Legislator Case Law & Legislation
1111/2015 AI generated

1111/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1111/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1111/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραμονή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τριών (3) ετών, εκτός και εάν δεν θεμελιώνεται δικαίωμα για συνταξιοδότηση με πλήρη σύνταξη". Οι νόμοι αυτοί (3655/2008 και 3863/2010) τέθηκαν σε ισχύ με σκοπό την αντιμετώπιση της χρόνιας, διαρκώς επιδεινούμενης και, τελικώς, ανεξέλεγκτης κρίσης του ασφαλιστικού συστήματος (βλ.

Keywords

AI generated
research contract equivalence between university degrees dismissal or termination of contract notice period comfort letter validity of fixed-term contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1111 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1111/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Α. Α. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στρατή Μαυραγάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην…, νομίμως εκπροσωπουμένης, και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Βλαστού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4126/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 607/2014 Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 15-7-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας, ανέγνωσε την από 28-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθούν οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της από 15-7-2014, με αριθ. Εκθέσεως καταθέσεως 143/17-7-2014, αίτησης του Α. Α. κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ Α.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 607/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, κατά το άρθρο 147 παρ.4 του ν. 3655/2008 "Διατάξεις Κανονισμών Εργασίας και Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας που εφαρμόζονται σε εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως έχει οριοθετηθεί με τις διατάξεις του ν. 1256/1982, οι οποίες προβλέπουν αυτοδίκαιη και υποχρεωτική αποχώρηση με τη συμπλήρωση είτε του οριζόμενου σε αυτές χρόνου υπηρεσίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας είτε του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, δεν εφαρμόζονται, εφόσον υποβληθεί από τον εργαζόμενο αίτηση παραμονής στην υπηρεσία που γίνεται αποδεκτή και από τον εργοδότη.

Η παραμονή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 3 ετών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ.20 του ν. 3863/2010 "Διατάξεις Κανονισμών Εργασίας και Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας που εφαρμόζονται σε εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται από το ν. 1256/1982 και προβλέπουν αυτοδίκαιη και υποχρεωτική απόλυση με τη συμπλήρωση είτε του οριζόμενου σε αυτές χρόνου υπηρεσίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας είτε του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, δεν εφαρμόζονται, εφόσον υποβληθεί από τον εργαζόμενο αίτηση παραμονής στην υπηρεσία που γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή από τον εργοδότη.

Η παραμονή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τριών (3) ετών, εκτός και εάν δεν θεμελιώνεται δικαίωμα για συνταξιοδότηση με πλήρη σύνταξη". Οι νόμοι αυτοί (3655/2008 και 3863/2010) τέθηκαν σε ισχύ με σκοπό την αντιμετώπιση της χρόνιας, διαρκώς επιδεινούμενης και, τελικώς, ανεξέλεγκτης κρίσης του ασφαλιστικού συστήματος (βλ.

αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω νόμων), με τις ανωτέρω δε διατάξεις τους, σύμφωνες με τον προαναφερόμενο σκοπό, παρέχεται η δυνατότητα παραμονής στην υπηρεσία μέχρι 3 έτη ή μέχρι τη συμπλήρωση των ετών που απαιτούνται για τη λήψη πλήρους σύνταξης στους εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που, βάσει Κανονισμών Εργασίας και Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, απολύονται αυτοδίκαια και υποχρεωτικά είτε με τη συμπλήρωση του οριζόμενου σε αυτές χρόνου υπηρεσίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας είτε του ορίου ηλικίας, που προβλέπεται για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, εφόσον κάτι τέτοιο επιθυμεί ο εργαζόμενος και με την επιθυμία του αυτή συμφωνεί ο εργοδότης.

Με τη δεύτερη από τις από τις ως άνω διατάξεις τροποποιείται, ουσιαστικά, η πρώτη (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 3863/2010) και η υποβολή από τον εργαζόμενο αίτησης παραμονής στην υπηρεσία γίνεται πλέον υποχρεωτικά αποδεκτή από τον εργοδότη. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγονται τα εξής: α) Με την πρώτη από αυτές, προϋπόθεση παρατάσεως της συμβάσεως, για χρονικό διάστημα μέχρι τριών ετών, αποτελεί η από μέρους του εργοδότη αποδοχή της αιτήσεως του εργαζομένου κατά την ελεύθερη κρίση του.

β) Εφόσον ο εργοδότης έχει την εξουσία να αποδεχθεί ή να μην αποδεχθεί την αίτηση του εργαζομένου για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της τριετίας, έχει συνακόλουθα την ευχέρεια να αντιπροτείνει την αποδοχή αυτής εν μέρει, δηλαδή είτε για μικρότερο χρονικό διάστημα είτε υπό όρους και, εφόσον η αντιπρότασή του γίνει δεκτή από τον εργαζόμενο, θα ισχύσει η παράταση για το μικρότερο αυτό διάστημα ή υπό τους όρους, στους οποίους συμφωνούν εργοδότης και εργαζόμενος.

γ) Αν η αποδοχή γίνει για μικρότερο χρονικό διάστημα και η σύμβαση είναι ενεργή κατά το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο ν. 3863/2010 (15-7-2010), ο εργαζόμενος, που έχει θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης, έχει την ευχέρεια να ζητήσει με συμπληρωματική του αίτηση την παράταση της ισχύος της συμβάσεώς του για ολόκληρο το χρονικό διάστημα της τριετίας από το χρόνο της συμπληρώσεως των προϋποθέσεων για πλήρη συνταξιοδότηση και η αίτησή του αυτή γίνεται υποχρεωτικά δεκτή από τον εργοδότη.

δ) Η με τη διαδικασία αυτή παράταση της συμβάσεως για μια τριετία, την καθιστά, εκ του νόμου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ήτοι για όλο το χρονικό διάστημα της παράτασης, με όλες τις εκ του χαρακτηρισμού αυτού συνέπειες. ε) Η καταγγελία της συμβάσεως για το χρονικό διάστημα της παράτασης δεν είναι ανεπίτρεπτη, για το κύρος της, όμως, πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 672 ΑΚ.

Κατά το τελευταίο αυτό άρθρο "Καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία". Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ’ αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή, για τον καταγγέλλοντα, τη συνέχιση της σύμβασης εργασίας.

Αρκεί δε ακόμη και ένα περιστατικό, το οποίο αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει (ΑΠ 308/2011). Ο εργοδότης δεν είναι υποχρεωμένος, με ποινή ακυρότητας, να εκθέσει στο έγγραφο της καταγγελίας το σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αφού η παραπάνω διάταξη δεν θέτει τέτοια προϋπόθεση (ΟλΑΠ 27/1959, ΑΠ 1263/2012, 824/2005, 82/2005).

Όταν, όμως, αυτός (εργοδότης), χωρίς να αναμείνει τη λήξη της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, δηλαδή όταν κατά τη δίκη, που ανοίγεται ως προς το κύρος της καταγγελίας, δεν επικαλεσθεί σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που θα επικαλεσθεί δεν αποδεικνύονται αληθινά ή ικανά, αντικειμενικά κρινόμενα, να θεμελιώσουν σπουδαίο λόγο, τότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (ΑΚ 174, 180), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση.

Οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, οφείλει να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ (ΑΠ 688/2007, 1400/2006). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349 παρ.1, 350 και 656 ΑΚ προκύπτει ότι στην αγωγή μισθωτού απασχολουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εργοδότης να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, ως μη αποδεχόμενος την εργασία του ενάγοντος, δεν απαιτείται να αναφέρεται ότι ο εργοδότης κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση του εναγομένου εργοδότη, ο οποίος προς απαλλαγή του οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη γενόμενη καταγγελία και τον κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 672 ΑΚ σπουδαίο λόγο, που τη δικαιολογεί (ΑΠ 1024/2006).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 129/2014).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008).

2.Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εδώ: "Η πρώτη εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού αερίου ΑΕ (ΔΕΣΦΑ ΑΕ), διευθύνων σύμβουλος της οποίας είναι ο δεύτερος εναγόμενος (μη διάδικος στην αναιρετική δίκη), συστήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 33/2007, με το οποίο εγκρίθηκε και το καταστατικό της.

Σ’ αυτήν μεταβιβάσθηκε με απόσπαση από την Δημόσια Επιχείρηση Αερίου ΑΕ (ΔΕΠΑ ΑΕ) ο κλάδος του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου), με τη μεταβίβαση δε αυτή, που εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, η ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ αναφορικά με το μεταβιβασθέντα κλάδο (άρθρο 7 παρ.3 και 4 περ.

στ’ και ζ’ του ν. ...2005, άρθρο 41 του ως άνω καταστατικού). Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε την 7-2-1994, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), απόφοιτος του Τμήματος Χημείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, είχε προσληφθεί από την ανωτέρω ΔΕΠΑ ΑΕ για να προσφέρει σ’ αυτήν τις υπηρεσίες του.

Την 1-6-1994 του ανατέθηκαν καθήκοντα Διευθυντή στο παράρτημα της ΔΕΠΑ ΑΕ στη Θεσσαλονίκη, ενώ από την 10-4-2006 μεταφέρθηκε στις εγκαταστάσεις λειτουργίας και συντήρησης στη Νέα Μεσημβρία Θεσσαλονίκης, λόγω παύσης της λειτουργίας του παραρτήματος στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε, δυνάμει των προαναφερομένων ν. ...2005 και π.δ. 33/2007, στην εναγόμενη εταιρεία, χωρίς να μεταβληθεί το καθεστώς εργασίας του.

Με το ...31-8-2009 υπηρεσιακό της σημείωμα η εναγομένη ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι, μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του (την 22-8-2009) και των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησής του, λόγω γήρατος, από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα, ήτοι το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα προβεί την 30-9-2009 στην καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως με την καταβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο 7 της ΕΣΣΕ του έτους 2008 αποζημίωσης.

Με το ...9-9-2009 υπηρεσιακό του σημείωμα ο ενάγων ζήτησε από την εναγομένη να συνεχίσει, σύμφωνα με τα άρθρα 145 και 147 του ν. 3655/2008, να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν για τρία ακόμη έτη. Η εναγομένη με το 305/13.5.2010 έγγραφο της, που φέρει την υπογραφή του Διευθύνοντα Συμβούλου της, αποδέχθηκε, όπως δικαιούταν, κατά την τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 147 παρ.4 του ανωτέρω ν. 3655/2008, το πιο πάνω αίτημα του ενάγοντος να εξακολουθήσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν και μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης από τον πιο πάνω κύριο, ασφαλιστικό του φορέα, ενόψει και των υφισταμένων αναγκών της.

Με το ίδιο έγγραφό της, η εναγομένη επιφυλάχθηκε για το δικαίωμά της να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, κατά τους όρους του άρθρου 8 εδ. β’ του ν. 3198/1955, τόνισε δε ότι, σε κάθε περίπτωση, θα του καταβάλει την από το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωση, ήτοι το 40% της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης και όχι αυτήν που προβλέπεται από το άρθρο 7 της ΕΣΣΕ του έτους 2008 "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στη ΔΕΣΦΑ ΑΕ".

Ο ενάγων ουδεμία αντίρρηση προέβαλε, προφορικώς ή εγγράφως, για το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου της εναγομένης. Μετά από επτά μήνες, με τα ...20-12-2010 και ...21-12-2010 υπηρεσιακά σημειώματά της, η εναγομένη γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι την 28-12-2010 θα καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, κάλεσε δε τον τελευταίο να προσέλθει την ημερομηνία αυτή (28-12-2010), προκειμένου να υπογράψει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του λόγω συνταξιοδότησης και να λάβει ως αποζημίωση το ποσό των 38.115,94 ευρώ, που ισούται με το 40% της αποζημίωσης του ν. 2112/1920.

Ο ενάγων, με το ...22-12-2010 υπηρεσιακό του σημείωμα, δήλωσε στην εναγομένη ότι, σε συνέχεια του παραπάνω αιτήματός του για πρόσθετη τριετή παραμονή στην εργασία του, που είχε γίνει δεκτό με το προαναφερόμενο 305/13-5-2010 υπηρεσιακό σημείωμά της, ανανεώνει το αίτημα του με το ίδιο περιεχόμενο, επικαλούμενος το ότι, μετά τη δημοσίευση του ν. 3863/2010 (που ισχύει από 15-7-2010), η υποβαλλόμενη από τον εργαζόμενο αίτηση παραμονής στην εργασία του πρέπει να γίνει υποχρεωτικά αποδεκτή από την εναγομένη εργοδότρια εταιρία.

Ακολούθησε, την 28-12-2010, η από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρίας καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, με την καταβολή σ’ αυτόν του ποσού των 38.115,94 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης. Στο έγγραφο της καταγγελίας ο ενάγων υπέγραψε με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος του, θεωρώντας (όπως σημειώνει) ότι η καταγγελία αυτή είναι παράνομη και καταχρηστική και για το λόγο αυτό άκυρη, διότι η εναγομένη, εργοδότρια εταιρία ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 20 του ν. 3863/2010, να κάνει δεκτή την από 22-12-2010 αίτησή του για παραμονή στην εργασία του για τρία ακόμη έτη".

Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων τόσο του άρθρου 147 παρ.4 του ν. 3655/2008, που ίσχυε όταν ο αναιρεσείων υπέβαλε την από 9-9-2009, πρώτη αίτηση παραμονής στην υπηρεσία της αναιρεσίβλητης για χρονικό διάστημα τριών ετών μετά την εκ μέρους του συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, όσο και του άρθρου 10 παρ.20 του ν. 3863/2010, που ίσχυε όταν ο αναιρεσείων υπέβαλε την από 22-12-2010, δεύτερη αίτηση ομοίου περιεχομένου, η προβλεπόμενη από αυτές δυνατότητα παρέχεται στον εργαζόμενο του ευρύτερου δημόσιου τομέα μόνο μία φορά.

Και ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδεχθεί την από 22-12-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος για πρόσθετη τριετή παραμονή του στην υπηρεσία της, οπότε, την 28-12-2010, κατήγγειλε νομίμως τη σύμβαση εργασίας του. Κατόπιν αυτού, το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αβάσιμα τα αιτήματα της ένδικης αγωγής α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, β) να υποχρεωθεί η, εργοδότρια εταιρία να τον απασχολεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τον απασχολούσε μέχρι την καταγγελία, γ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 82.837,04 ευρώ (όπως παραδεκτά περιορίσθηκε) για μισθούς υπερημερίας και δ) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

3.Επειδή, το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, από 28-12-2010 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 147 παρ.4 του ν. 3655/2008 και 10 παρ.20 του ν. 3863/2010, παρά το ότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέσθηκε σπουδαίο λόγο, παραβίασε τόσο τις διατάξεις των άρθρων 147 παρ.4 του ν. 3655/2008 και 10 παρ.20 του ν. 3863/2010, που ευθέως εφάρμοσε δίνοντας σ’ αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή και του άρθρου 669 του ΑΚ, που εμμέσως εφάρμοσε, όσο και τις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 656 και 672 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, με βάση τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε.

Διότι, όπως προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.1), σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις των ν. 3655/2008 και ν. 3863/2010, μετά την αίτηση - δήλωση του εργαζόμενου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, που συμπλήρωσε της προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης, για παράταση της συμβάσεώς του για μια ακόμη τριετία, η σύμβαση εργασίας καθίσταται ορισμένου χρόνου, οπότε δύναται μεν να καταγγελθεί από τον εργοδότη πριν από την πάροδο του εν λόγω χρόνου, μόνο, όμως, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος.

Τέτοιο λόγο, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου, δεν επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη, ως εργοδότης του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με την έκθεση του εισηγητή αρεοπαγίτη ως προς τις ελλιπώς παρατιθέμενες στο αναιρετήριο διατάξεις που παραβιάσθηκαν, καθ’ ότι πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ΚΠολΔ 562 παρ.2 περ.

β’ και παρ.4), με τον οποίο επισημαίνεται η εν λόγω παραβίαση και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. 4.

Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 607/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που αναφέρεται στην αναιρεσίβλητη και τότε πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη και στην ακυρότητα της εκ μέρους αυτής καταγγελίας της συμβάσεως του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως, εκ των οποίων ο πέμπτος προβάλλεται επικουρικώς για την περίπτωση απορρίψεως του αναιρετικού λόγου που ήδη γίνεται δεκτός, αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 607/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αφορά στην αναιρεσίβλητη και στο κεφάλαιο για την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Αυγούστου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ