υψηλής και χαμηλής κεφαλαιοποίησης αντίστοιχα, γεγονός που αποδεικνύει τη μεγάλη επενδυτική εμπειρία που είχε η τρίτη ενάγουσα. Ακόμη η τελευταία είχε συνάψει επίσης με την εναγόμενη το έτος 2007 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής συνδεδεμένο με επενδύσεις "… με τον κωδικό … " επίσης δεκαετούς διάρκειας με συνολικό εφάπαξ ασφάλιστρο 10.000 ευρώ .Επιπλέον μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, ήτοι το μήνα Νοέμβριο του έτους 2011 , η τρίτη ενάγουσα προχώρησε στην εξαγορά αμοιβαίων κεφαλαίων της ….
και ακολούθως στην αγορά ομολόγων του ΟΤΕ. Η τελευταία μετέβαινε τακτικά στο ως άνω κατάστημα του …. προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία και την αποτίμηση των επενδύσεών της. Τον Οκτώβριο του έτους 2009 σε μία από τις ως άνω επισκέψεις της η υπάλληλος της Τράπεζας Ά… της ανέφερε ότι εκείνη τη χρονική περίοδο γίνονταν προεγγραφές για ένα ασφαλιστικό προϊόν της ασφαλιστικής εταιρίας " …. " συνδεδεμένο με επενδύσεις , στο οποίο το επενδυόμενο κεφάλαιο θα τοποθετείτο αρχικώς για τα πέντε πρώτα έτη σε ομόλογο της Τράπεζας ….
προσφέροντας ετήσιο κουπόνι 4,35% και για τα επόμενα πέντε έτη σε προθεσμιακές καταθέσεις. Ακολούθως αφού ανάγνωσε το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών στο οποίο περιγράφονται τα χαρακτηριστικά του προϊόντος αυτού και οι κίνδυνοι του, η τρίτη ενάγουσα υπέγραψε αυθημερόν ατομική αίτηση ασφάλισης για συμμετοχή σε ατομικό ασφαλιστήριο ζωής του επίδικου προγράμματος "…. ", με λήπτη της ασφάλισης και ασφαλισμένη την ίδια και με δικαιούχους του ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου της ασφαλισμένης τις θυγατέρες της Χ….
και Μ…. κατά ποσοστό 50% έκαστη, έναντι συνολικού εφάπαξ ασφαλίστρου ποσού 100.000 ευρώ και με διάρκεια ασφάλισης δέκα έτη . Μάλιστα προκειμένου να καταβληθεί το ως άνω συνολικό εφάπαξ ασφάλιστρο προέβη την ίδια ακριβώς ημέρα σε πρόωρη ανάληψη των δύο προθεσμιακών καταθέσεων ποσού 40.000 και 80.000 ευρώ, που είχε ήδη τοποθετήσει από 8-5-2009 και 10- 8-2009 αντιστοίχως και ακολούθως υπέγραψε την από 23-10-2009 εντολή χρέωσης του….
λογαριασμού της με το ποσό των 100.000 ευρώ .Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η ω άνω ενάγουσα παρέλαβε εκτός από το αντίγραφο της παραπάνω αίτησης και της εξουσιοδότησης χρέωσης και το ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών. Η παραλαβή του εντύπου αυτού αποδεικνύεται από την υπογραφή της κάτωθι της δήλωσης παραλαβής του εντύπου σε συνδυασμό με το προσκομιζόμενο από την εναγομένη αντίγραφο του εντύπου, που της παραδόθηκε το οποίο φέρει στο κάτω μέρος εκάστης σελίδας , την υπογραφή της τρίτης ενάγουσας .
Στο τρισέλιδο ενημερωτικό έντυπο πληροφοριών περιγράφεται με σαφήνεια το διατιθέμενο προϊόν, κατά το ασφαλιστικό και επενδυτικό σκέλος του, με ακριβή περιγραφή, και με χρήση παραδειγμάτων, της λειτουργίας του εσωτερικού μεταβλητού του κεφαλαίου, το οποίο ρητώς αναγράφεται ότι για την περίοδο 20.11.2009 έως 20.11.2014 τοποθετείται σε ομόλογο εισηγμένο στο … , εκδόσεως της …. .
Επίσης, στο ίδιο ενημερωτικό έντυπο περιέχονται αναλυτικές πληροφορίες για την άσκηση του δικαιώματος της ολικής εξαγοράς του λογαριασμού επένδυσης εκ μέρους του συμβαλλομένου, αλλά και για τα δικαιώματα εναντίωσης και υπαναχώρησης από τη σύμβαση, και επισημαίνονται οι κίνδυνοι του προϊόντος, όπως ήδη αναφέρθηκε, ώστε η τρίτη ενάγουσα να λάβει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες για τη φύση και τους κινδύνους του προϊόντος και να αποφασίσει αν επιθυμεί ή όχι να το επιλέξει .
Στη συνέχεια, εγκρίθηκε από την εναγομένη η αίτηση συμμετοχής της τρίτης ενάγουσας στο επίδικο πρόγραμμα, εκδοθέντος, προς τούτο, του υπ' αριθ. …. ασφαλιστηρίου ζωής "που συνδέεται με επενδύσεις" και η τρίτη ενάγουσα παρέλαβε το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής με τους συνημμένους σε αυτό γενικούς και ειδικούς όρους και διατάξεις.
Στο ασφαλιστήριο αυτό συμβόλαιο, επισυνάπτονταν οι γενικοί όροι της ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς και οι γενικοί όροι ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις εφάπαξ ασφαλίστρου, στους οποίους εκτίθενται και αναλύονται επαρκώς και τα δύο (2) σκέλη του επίδικου προγράμματος, στους δε γενικούς όρους του δεύτερου σκέλους παρατίθενται, μεταξύ άλλων, το σύνολο των πληροφοριών που αποτελούσαν και το περιεχόμενο του παραδοθέντος στην τρίτη ενάγουσα ως άνω εντύπου πληροφοριών.
Επίσης η εναγομένη απέστελλε ετησίως, στην τρίτη ενάγουσα έγγραφες ενημερωτικές επιστολές, με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13γ παρ. Α ι ζ του Ν.Δ. 400/1970. ενημερώνοντας την για την εξέλιξη της επένδυσης της και την αξία του λογαριασμού της την τελευταία ημέρα εκάστου έτους, άπαντες εξ αυτών εκκινούσαν επί λέξει "στα πλαίσια της ετήσιας ενημέρωσης σας για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σας που συνδέεται με επενδύσεις".
Ειδικότερα, η εναγομένη απέστειλε στην τρίτη ενάγουσα α) την από 26-2-2010 ετήσια ενημερωτική επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι αυτή διέθετε την 31-12-2009 10.000 μερίδια καθαρής αξίας έκαστο 9,384 ευρώ και ότι την 31-12-2009 η αξία του λογαριασμού της επένδυσης ανερχόταν σε 93.840 ευρώ . β) την από 28-3-2011 ετήσια ενημερωτική επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι αυτή διέθετε την 31- 12-2009 10.000 μερίδια καθαρής αξίας έκαστο 9,130 ευρώ και ότι την 31-12- 2009 η αξία του λογαριασμού της επένδυσης ανερχόταν σε 91.300 ευρώ γ) την από 28-2-2012 ετήσια ενημερωτική επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι αυτή διέθετε την 31-12-2009 10000 μερίδια καθαρής αξίας έκαστο 6,754 ευρώ και ότι την 31-12-2009 η αξία του λογαριασμού της επένδυσης ανερχόταν σε 67.540 ευρώ.
Επίσης το Νοέμβριο κάθε έτους (2010, 2011, 2012) η εναγομένη κατέβαλε τόσο στην τρίτη ενάγουσα όσο και στις λοιπές ενάγουσες ως ετήσιο κουπόνι το ποσό που αντιστοιχούσε σε 4,35% επί του κεφαλαίου είχαν καταθέσει και το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 3.915 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα και στο ποσό των 2740,50 ευρώ για καθεμία από τις λοιπές.
Ακόμη η εναγομένη απέστειλε στην τρίτη ενάγουσα και άλλες ενημερώσεις (βλ. τις από 22- 5-2013. 17-6- 2013. 21-11-2013, 19-5-2014, 5-12-2014, 16-1-2015, επιστολές) για την εξέλιξη του λογαριασμού επένδυσης της καθώς και για τις εξελίξεις στην … και ότι η εκδότρια τράπεζα τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης και δεν κατέβαλε τον Νοέμβριο του έτους 2013, ως είχε υποχρέωση, την αξία του ετήσιου κουπονιού που παρέχει το εν λόγω ομόλογο.
Από τις προαναφερόμενες επιστολές που απέστειλε η εναγομένη στην τρίτη ενάγουσα, η οποία είχε έντονη προηγούμενη συναλλακτική εμπειρία χάρη στην οποία είχε αποκτήσει κατανόηση του επενδυτικού χώρου και των κινδύνων αυτού προκύπτει ότι αυτή γνώριζε ότι η σύμβαση που είχε καταρτίσει ήταν ασφαλιστήριο ζωής συνδεδεμένο με επενδύσεις, αφού σε αυτή γίνεται σαφής αναφορά στο πρόγραμμα … .
στον λογαριασμό επένδυσης του προγράμματος αυτού και σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο , που συνδέεται με επενδύσεις. Η τρίτη ενάγουσα αλλά και οι λοιπές ενάγουσες παρόλο που ελάμβαναν τις ανωτέρω επιστολές και μολονότι έβλεπαν από μια απλή σύγκριση του κεφαλαίου τους και της εκάστοτε αναφερόμενης στις επιστολές αυτές αποτίμηση της επένδυσης τους, ότι αυτή είχε ελαττωθεί, ουδέποτε εξέφρασαν την οιαδήποτε ανησυχία ούτε διαμαρτυρήθηκαν προς την εναγομένη για τις μειώσεις αυτές για τρία χρόνια.
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι λίγο πριν τα γεγονότα της … το Μάρτιο του έτους 2013 η τρίτη ενάγουσα, η οποία παρακολουθούσε την πορεία της … οικονομίας και την αποτίμηση του ομολόγου επικοινώνησε τόσο με την υπάλληλο της Τράπεζας Α… όσο και με τον υπάλληλο της εναγομένης για να ενημερωθεί για την κατάσταση και να αποφασίσει αν θα προχωρούσε σε εξαγορά του συμβολαίου της ή όχι.
Όμως παρόλο που αυτή είχε αντιληφθεί ότι η κατάσταση δεν ήταν καλή και γνώριζε την πτωτική πορεία της επένδυσης δεν προέβη σε εξαγορά του συμβολαίου της, καθόσον έτσι θα μπορούσε να περιορίσει την πιθανή ζημία της, αλλά αποφάσισε να το "ρισκάρει" και να εμμείνει στην επένδυση που είχε επιλέξει. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι ενάγουσες ήταν ενήμερες, προφορικά και γραπτά, από τους προστηθέντες υπαλλήλους του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή της εναγομένης κατά την σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, με τρόπο πλήρη, σαφή, αναλυτικό και κατανοητό για τον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος, το οποίο δεν προέκυψε ότι οι τελευταίοι παρουσίασαν ως προθεσμιακή κατάθεση, ούτε δε παρασιώπησαν ή καθοιονδήποτε τρόπο απέκρυψαν την τοποθέτηση των ως άνω κεφαλαίων των εναγουσών ως άπαξ ασφάλιστρο στο ενεργητικό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, που θα συγκροτούσε η εναγομένη και θα επενδύονταν σε ομόλογο "εισηγμένο στο χρηματιστήριο του … , εκδόσεως της …. , όπως, σαφώς, προκύπτει και από την επανειλημμένη αναφορά της συγκεκριμένης επένδυσης στα ανωτέρω έγγραφα.
Εξάλλου το εν λόγω προϊόν ήταν σύμφωνο με τη διάταξη του άρθρου 13 Γ παρ. Α περ.ια σημείο ι του ΝΔ 400/70, το οποίο ορίζει ότι περιουσιακά στοιχεία του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου μπορεί να είναι και κινητές αξίες εισηγμένες στο χρηματιστήριο αξιών των κρατών μελών της EE και του ΕΟΧ . Η εναγομένη δεν ήταν, εκ του νόμου, υποχρεωμένη να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησης του από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης.
Άλλωστε ο Κανονισμός του Μεταβλητού Κεφαλαίου, … , στον οποίο αναφέρονται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος υποβλήθηκε στις 26.11.2009 από την εναγομένη και στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε σύσταση για τροποποίηση ή κύρωση λόγω παράβασης του νόμου, ενώ, και η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα, στην οποία επενδύθηκε το τελευταίο, δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, παρά ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, επαναλαμβανόμενα κέρδη, υψηλούς δείκτες αποδοτικότητας και αύξηση των χορηγήσεων και του συνόλου του ενεργητικού της.
Επίσης, η εκδότρια λάμβανε, τον Νοέμβριο του 2009, βαθμό αξιολόγησης A3 και ΒΒΒ+ από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης "… " και "… ", αντίστοιχα, εκ των οποίων ο βαθμός Α αντιστοιχεί σε υποχρεώσεις που αξιολογούνται ως "μέτριας προς υψηλής ποιότητας και υπόκεινται σε χαμηλό χρηματοπιστωτικό κίνδυνο" και ο βαθμός ΒΒΒ+ σε: "Καλή πιστοληπτική ικανότητα:
Οι κλίμακες "ΒΒΒ" υποδεικνύουν ότι η προσδοκία για πιστωτικό κίνδυνο είναι προς το παρόν χαμηλή. Η δυνατότητα εξόφλησης των οικονομικών υποχρεώσεων θεωρείται επαρκής, αλλά οι δυσμενείς επιχειρηματικές ή οικονομικές συνθήκες ενδέχεται να παραβλάψουν την εν λόγω δυνατότητα". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες απώλεσαν τα ποσά της επένδυσης τους ύψους 70.000 ευρώ για καθεμία από τις δύο πρώτες και 100.000 ευρώ για την Τρίτη εξ αυτών λόγω αδυναμίας της εκδότριας Τράπεζας να τους καταβάλει την αξία του ομολόγου, μετά την ένταξη της τράπεζας αυτής σε ειδική διαχείριση, τον διορισμό ειδικής διαχειρίστριας για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης και την απόφαση του χρηματιστηρίου του … μετά τις εξελίξεις αυτές για αναστολή διαπραγμάτευσης του ομολόγου στο οποίο είχε τοποθετηθεί το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο του επιδίκου προϊόντος.
Η περίπτωση δε αυτή συμπεριλαμβανόταν στους κινδύνους (άρθρο 8) των γενικών όρων ασφάλισης ζωής που συνδέεται με επενδύσεις των ασφαλιστηρίων συμβολαίων , που συνήψαν οι ενάγουσες με την εναγομένη . Η κατάρρευση δε της …. εκδότριας του ομολόγου τράπεζας … συνεπεία της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έπληξε την … Δημοκρατία το διάστημα 2012- 2013, ήταν γεγονός έκτακτο κι απρόβλεπτο, ενόψει, ιδίως, του ότι στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Κυβέρνησης της, του ΔΝΤ και της EE, είχαν προταθεί περισσότερα σχέδια αντιμετώπισης της κρίσης, το δε … Κοινοβούλιο ψήφισε, εν τέλει, την 22.3.3013, μεταξύ άλλων, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(1)12013).
Επομένως η ζημία των εναγουσών δεν τελεί σε σχέση λόγου και ακολουθίας με επιλήψιμη συμπεριφορά της εναγομένης, παρά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα και δη, στην αδυναμία της εκδότριας του ομολόγου τράπεζας να ανταποκριθεί στην πληρωμή του την οποία δεν θα μπορούσε να προβλέψει η εναγομένη, με κάθε μέτρο επιμέλειας του μέσου συναλλασσομένου.
Η συμπεριφορά της εναγομένης στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών προς τον ενάγοντα ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας και ως εκ τούτου η συμπεριφορά της αυτή ούτε παράνομη ήταν ούτε υπαίτια, και δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της και της ζημίας των εναγουσών.
Επομένως δεν γεννάται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης ούτε κατά τις κοινές διατάξεις (άρθρα 281, 288, 914 ΑΚ) ούτε κατά τους λοιπούς επικαλούμενους νόμιμους λόγους ευθύνης της, όπως οι διατάξεις περί προστασίας του καταναλωτή, κατά τον ν.2251/1994...". Ακολούθως το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του δέχθηκε την από 26.9.2016 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 1285/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε υποχρεωθεί να καταβάλει σε κάθε μία των αναιρεσειουσών, κατά μερική παραδοχή της αγωγής των, τα ποσά των 77.975, 77.975 και 109.250 ευρώ, αντίστοιχα (συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής τους βλάβης), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείουσες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ αιτιώμενες εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 281,288 ΑΚ, 11 παρ.1 και 3 του ΠΔ 190/2006 και 8 παρ.1 του Ν. 2251/1994. Ειδικότερα διατείνονται με τα επί μέρους σκέλη του αναιρετικού λόγου ότι η αναιρεσίβλητη είχε παραβιάσει τις υποχρεώσεις της προς τις αναιρεσείουσες:
α) για συμβουλευτική καθοδήγηση και διεξαγωγή ελέγχου καταλληλότητας, β) για ενημέρωση ως προς την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του ομολόγου και την έλλειψη αξιολόγησης αυτού, γ) για ενημέρωση για τον κίνδυνο από την απουσία διασποράς, δ) για ενημέρωση ως προς την έλλειψη διαχείρισης του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου και τις συνέπειες αυτής και ε) για επεξήγηση της συμβουλής και συγκριτική ενημέρωση ως προς άλλους εναλλακτικούς τρόπους τοποθέτησης του κεφαλαίου τους.
Στις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου αναφέρεται ιδιαίτερα ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης παρείχαν πλήρη ενημέρωση στις αναιρεσείουσες, τόσο κατά το προσυμβατικό στάδιο όσο και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων ως προς τα χαρακτηριστικά του επενδυτικού προϊόντος και ότι κατέστησαν σε αυτές σαφές ότι δεν πρόκειται για προθεσμιακή κατάθεση αλλά για επενδυτικό προϊόν που ενείχε το πλεονέκτημα της υψηλής απόδοσης συνάμα δε και το μειονέκτημα ότι δεν ήταν εγγυημένο το κεφάλαιο που επρόκειτο να επενδυθεί, καθώς και ότι τα χαρακτηριστικά αυτής της επένδυσης εγένοντο πλήρως κατανοητά από τις αναιρεσείουσες, υποψήφιες επενδυτές, αυτές δε συμφώνησαν να προβούν στην εν λόγω επένδυση.
Με βάση αυτές τις παραδοχές δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων και πρωτίστως του άρθρου 914 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε και δεν δέχθηκε έτσι αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό ζήτημα, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016).
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης οι αναιρεσείουσες, κατ' επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ και με επιλεκτική και αποσπασματική αναφορά του σκεπτικού της μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση, για ελλιπή αιτιολογία, άλλως για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών διότι δεν προκύπτει αν τηρήθηκε ή μη η υποχρέωση για συμβουλευτική καθοδήγηση των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, δια της διερευνήσεως του επενδυτικού τους προφίλ και αιτιολογήσεως της εκ μέρους των οικείων τραπεζικών υπαλλήλων παρασχεθείσης συμβουλής, και για έλεγχο καταλληλότητας του επίδικου προϊόντος για αυτές, καθώς επίσης αναφορικά με το αν παραβιάστηκαν ή όχι οι υποχρεώσεις πληροφόρησης και διαφώτισης.
Ειδικότερα για παράλειψη ενημέρωσης των εναγουσών α) για την υφιστάμενη σύγκρουση συμφερόντων, β) για τον κίνδυνο από την απουσία διασποράς, γ) για την πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του ομολόγου Τράπεζας και την έλλειψη αξιολόγησης αυτού και δ) για επεξήγηση της συμβουλής και παροχή συγκριτικής ενημέρωσης σχετικά με άλλες εναλλακτικές επιλογές τοποθέτησης του κεφαλαίου τους, καθώς και για ενημέρωση ως προς την έλλειψη διαχείρισης του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου που τοποθετήθηκε σε ομόλογο.
Ακολούθως μέμφονται το Εφετείο ότι "περιόρισε" τις αιτιολογίες στο θέμα αν η παρασχεθείσα πληροφόρηση, καθιστούσε σαφές ότι δεν πρόκειται για προθεσμιακή κατάθεση, χωρίς να ερευνήσει εάν αυτή ήταν επαρκής και μη παραπλανητική, ώστε να καθιστά σαφή την επενδυτική φύση του προϊόντος. Ωστόσο από τις εκτιθέμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες προκύπτει ότι τόσο το επίδικο προϊόν διαφοροποιείται από προθεσμιακό πρόγραμμα, όσο και ότι αποτελείται, από το ασφαλιστικό και το επενδυτικό, εκ των οποίων το δεύτερο ήταν συνδεδεμένο με ομόλογο με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά.
Περαιτέρω είναι σαφές ότι οι αναιρεσείουσες ήταν ενήμερες, προφορικά και γραπτά με τρόπο πλήρη, σαφή, αναλυτικό και κατανοητό για τον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα καθόσον με συγκεκριμένες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αναφέρεται η διαδικασία ενημερώσεως που ακολουθήθηκε και η μετέπειτα συμπεριφορά των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, ως προς την πλήρη κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του επίδικου προϊόντος.
Από τη μορφή δε και το περιεχόμενο της Ατομικής Αίτησης Ασφάλισης και της Εξουσιοδότησης Χρέωσης, καθίσταται σαφές στον υπογράφοντα ότι τα υπόψη έντυπα αφορούν, σε σύναψη ασφαλιστηρίου συνδεδεμένου με επένδυση, και όχι σε σύναψη προθεσμιακής κατάθεσης ή προθεσμιακού προγράμματος. Εξάλλου, ουδεμία υποχρέωση υπάρχει εκ του νόμου για αναφορά στην Ατομική Αίτησης Ασφάλισης ή την Εξουσιοδότηση Χρέωσης των ειδικότερων χαρακτηριστικών του επενδυτικού σκέλους του προϊόντος ή των κινδύνων του, στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στο Ενημερωτικό Έντυπο.
Ανεξαρτήτως δε του είδους του περιουσιακού στοιχείου με το οποίο η ασφαλιστική επιχείρηση συγκροτεί το Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο, δεν διαφοροποιείται ο χαρακτήρας του προϊόντος ως ασφαλιστικού συνδεδεμένου με επένδυση. Διαλαμβάνεται δε ρητώς στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στους γενικούς όρους του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το σύνολο των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στο Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών, του οποίου το περιεχόμενο παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και το οποίο μεταξύ άλλων, κάνει ειδική μνεία στα γενικά χαρακτηριστικά του ομολόγου και στους κινδύνους αυτού.
Τους εν λόγω γενικούς όρους παρέλαβαν και οι ενάγουσες, μαζί με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο τους. Επίσης ο κρίσιμος για την επίδικη περίπτωση κίνδυνος, δηλαδή αυτός της αφερεγγυότητας του εκδότη του ομολόγου, περιλαμβανόταν τόσο στο Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών, όσο και στα ασφαλιστήρια συμβόλαια των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών.
Για να αιτιολογηθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση η παροχή επαρκούς και σαφούς πληροφόρησης σχετικά με το επενδυτικό σκέλος του προϊόντος, γίνεται αναφορά στα παρεχόμενα στις αναιρεσείουσες δικαιώματα εναντίωσης και υπαναχώρησης. Γίνεται δε αναφορά στις ετήσιες ενημερωτικές επιστολές της αναιρεσίβλητης προς τις αναιρεσείουσες, οι οποίες διατείνονται, ότι τις εν λόγω επιστολές μνημονεύει το Εφετείο για να αιτιολογήσει την εμφανή διαφοροποίηση του επίδικου προϊόντος από προθεσμιακή κατάθεση, μολονότι εκ του περιεχομένου τους δεν προκύπτει η παροχή επαρκούς ενημέρωσης για το επενδυτικό σκέλος του προϊόντος.
Ως προς την αιτίαση αυτή, το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ύπαρξη και το περιεχόμενο των ετήσιων ενημερωτικών επιστολών της αναιρεσίβλητης προς τις αναιρεσείουσες, οι δε εν λόγω ετήσιες ενημερωτικές επιστολές λειτούργησαν ενισχυτικά της κρίσης του Εφετείου για το γεγονός ότι οι αναιρεσείουσες είχαν πράγματι αντιληφθεί τον τρόπο λειτουργίας του επίδικου προγράμματος, διότι, καίτοι με αυτές τους καθίστατο σαφές ότι πρόκειται για ασφαλιστικό πρόγραμμα που συνδέεται με επενδύσεις και τους γνωστοποιείτο η κατά διαστήματα απομείωση του αρχικώς επενδεδυμένου κεφαλαίου τους, το οποίο δεν συνάδει με τα χαρακτηριστικά μιας προθεσμιακής κατάθεσης, εν τούτοις αυτές δεν διαμαρτυρήθηκαν ή αντέδρασαν επί σειρά ετών, αλλά ενέμειναν στην ασφαλιστική σύμβαση προσβλέποντας το ετήσιο τοκομερίδιο.
Για τον ίδιο λόγο, το Εφετείο με αναφορά στη δεύτερη αναιρεσείουσα, ενόψει του ως άνω περιεχομένου των επιστολών, ακόμη και αν οι αναιρεσείουσες δεν είχαν αντιληφθεί ότι το πρόγραμμα στο οποίο είχαν υπαχθεί δεν ήταν προθεσμιακή κατάθεση, είναι σαφές ότι θα το αντιλαμβάνονταν με την παραλαβή της πρώτης από 26.02.2010 ετήσιας ενημερωτικής επιστολής.
Ακόμη κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι στη θυγατέρα της αρχικής πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας παραδόθηκε η εγκύκλιος που προοριζόταν για εσωτερική ενημέρωση των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, αυτή η εγκύκλιος περιείχε τα αναγκαία στοιχεία για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και ο ενδεχόμενος κίνδυνος.
Άλλωστε η πρώτη ενάγουσα είχε ενημερωθεί, μέσω του Ενημερωτικού Εντύπου Πληροφοριών και των προφορικών επεξηγήσεων του αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου. Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών ήταν σύντομο (τρισέλιδο), περιεκτικό και συνταγμένο σε απλή κατανοητή γλώσσα και παρείχε στον ασφαλισμένο σαφή και πλήρη πληροφόρηση ως προς το σύνολο των στοιχείων που χρειάζεται για να λάβει μια συνειδητή, ενημερωμένη και ηθελημένη απόφαση.
Αναφορά στον τρόπο λειτουργίας του ομολόγου, τους συγκεκριμένους κινδύνους που ενυπάρχουν σε αυτό, την αξιολόγηση της επένδυσης και το σε ποια ακριβώς εκδοχή αφορούν τα παραδείγματα που δίδονται εντός του, δεν απαιτείτο να περιλαμβάνεται στο επίμαχο Ενημερωτικό Έντυπο Πληροφοριών, το οποίο κάνει λόγο περί ελαχιστοποίησης του επενδυτικού κινδύνου, και όχι περί ανυπαρξίας ή εκμηδένισης αυτού.
Ως προς τις συνθήκες παροχής στις αναιρεσείουσες της προφορικής και έγγραφης ενημέρωσης, προκύπτει σαφώς ότι δόθηκε η δέουσα πληροφόρηση, τόσο προφορικώς όσο και γραπτώς. Μάλιστα, όπως προκύπτει από τον περιεχόμενο στην Εξουσιοδότηση Χρέωσης όρο περί δικαιώματος ανάκλησης η αρχική πρώτη ενάγουσα και η δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειουσών δεν άσκησαν το προκείμενο δικαίωμα ανάκλησης Ως προς την αιτίαση των αναιρεσειουσών ότι δεν καθίσταται σαφές, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εάν υπήρχε διαθέσιμη πληροφόρηση για την αξιολόγηση του ομολόγου, καθώς και αν στις ενάγουσες γνωστοποιήθηκε και εξηγήθηκε η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της εκδότριας του ομολόγου και ο απορρέων από αυτήν βαθμός επικινδυνότητας, το Εφετείο με σαφήνεια διαλαμβάνει ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν υποχρεωμένη εκ του νόμου να προβεί σε διαδικασία αξιολόγησης του ομολόγου από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, η δε εκδότρια του ομολόγου λάμβανε υψηλές αξιολογήσεις το Νοέμβριο του έτους 2009, οπότε και κυκλοφόρησε στην αγορά το επίδικο προϊόν, το γεγονός δε αυτό δεν έρχεται σε αντίφαση με τον έκτακτο χαρακτήρα της κατάρρευσης της εκδότριας Τράπεζας εξ αιτίας της κατάρρευσης του … τραπεζικού συστήματος.
Εξάλλου η αναιρεσίβλητη δεν είχε εκ του νόμου ή τις αρχές της καλής πίστης υποχρέωση για παροχή τέτοιας συμβουλής προς τις αναιρεσείουσες, αλλά ούτε και για συγκριτική επισκόπηση του επίδικου προϊόντος σε σχέση με άλλες ενδεχόμενες τοποθετήσεις. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ως προς όλα τα επί μέρους κεφάλαιά του είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, οι αναιρεσείουσες με τον αυτό λόγο και υπό την επίκληση της ως είρηται αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλήττουν απαραδέκτως την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, γεγονός που καθιστά τον αυτό αναιρετικό λόγο απορριπτέο επιπροσθέτως και ως απαράδεκτο. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 851/2015).
Περαιτέρω, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, 180/2011), ούτε ιδρύεται ο σχετικός λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ΑΠ 250/2014, 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως οι αναιρεσείουσες, προβάλλουν αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αυτών πρωτοδίκως επικληθείσες "ακόλουθες νομικές βάσεις", ως τοιαύτες δε αναφέρονται στο αναιρετήριο, οι διατάξεις του Π.Δ. 190/2006, η αρχή της καλής πίστης και η γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας των συναλλασσομένων, καθώς και η προφορικώς συναφθείσα μεταξύ των ιδίων και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας σύμβαση παροχής πληροφοριών και συμβουλών.
Από τη παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προς έρευνα του αναιρετικού αυτού λόγου, σαφώς εξάγεται ότι η αγωγή περιλαμβάνει μία ιστορική βάση αυτή της αδικοπραξίας. Τα δε περιστατικά που οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτουν στην αγωγή για να επιστηρίξουν την παράνομη συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, δεν συγκροτούν καθένα από αυτά χωριστή αγωγική βάση, αφού όλα κατατείνουν στη θεμελίωση του πταίσματος, ως στοιχείο της αδικοπραξίας.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοιαν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα τις περισσότερες αγωγικές βάσεις της αγωγής, είναι αβάσιμος. Ακολούθως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες αιτιάσεις:
α) επιχειρούν να διευρύνουν τις εκ μέρους του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή υποχρεώσεις, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 11 του Π.Δ 190/2006, όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με το οποίο αντιστοίχως μεταφέρθηκε στην ημεδαπή έννομη τάξη το άρθρο 12 της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, και προβάλλουν ότι ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δεν υποχρεούται στην παρουσίαση του ασφαλιστικού προϊόντος, αλλά απαραιτήτως στη διατύπωση πρότασης ή συμβουλής στον υποψήφιο πελάτη και μάλιστα στην υπόδειξη στον τελευταίο του "καταλληλότερου" γι' αυτόν προϊόντος.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ουδόλως υπήρξε πρόταση, συμβουλή ή εισήγηση για σύναψη της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους των τραπεζικών υπαλλήλων, που εξυπηρέτησαν τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, οι οποίοι απλώς τις ενημέρωσαν για τα χαρακτηριστικά αυτής, β) ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη.
καίτοι ασφαλιστική επιχείρηση, και η διαμεσολαβούσα τράπεζα καίτοι ασφαλιστική διαμεσολαβήτρια είχαν τις ίδιες υποχρεώσεις για το επίδικο ασφαλιστικό προϊόν, που προβλέπονται από την επενδυτική νομοθεσία, καθώς οι υποχρεώσεις αυτές είναι απόρροια της καλής πίστης και της ανάγκης πληροφόρησης και διαφώτισης που έχει κάθε λήπτης ασφάλισης που συνδέεται με επενδύσεις.
Επιχειρούν έτσι οι αναιρεσείουσες, μέσω της επίκλησης της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από την επενδυτική νομοθεσία και δη το Ν. 3606/2007, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, με τον οποίον μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως … , μολονότι ο νόμος αυτός εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του άρθρου 2 του Ν.Δ. 400/1970, όπως εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη.
γ) ότι συνήφθη μεταξύ των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών και της διαμεσολαβήσασας Τράπεζας σύμβαση παροχής πληροφοριών και συμβουλών, ενώ από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ουδέν στοιχείο απορρέει, που να φανερώνει είτε την ύπαρξη δικαιοπρακτικής βούλησης για τέτοια συμβατική δέσμευση, είτε την εκ μέρους της Τράπεζας άσκηση σε αυτές οιασδήποτε καθοδήγησης, παρότρυνσης ή επιρροής, με σκοπό ή αποτέλεσμα τη διαμόρφωση της επιλογής τους.
Αντίθετα, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης της πρώτης ενάγουσας, διαδραμάτισε η θυγατέρα της και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία τη συμβούλευσε και την έπεισε σχετικά, η δεύτερη αναιρεσείουσα υπέγραψε αυθημερόν αφού προηγουμένως ενημερώθηκε προφορικά από τον αρμόδιο υπάλληλο και η τρίτη αναιρεσείουσα μεταγενέστερα, μόνη της, έλαβε την απόφαση, μολονότι είχε αντιληφθεί την πτωτική πορεία του ομολόγου λίγο πριν τα γεγονότα στην … το Μάρτιο του 2013, και αναλάβει το σχετικό ρίσκο και να εμμείνει στη επένδυση που είχε επιλέξει, δ) αποδίδουν στη αναιρεσίβλητη εταιρεία και τη διαμεσολαβούσα Τράπεζα υποχρέωση διεξαγωγής ελέγχου καταλληλότητας του ενδίκου ασφαλιστικού προϊόντος για τις ενάγουσες και αντίστοιχης συμβουλευτικής καθοδήγησης αυτών, επεκτείνοντας έτσι στην αναιρεσίβλητη την εκ του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007 υποχρέωση για τη διεξαγωγή τέτοιου ελέγχου, μολονότι η αναιρεσίβλητη και το ασφαλιστικό προϊόν, εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του.
Την υποχρέωση αυτή επιχειρούν οι αναιρεσείουσες να θεμελιώσουν στο άρθρο 11 παρ.3 Π.Δ. 190/2006, στην αρχή της καλής πίστης και στη φερόμενη προφορικώς συναφθείσα μεταξύ των ιδίων και της διαμεσολαβούσας Τράπεζας σύμβαση, επιχειρώντας να προσδώσουν στην αρχή της καλής πίστης περιεχόμενο ταυτόσημο με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, ε) επιχειρούν να επιστηρίξουν το επιχείρημά τους περί σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αφενός της αναιρεσίβλητης και της διαμεσολαβούσας Τράπεζας και αφετέρου των αναιρεσειουσών ως πελατών του επίδικου ασφαλιστικού προϊόντος, η οποία υφίστατο και όφειλε να γνωστοποιηθεί στις τελευταίες, στην αρχή της καλής πίστης, στο άρθρο 11 παρ.1 του Π.Δ 190/2006 και στη φερόμενη ως συναφθείσα μεταξύ της Τράπεζας και των ιδίων σύμβαση παροχής συμβουλών.
Κάνουν λόγο για "ώσμωση συμφερόντων", "ολοκληρωτική αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση των συμφερόντων", σχέση εξάρτησης και ιδίου οικονομικού οφέλους" Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτουν ότι τον Οκτώβριο του έτους 2009 η εκδότρια του ομολόγου … κατείχε, πρώτον, το 49,90% των μετοχών της … , που κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης, και δεύτερον το 97,02% του μετοχικού κεφαλαίου της διαμεσολαβούσας Τράπεζας, η συγχώνευση με την οποία είχε ήδη δρομολογηθεί.
Τα ισχυριζόμενα από τις αναιρεσείουσες ως προς τις μετοχικές σχέσεις δεν στοιχειοθετούν σύγκρουση συμφερόντων εν του νόμου απαγορευμένη ή χρήζουσα γνωστοποίησης στον πελάτη. Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 13 Γ του Ν.Δ. 400/1970, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν προβλέπει υποχρέωση της ασφαλιστικής επιχείρησης να γνωστοποιήσει τις μετοχικές της σχέσεις στους υποψήφιους πελάτες της, ούτε όριζε ότι κάποιες μετοχικές σχέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων, ούτε όριζε ότι υπήρχε υποχρέωση γνωστοποίησης των σχέσεων αυτών, ζ) Ότι η διαμεσολαβούσα Τράπεζα και η αναιρεσίβλητη δεν τις ενημέρωσαν, για την - κατ' αυτές- δυσμενή - πιστοληπτική ικανότητα της εκδότριας του ομολόγου και την ανυπαρξία αξιολόγησης του τελευταίου η) ότι το άρθρο 13 Γ του Ν.Δ. 400/1970 δεν απαγορεύει την τοποθέτηση του συνόλου του Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου σε ένα μόνο περιουσιακό στοιχείο, θ) ότι η αναιρεσίβλητη δεν διεξήγαγε, καμία διαχειριστική πράξη σε σχέση με το επίδικο ασφαλιστικό προϊόν και το επενδυθέν σε αυτό Εσωτερικό Μεταβλητό Κεφάλαιο.
Παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, η αρχική πρώτη ενάγουσα και η δεύτερη και τρίτη εξ αυτών ήταν σε θέση να παρακολουθούν την πορεία της επίδικης ασφάλισης, καταρχήν δια της παρεχόμενης από την αναιρεσίβλητη περιοδικής ενημέρωσης, αλλά και εξ ιδίων μέσων και πρωτοβουλιών δια της θέσης ερωτημάτων για την εκάστοτε αξία των μεριδίων τους ή άλλα θέματα, όπως συνέβη στην περίπτωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης που δύο φορές αιτήθηκε βεβαιώσεις για την καταβολή τοκομεριδίων της, καθώς και δια της παρακολούθησης των οικονομικών και ειδησεογραφικών εξελίξεων, όπως συνέβη στην περίπτωση της τρίτης αναιρεσείουσας, η οποία όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι "παρόλο που αυτή είχε αντιληφθεί ότι η κατάσταση δεν ήταν καλή και γνώριζε την πτωτική πορεία της επένδυσης δεν προέβη σε εξαγορά του συμβολαίου της, καθόσον έτσι θα μπορούσε να περιορίσει την πιθανή ζημία της, αλλά αποφάσισε να το ρισκάρει και να εμμείνει στην επένδυση που είχε επιλέξει" και ι) ότι υπήρξε πλημμελής επεξήγηση των χαρακτηρισμών του επίδικου ασφαλιστικού προϊόντος και παράλειψης σύγκρισης αυτού με άλλες εναλλακτικές δυνατότητες τοποθέτησης του κεφαλαίου τους, καθώς και ότι το ένδικο ασφαλιστικό προϊόν είχε σχεδιασθεί κατά τρόπο που να προσομοιάζει με προθεσμιακή κατάθεση.
Κατά τα λοιπά ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθόσον οι ως άνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 αλλά επιχειρήματα θεμελιωτικά του παράνομου και του πταίσματος των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, ως στοιχείο της αδικοπραξίας, συναγόμενα από τις επικαλούμενες νομικές διατάξεις, σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί ελήφθησαν υπόψη και απερρίφθησαν.
Με το πρόσχημα δε του αναιρετικού ελέγχου πλήττουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση που διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση, με το αποδεικτικό πόρισμα της οποίας δεν συμφωνούν.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Οκτωβρίου 2018 αίτηση των: 1) Ε… του Φ… , 2) Ε… χήρας Γ… και 3) Χ… του Σ…. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3624/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ