1111/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1111/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά το άρθρο 14§1 εδ. α’ του αυτού ως άνω ν.3226/2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας κλπ. που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1111 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1111/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευθυμία Γκαράνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2)Θ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 3)Β. Κ. του Ν., κατοίκου ... 4)Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ... 5)Χ. Μ. του Α., κατοίκου .... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Παπαγεωργόπουλο, ο οποίος διορίσθηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και την 93/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατέθεσε προτάσεις.
Οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Κ. Μ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξυλοκάστρου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 10/10/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 12/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η 67/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Κορίνθου.
Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ’ αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Πλ.Ολ.Α.Π. 14/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται για συζήτηση, με επιμέλεια των πρώτης αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) Α. Π., η από 10/10/2014 μέ αριθμό κατάθεσης ...αίτηση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 67/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
Κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε και αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (31-1-2017) για τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου, παρέστησαν νομίμως το αναιρεσείον και η επισπεύδουσα πιο πάνω αναιρεσίβλητη, ενώ δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι άλλοι τέσσερις αναιρεσίβλητοι (δεύτερος έως και πέμπτος)οι οποίοι είχαν ασκήσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου από κοινού με την πρώτη αναιρεσίβλητη την αγωγή επί της οποίας μετά από έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Όμως, όπως προκύπτει από την ...25.11.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Κ. η επισπεύδουσα τη συζήτηση πρώτη αναιρεσίβλητη επέδωσε ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη του Προέδρου για τον ορισμό της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (31.1.2017) και κλήση για συζήτηση μόνο στο αναιρεσείον, όχι δε και προς τους απολειπόμενους δεύτερο, τρίτη τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι στους Θ. Τ., Β. Κ., Σ. Γ. και Χ. Μ., οι οποίοι δεν συνδέονται με κάποιον από τους διαδίκους με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας αλλά με αυτόν της απλής ομοδικίας, όπως τούτο προκύπτει από την εισαχθείσα προς εκδίκαση με την ένδικη αγωγή διαφορά επί της οποίας εκδόθηκε κατ έφεση της πρωτοβάθμιας απόφασης η προσβαλλόμενη.
Επομένως πρέπει, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, να χωρισθεί η υπόθεση, να χωρήσει νομίμως η συζήτηση της υπόθεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και το αναιρεσείον, που παρέστησαν στη συζήτηση της υπόθεσης και εκπροσωπήθηκαν και από πληρεξούσιους δικηγόρους ( η πρώτη των αναιρεσιβλήτων από τον ορισθέντα με την 93/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς λοιπούς αναιρεσιβλήτους που δεν κλητεύθηκαν κατά την ως άνω συζήτηση της αναίρεσης και δεν παρέστησαν κατ’ αυτή .
2.- Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ’ αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’ ) και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.
β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1- 2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.
Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1- 2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) ως ειδική παροχή...
διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7- 2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα υπουργεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 20-10-2009 αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου, η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι απασχολήθηκε στον τομέα Εφαρμογών και Έρευνας Περιφερειακό εργαστήριο Γεωργικών Εφαρμογών και Ανάλυσης Λιπασμάτων Ξυλοκάστρου (Ειδική Αποκεντρωμένη Υπηρεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα από 11-6-2007 έως 10-2-2008 και από 28-7-2008 έως 27-3-2009, χωρίς όμως να λάβει την ειδική αμοιβή (παροχή) ύψους 176 ευρώ μηνιαίως, που αποτελεί γενική προσαύξηση μισθού των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ.
και των Ο.Τ.Α, δυνάμει του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. . Ότι με πλείστες υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, χορηγήθηκε η προβλεπόμενη από το ίδιο άρθρο ειδική παροχή ποσού 176 ευρώ σε πολλές και διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, μονίμων αλλά και εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με μόνη προϋπόθεση ότι υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα του ν. 2470/1997.
Ότι η ειδική αυτή παροχή αποτελεί τακτική παροχή που προσαυξάνει τις τακτικές αποδοχές των υπαλλήλων στους οποίους χορηγήθηκε και ότι με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας δικαιούνται και αυτή την ίδια παροχή, η οποία δεν της χορηγήθηκε αφού δεν εκδόθηκε αντίστοιχη υπουργική απόφαση για τους υπαλλήλους με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου του εναγομένου οργανικά ενταγμένους στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, οι οποίοι αμείβονταν σύμφωνα με τους νόμους 2470/1997 και 3205/2005 και για τους οποίους η έκδοση τέτοιας κανονιστικής πράξης ήταν υποχρεωτική κατά το άρθρο 14 του ν. 3016/2002.
Με βάση το παραπάνω ιστορικό ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει 2.816,00 ευρώ για τα χρονικά διαστήματα από 11-06-2007 μέχρι 10-02-2008 ποσό που αντιστοιχεί στην ένδικη παροχή κατά το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στο εναγόμενο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή.
Μετά από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 67/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούται την ένδικη παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2012 εφόσον πληρούσαν τη μοναδική προϋπόθεση για τη χορήγηση της, που ήταν η υπαγωγή της στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, καθώς και ότι η μη χορήγησή της στους ενάγοντες συνιστούσε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και άνιση μεταχείριση τους.
Αφού δε απέρριψε την έφεση ως προς τους τέσσερις τελευταίους των εφεσιβλήτων ήδη τέσσερις τελευταίους των αναιρεσιβλήτων ( ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης κατά τα προεκτεθέντα) εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την πρώτη των εφεσιβλήτων ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, κράτησε την υπόθεση ως προς αυτή και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα αυτή το ποσό των 1.936,00 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, αφού απέρριψε τη σχετική αξίωσή της για το διάστημα από 11-6-2007 έωΐ 3-11- 2007 λόγω παραγραφής.
Με την κρίση αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου (που δίκασε ως Εφετείο) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003. Πράγματι, κατά την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των OTA και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ήτοι μόνο εφ" όσον δεν λαμβάνουν οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες προς ή μεγαλύτερες από το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχε η εν λόγω, αναγκαία κατά νόμο, προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Πέραν αυτού, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στην ως άνω αναιρεσίβλητη, για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί, προηγουμένως, σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων.
Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είχε γίνει καθ" υπέρβαση της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης, ήτοι παρανόμως. Και, βέβαια, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 38, 39/2017, πρβλ. ΟλΣτΕ 95/2013). Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μέρος με το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη. Μετά την αναίρεση, εν όψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α), να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η έφεση, που ασκήθηκε από το αναιρεσείον και, κατά παραδοχή αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή ως προς το αναιρεθέν μέρος και να απορριφθεί αντιστοίχως ως μη νόμιμη και κατά τις δύο νομικές βάσεις αυτής, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και κατά τα εκτιθέμενα σ" αυτήν περιστατικά, ούτε παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ισονομίας διαπιστώνεται ούτε παρανομία των οργάνων του εναγομένου κατά την παράλειψη της χορήγησης της ένδικης, ειδικής παροχής στην ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη). Περαιτέρω, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων και των εντεύθεν επί σειράν ετών διακυμάνσεων της νομολογίας, οι οποίες μόνον εσχάτως ήρθησαν με την ως άνω απόφαση της πλήρους ολομέλειας του Αρείου Πάγου, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού της δίκης αυτής. (ΚΠολΔ 179).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8§ 1 και 9 του ν. 3226/2004 προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κ.λπ., συνίσταται:
στην απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής μέρους ‘ ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί,’ στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις, η απαλλαγή δε περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 § § 1 και 2 του ίδιου νόμου (α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και (β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 61 §§1-3 ν. 4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων), που εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (31-01- 2017), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7§8 εδ. α’ και β ν.4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα III του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων Ανεξάρτητα Απασχολουμένων κλπ, ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής.
Τέλος, κατά το άρθρο 14§1 εδ. α’ του αυτού ως άνω ν.3226/2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας κλπ. που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης.
Με την ΚΥΑ 98535/2014 (ΦΕΚ Β’ ) η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, στο ποσό δε αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή, ενώ σε περίπτωση αναίρεσης η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
Με το άρθρο 58§4 περ. β’ ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα I του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κλπ., σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου σε εργατικές υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου ανέρχεται για παράσταση σε 342 ευρώ και για κατάθεση προτάσεων σε 310 ευρώ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την 93/2016 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης της αναιρεσίβλητης περί παροχής σ’ αυτήν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8§Ικαι 9 ν. 3226/2004, ο δικηγόρος Αθηνών Φώτιος Παπαγεωργόπουλος προκειμένου να προσδιορίσει ενώπιον του Αρείου Πάγου την ασκηθείσα από το αντίδικο της Ελληνικό Δημόσιο αίτηση αναίρεσης και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την συζήτησή της, με την ίδια δε ως άνω Πράξη η αναιρεσίβλητη απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 §§ 1 και 2 ν. 3226/2004.
Πραγματικά, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης (που αφορά την προαναφερθείσα εργατική διαφορά) κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο η αναιρεσίβλητη παρέστη διά του αναφερομένου δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Επομένως, τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε η αναιρεσίβλητη και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των [νόμιμη αμοιβή για παράσταση (342€ - 20% + 24% = 339,12€)+αμοιβή για προτάσεις (310€- 20%+24%=307,52€)=] 646,646, κατά το μέρος που ταυτίζονται με την προβλεπόμενη αποζημίωση του δικηγόρου του αναιρεσείοντος για την παράστασή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ήτοι κατά το ποσό των 339,12€ πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) και να μην επιδικασθούν όμως τα έξοδα αυτά σε βάρος του αντιδίκου της Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον δεν συντρέχει προς τούτο λόγος επειδή το υπόχρεο προς καταβολή τους πρόσωπο είναι το ίδιο -με αυτό που δικαιούται την καταβολή των ως άνω εξόδων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10-10-2014 με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμόν 67/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου ως προς τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ήτοι ως προς τους Θ. Τ., Β. Κ., Σ. Γ. και Χ. Μ.,
Αναιρεί την 67/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Π..
Δικάζοντας επί της από 28-9-2010 έφεσης κατά της 30/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου ως προς την εφεσίβλητη Α. Π..
Δέχεται την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς την εφεσίβλητη Α. Π..
Δικάζοντας επί της από 20-10-2009 αγωγής της Α. Π. με αριθμό .../2009 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξυλοκάστρου (καθόσον αφορά την ενάγουσα αυτή).
Απορρίπτει την αγωγή.
Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά τους έξοδα του πρώτου και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας.
Και επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και δώδεκα λεπτών (339,12) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ