1111/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2011 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 216/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/3/2016 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1111/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 61 του Κώδικα Κατασκευής Δημοσίων Έργων (ν. 3669/2008, Α' 116), υπό τον τίτλο "Έκπτωση αναδόχου", ορίζονται τα εξής: "1. Αν ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή δεν συμμορφώνεται με τις γραπτές εντολές της υπηρεσίας, που είναι σύμφωνες με τη σύμβαση ή το νόμο, κηρύσσεται έκπτωτος από την εργολαβία. 2. ... 3. ... 4.
Full text
Απόφαση 1111 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1111/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Γακίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Γουνοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/2011 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 216/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/3/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 216/2016 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της απόφασης της αναιρεσίβλητης με την οποία κηρύχθηκε έκπτωτη της εκτέλεσης του αναφερόμενου έργου, καθώς επίσης, η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής με την οποία απορρίφθηκε η σχετική για την ακύρωσή της ένσταση, καθώς και της αίτησης θεραπείας που ασκήθηκε κατά της άνω απόφασης Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 61 του Κώδικα Κατασκευής Δημοσίων Έργων (ν. 3669/2008, Α' 116), υπό τον τίτλο "Έκπτωση αναδόχου", ορίζονται τα εξής: "1. Αν ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή δεν συμμορφώνεται με τις γραπτές εντολές της υπηρεσίας, που είναι σύμφωνες με τη σύμβαση ή το νόμο, κηρύσσεται έκπτωτος από την εργολαβία. 2. ... 3. ... 4.
Αν υφίσταται λόγος έκπτωσης κοινοποιείται στον ανάδοχο ειδική πρόσκληση της διευθύνουσας υπηρεσίας, η οποία αναφέρεται απαραίτητα στις διατάξεις του άρθρου αυτού και περιλαμβάνει συγκεκριμένη περιγραφή ενεργειών ή εργασιών που πρέπει να εκτελέσει ο ανάδοχος μέσα στην τασσόμενη προθεσμία. ... 5. ... 6.
Αν η προθεσμία που τέθηκε με την ειδική πρόσκληση παρήλθε χωρίς ο ανάδοχος να συμμορφωθεί με το περιεχόμενό της, κηρύσσεται έκπτωτος. ... 7. Αν κατά της απόφασης έκπτωσης δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ένσταση ή αν απορριφθεί η ένσταση από την αρμόδια προς τούτο προϊσταμένη αρχή, η έκπτωση καθίσταται οριστική. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα ένσταση, αναστέλλονται οι συνέπειες της έκπτωσης μέχρι αυτή να οριστικοποιηθεί και ο ανάδοχος υποχρεούται να συνεχίσει τις εργασίες εργολαβίας.
Η απόφαση επί της ενστάσεως εκδίδεται, μετά γνώμη του αρμόδιου Τεχνικού Συμβουλίου, από την Προϊσταμένη αρχή και κοινοποιείται υποχρεωτικά, εντός δύο (2) μηνών από την κατάθεσή της...". Εξάλλου, με το άρθρο 5 παρ. 6 του Ν. 2229/1994, το τρίτο εδάφιο της οποίας προστέθηκε με την παράγραφο 5 του τέταρτου άρθρου του Ν. 2372/1996, ορίζεται ότι: "6.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ιδρύονται νομικά πρόσωπα, ιδιωτικού δικαίου χωριστά για κάθε μεγάλο έργο ύψους άνω των είκοσι πέντε δισεκατομμυρίων (25.000.000.000) δραχμών με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας.
Με τις αποφάσεις αυτές προσδιορίζεται το συγκεκριμένο έργο, την πραγματοποίηση του οποίου αναλαμβάνει η εταιρεία και καθορίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος χρηματοδότησης του έργου. Τα νομικά αυτά πρόσωπα εφεξής θα διέπονται από τις διατάξεις του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, όπως κάθε φορά ισχύει, εφόσον δεν τροποποιούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού".
Με την παρ. 8 του ανωτέρω άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν. 2576/1998, πριν το τελευταίο εδάφιο καταργηθεί με το άρθρο 377 παρ. 1 περ. 54 του Ν. 4412/2016, ορίζεται ότι: "8. Η εκπόνηση των μελετών και η εκτέλεση των έργων των εταιριών, καθώς και οι συναφείς προμήθειες και εργασίες γίνονται κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη, πλην εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετική με την ανάθεση μελετών και εκτέλεση δημόσιων έργων και τη διενέργεια κρατικών προμηθειών.
Τα πλαίσια των διαδικασιών καθορίζονται με κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με τους ανωτέρω κανονισμούς μπορεί να ρυθμίζεται και κάθε θέμα που αφορά στην ανάθεση και εκπόνηση μελετών, στην ανάθεση και κατασκευή των έργων και στη διενέργεια προμηθειών".
Κατά δε την παρ. 11 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του δωδέκατου άρθρου του Ν. 2338/1995: "11. Οι εταιρείες λειτουργούν για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, είναι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Οι εταιρείες δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ούτε στις διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο.
Οι μετοχές τους ανήκουν αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και τον αρμόδιο κατά περίπτωση υπουργό". Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 6 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994, ιδρύθηκε με την Δ17α/02/69/ΦΝ/380/10-11-1994 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ Β' 846 και 886/1994), η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
Α.Ε.", με έδρα τη …., καθορίστηκε ο σκοπός της (κατασκευή Εγνατίας Οδού) και ρυθμίστηκαν διάφορα θέματα της οργάνωσης και λειτουργίας της. Η εταιρία είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας, διέπεται από τις διατάξεις για τις επιχειρήσεις αυτές και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 8 του άρθρου 5 του Ν. 2229/1994, εγκρίθηκε, με την 17α /10/59/ΦΝ/393/10.7.1996 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ Β' 611/1996), ο Κανονισμός αναθέσεως και εκπονήσεως μελετών και εκτέλεσης έργων της εταιρίας αυτής.
Απέκτησε, έτσι, ισχύ ουσιαστικού νόμου, στο μέτρο που η εγκριτική αυτού υπουργική απόφαση καλύπτεται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση, που, κατά τα ανωτέρω, παρασχέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 5 N. 2229/1994, στην οποία γίνεται ρητή παραπομπή. Με την Δ17α/08/ΦΝ 393/23.2.1998 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ τροποποιήθηκε το άρθρο 3 του Κανονισμού, που προβλέπει τις διαδικασίες ανάθεσης και εκτέλεσης έργων, ως εξής: "Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον Κανονισμό αυτόν, τα έργα της εταιρείας ανατίθενται και εκτελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1418/1984, του ν. 2576/1998, του ΠΔ/τος 609/1985, του ΠΔ/τος 23/1993 και όλων των σχετικών εκτελεστικών υπουργικών αποφάσεων και προεδρικών διαταγμάτων, όπως οι εν λόγω διατάξεις ισχύουν κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του Κανονισμού, όπως αντικαταστάθηκε με την Δ17α/53/1/ΦΝ 393/18.5.1998 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, "Για τα έργα που δημοπρατεί και τις μελέτες που αναθέτει η "... Α.Ε.", οι προβλεπόμενες από τα νομοθετικά κείμενα που μνημονεύονται στα άρθρα 2 και 3 του Κανονισμού αρμοδιότητες, α) του "κυρίου του έργου" (εργοδότη) ασκούνται από την εταιρεία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και β) της "προϊσταμένης αρχής", της "διευθύνουσας υπηρεσίας", του "Τεχνικού Συμβουλίου", του "αποφαινόμενου επί αιτήσεων θεραπείας οργάνου" και οποιασδήποτε άλλης "Επιτροπής" λειτουργεί κατά το προσυμβατικό στάδιο ή το συμβατικό στάδιο, ασκούνται από τα αρμόδια όργανά της, όπως αυτά καθορίζονται κάθε φορά με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας".
Εξάλλου, με την Δ17α/53/7/ΦΝ 393/19.6.1998 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ περί "Εγκρίσεως της απόφασης του Δ.Σ. "... Α.Ε." για τα όργανα που αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν στα έργα και τις μελέτες της Εταιρείας", ορίστηκαν με το άρθρο 2 αυτής, τα αρμόδια όργανα και συμβούλια που αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν για την εκπόνηση μελετών και την ανάθεση και κατασκευή των έργων της Εταιρείας αυτής, τα οποία εκχωρήθηκαν στην Εταιρεία με σχετικές υπουργικές αποφάσεις, εκδοθείσες σύμφωνα με την εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 19 του ως άνω άρθρου 5 του Ν. 2229/1994.
Ειδικότερα στο άνω άρθρο 2 ορίζεται: "α. "Εργοδότης" ή "κύριος" του έργου, είναι η Εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", β. "Διευθύνουσα Υπηρεσία" είναι οι Διευθυντές Κατασκευών Τομέων, οι Προϊστάμενοι των Περιφερειακών Τμημάτων και ο Διευθυντής Μελετών, γ. "Προϊσταμένη Αρχή" ή "Εποπτεύουσα Αρχή" είναι το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας, η Τεχνική Επιτροπή, ο Γενικός Διευθυντής και ο Διευθυντής της Τεχνικής Διεύθυνσης, σύμφωνα με τις κατά τον κωδικοποιημένο νόμο 2190/1920, εκχωρήσεις αρμοδιοτήτων εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας.
δ. Στις αιτήσεις θεραπείας που ασκούνται από τον ανάδοχο αποφασίζει ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας μετά από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου". Τέλος, σύμφωνα με την 318/7/12.12.2002 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, για τα έργα που αυτή δημοπρατεί και τις μελέτες που αναθέτει, οι προβλεπόμενες από τα νομοθετικά κείμενα αρμοδιότητες του Τεχνικού Συμβουλίου, εκτός εκείνης που αφορά στη διατύπωση γνωμοδοτήσεων επί αιτήσεων θεραπείας των αναδόχων των έργων, ασκούνται αναλόγως από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, σε περίπτωση κήρυξης έκπτωτου του αναδόχου εκτέλεσης έργου της ανώνυμης εταιρείας "... Α.Ε.", λόγω μη εκπλήρωσης των από τη σύμβαση υποχρεώσεων του, αυτός μπορεί να ασκήσει κατά της απόφασης ένσταση. Επί της ενστάσεως αποφαίνεται το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, που είναι η Προϊσταμένη Αρχή.
Για την εγκυρότητα της απόφασής του επί της ενστάσεως, δεν είναι αναγκαία η γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου. Άλλωστε, το Διοικητικό Συμβούλιο εφόσον πρόκειται για ένσταση από διαφορά που ανέκυψε από την εκτέλεση έργου της εταιρείας, ασκεί και τις αρμοδιότητες του Τεχνικού Συμβουλίου. Η γνώμη του τελευταίου οργάνου προβλέπεται ως προϋπόθεση μόνο στην απόφαση περί της αίτησης θεραπείας που τυχόν θα ασκήσει στη συνέχεια ο ανάδοχος.
Οι διατάξεις αυτές του Κανονισμού της εταιρείας "... Α.Ε.", είναι ειδικές σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 7 του ν. 3669/2008, σύμφωνα με την οποία για την απόφαση επί της ένστασης που ασκείται κατά της έκπτωσης που κηρύχθηκε σε δημόσιο έργο, απαιτείται η γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου, αφού αναφέρονται ειδικά στα έργα της ανωτέρω εταιρείας, ενώ η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 7 σε όλα τα δημόσια έργα.
Τούτο μάλιστα διότι την απόφαση επί της ένστασης λαμβάνει το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας. Η διαφορετική πρόβλεψη του Κανονισμού στην αίτηση θεραπείας δικαιολογείται διότι στην αίτηση θεραπείας κρίνει μόνον ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Η ρύθμιση αυτή, βρίσκεται εντός του πλαισίου της εξουσιοδοτικής ως άνω διάταξης του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 2229/1994, που προβλέπει ότι α) η εκτέλεση των έργων της εταιρίας γίνονται "κατ' εξαίρεση από κάθε κείμενη διάταξη, πλην εκείνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης", β) με τους κανονισμούς που εγκρίνονται από τους εποπτεύοντες υπουργούς και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορούν να καθορίζονται τα πλαίσια των διαδικασιών και να ρυθμίζεται κάθε θέμα που αφορά, μεταξύ άλλων, στην "ανάθεση και κατασκευή των έργων".
Στο ρυθμιστικό δε πεδίο των διατάξεων που αφορούν την κατασκευή των έργων περιλαμβάνονται και οι διατάξεις που καθορίζουν την ενδικοφανή διοικητική προδικασία επίλυσης των διαφορών που προκύπτουν από τη σύμβαση κατασκευής του έργου της ΕΓΝΑΤΙΑΣ Οδού, την οποία (διαδικασία) ο νομοθέτης θεωρεί άρρηκτα συνδεδεμένη με τους κανόνες κατασκευής του έργου της και αναπόσπαστο τμήμα της περί αυτού διαδικασίας (πρβλ.
ΑΠ 1215/2017). Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός, ότι με το άρθρο 199 του ν. 4281/2014 (που στη συνέχεια καταργήθηκε με το άρθρο 57 του ν. 4403/2016), καταργήθηκαν οι διατάξεις των κανονιστικών πράξεων που αφορούν στη διαδικασία ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών και έργων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτού, πλην των διατάξεων που αφορούν ζητήματα εκτέλεσης δημόσιων συμβάσεων, οι οποίες διατηρούνται μέχρι την έκδοση του προβλεπόμενου στο άρθρο 178 αυτού διατάγματος.
Μεταξύ δε των κανονιστικών πράξεων που διατηρούνται κατά ρητή πρόβλεψη του ανωτέρω άρθρου είναι και ο επίμαχος κανονισμός της αναιρεσίβλητης, όπως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με την Δ17α/163/4/Π.Ε/ΦΝ 393 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ Β' 305/2001), γεγονός που καταδεικνύει ότι ο νομοθέτης θεώρησε ισχύουσες, κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4281/2014, τις διατάξεις του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης που συνάπτονται με την εκτέλεση δημόσιων συμβάσεων (ΑΠ 1344/2018, ΑΠ 1216/2017).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Παραβίαση δε του κανόνα δικαίου υπάρχει όταν είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2006, ΟλΑΠ 7/2005).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1788/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1062/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με τον ενδιαφέροντα την υπόθεση πρώτο λόγο της αναίρεσης, ότι ο πρώτος λόγος της προσφυγής, που στηρίζεται σε τυπική ακυρότητα της 686/8.9.2011 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, που απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης για την έκπτωση αυτής, δεν είναι νόμιμος διότι "σύμφωνα με τις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου κανονισμού της καθ' ης ...και οι οποίες ως ειδικότερες, υπερισχύουν των κωδικοποιημένων διατάξεων του ν. 3669/2008, σε συνδυασμό με την 318/7.12.2002 απόφαση του ΔΣ της καθ' ης, το Διοικητικό Συμβούλιο της τελευταίας ενεργεί και ως τεχνικό συμβούλιο, η συμβουλευτική γνώμη του οποίου απαιτείται μόνο για τη λήψη απόφασης επί αιτήσεως θεραπείας και όχι επί ενστάσεως.
Συνακόλουθα η απόφαση που λήφθηκε επί της ενστάσεως της προσφεύγουσας, χωρίς να προηγηθεί η γνώμη του τεχνικού συμβουλίου, δεν έπασχε από έλλειψη ουσιώδους τύπου, ήταν, δηλαδή, έγκυρη".
Συνεπώς, στην ένδικη υπόθεση, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση αυτού απέρριψε τον πρώτο λόγο της προσφυγής της αναιρεσείουσας, με τον οποίο θεμελιώνονταν ακυρότητα της 686/8.9.2011 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, επειδή απέρριψε την ένσταση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της απόφασης αυτού με την οποία κήρυξε αυτήν έκπτωτη, λόγω μη εκπλήρωσης της υποχρεώσεώς της για την ολοκλήρωση του ανατεθέντος σ' αυτήν έργου εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, ούτε εντός των παρατάσεων που, ύστερα από αίτημά της, της χορηγήθηκαν, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου έπασχε από έλλειψη ουσιώδους τύπου αφού είχε ληφθεί χωρίς να προηγηθεί γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 8 του ν. 3669/2008, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων καθώς και στο ότι δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. 8 του ν. 3669/2008, που στην περίπτωση αυτή δεν είχε εφαρμογή και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 28/1997, ΟλΑΠ 12/1995).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 661/1984). Αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται, για να είναι ορισμένος, και κατά συνέπεια παραδεκτός ο λόγος αυτός, να αναφέρονται, εκτός των άλλων, με σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 905/2017).
Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1376/2011). Δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε όλως περιορισμένες, μεμονωμένες κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008), αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης).
Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς, δηλαδή, η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.
Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε το λόγο της προσφυγής της ότι η απόφαση για την έκπτωση αυτής ήταν καταχρηστική με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία.
Όμως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το Εφετείο υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ήτοι τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τις οποίες απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της, παρά μόνο εκθέτει το κατά την εκδοχή αυτής πραγματικό μέρος της υπόθεσης και επιγραμματικά τις κατ' αυτήν παραδοχές του Εφετείου και αποσπασματικά κατά την επιλογή της, μεμονωμένες παραδοχές της απόφασης, καθώς και το συμπέρασμα του Δικαστηρίου, παρεκτός του ότι δεν διευκρινίζει σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη αντίφαση στις αιτιολογίες.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 23.3.2016 αίτηση για αναίρεση της 216/2016 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 36/24.3.2016 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.3.2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 216/2016 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ