Legislator Case Law & Legislation
1111/2014 AI generated

1111/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1111/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1111/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 75/1987). Η επαγωγή και μόνον κληρονομίας στο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά το καταλειπόμενο σ' αυτό ακίνητο δημόσια περιουσία, αλλά τούτο γίνεται μόνον από της μεταγραφής της περί αποδοχής της κληρονομιάς δηλώσεως του Δημοσίου, από την οποία επέρχεται και μάλιστα αναδρομικώς η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου από το θάνατο του κληρονομούμενου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αμέσως ανωτέρω.

Keywords

AI generated
original signature registered security previous legal status byname official change of surname legacy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1111 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1111/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου/Ταμείου Εθνικού Στόλου (ΤΕΣ), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ταμείο Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ταμείο Αεροπορικής Αμύνης (ΤΑΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιούς τους Ευγενία Βελώνη, Νομική Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Θεόδωρο Ράπτη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Καρατζά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6894/2001 μη οριστική, 1685/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1077/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα με την από 10/2/2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 18/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 1846, 1198 και 1199 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198 ΑΚ που ορίζει ότι χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 ΑΚ εδάφια 1 έως και 4 και 1193 ΑΚ δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο. Με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 ΑΚ η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει για αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον κληρονόμο του, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής, νομική αιτία κτήσεως της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου.

Συνεπώς, μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνον από της διενέργειας αυτής, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, χωρίς, πάντως, η αναδρομική αυτή ενέργεια να συνεπάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων, που έχουν νόμιμα αποκτηθεί επί ακινήτου της κληρονομιάς, όπως κυριότητα αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", τα οποία εκδόθηκαν βάσει αυτού από 12-9-1915 μέχρι και 16-5-1926, του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διαιτητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και του άρθρου 53 Εισ.Ν.ΑΚ, συνάγεται ότι εξαιρούνται της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα, ήτοι τα ανήκοντα κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον ο προς τούτο απαιτούμενος χρόνος νομής δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 (ολ.

ΑΠ 75/1987). Η επαγωγή και μόνον κληρονομίας στο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά το καταλειπόμενο σ' αυτό ακίνητο δημόσια περιουσία, αλλά τούτο γίνεται μόνον από της μεταγραφής της περί αποδοχής της κληρονομιάς δηλώσεως του Δημοσίου, από την οποία επέρχεται και μάλιστα αναδρομικώς η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου από το θάνατο του κληρονομούμενου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αμέσως ανωτέρω.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία. Ειδικότερα νόμιμος τίτλος προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία (ΑΚ 1041) είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο που έχει νομίμως μεταγραφεί και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικώς τους όρους του έγκυρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα, κείμενα εντός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από την χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513, επ., 1033, 1191 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνεπεία την ακυρότητα της συμβάσεως (ΑΠ 1199/1989). Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται (άρθρ. 1033 ΑΚ) αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος, και συνεπώς, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάσθηκε από μη κύριο.

Ο αληθής κύριος στην περίπτωση μεταβιβάσεως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, προστατεύεται με διεκδικητική αγωγή (1094 ΑΚ), την οποία όμως, εφόσον αυτό το νέμεται ή το κατέχει αποκλειστικά ο αγοραστής, μπορεί να την στρέψει μόνον κατ' αυτού και όχι κατά του πωλητή. Κατά του τελευταίου, εφόσον και αυτός αμφισβητεί το εμπράγματο αυτό δικαίωμά του, μπορεί να ασκήσει την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα καθ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Την ... απεβίωσε στην Αθήνα ο ηλικίας 79 ετών Β.

Λ. Ε., ο οποίος προ του θανάτου του συνεβλήθη με την εταιρεία "Κ. Σ. και Σια ΟΕ" και δυνάμει του με αριθμ. ... προσύμφωνου εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Χ. ανέθεσε σ' αυτήν την ανέγερση δύο συγκροτημάτων πολυκατοικιών με το σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου του ευρισκομένου στο Δήμο Αγίας Παρασκευής Αττικής, εντός του 14ου Ο.Τ.

και επί της οδού .... Την 2... δημοσιεύθηκε νομίμως η υπ' αριθμ. … δημόσια διαθήκη αυτού, που φέρεται ως συνταχθείσα ενώπιων της τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Τσέτου, με την οποία εγκαθιστά κληρονόμους του στην ψιλή κυριότητα όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του τον ανήλικο (τεσσάρων ετών) κατά το χρόνο εκείνο Β.

Χ. Π., και την σύζυγο του Ο. Ε., μετά της οποίας δεν είχε αποκτήσει τέκνα, στην επικαρπία της ανωτέρω περιουσίας του. Η τελευταία την 30-8-1978 προέβη σε δήλωση αποποιήσεως της εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του συζύγου της, συνταγείσας προς τούτο της υπ' αριθμ. ... πράξεως του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, με συνέπεια ο ανήλικος να καταστεί μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας του Β.

Ε., την κληρονομιά δε αυτή αποδέχθηκε για λογαριασμό του νομοτύπως ο πατέρας του Χ. Π. (βλ. υπ' αριθμ. ... έκθεση του άνω Γραμματέα) και ακολούθως μετέγραψε την δήλωση στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Παρασκευής. Ακολούθως, μετά την κατά τα άνω αποποίηση η Ο. Ε. ζήτησε με αγωγή της ακύρωση της περί αποποιήσεως δηλώσεως της, λόγω πλάνης, απατής, απειλής και ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. ...

απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, όπως απορρίφθηκε ομοίως με την υπ' αριθμ. 4355/1981 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η παρέμβαση της στη σχετική δίκη για έκδοση κληρονομητηρίου για λογαριασμό του ανήλικου, το οποίο τελικώς και εκδόθηκε (βλ. υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό). Στο μεταξύ, όμως, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργολάβου εταιρείας Κ.

Σ. ενδιαφερόμενος για την ταχύτερη λήξη της αμφισβητήσεως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ακινήτων που κατασκεύαζε, η οποία άρχισε με τις προαναφερόμενες δικαστικές ενέργειες της Ο. Ε., συνέστησε στον πατέρα του ανηλίκου τον γνωστό του εφεσίβλητο Δ. Π., προκειμένου να τον εκπροσωπήσει, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου, στις ανοιγείσες δίκες, που αφορούσαν τα κληρονομιαία ακίνητα του Β.

Ε.. Το γεγονός αυτό υπήρξε η αιτία γνωριμίας του εφεσίβλητου και του εν συνεχεία εντολέα του Χ. Π., ο οποίος ακολούθως, επικαλούμενος την ανάγκη χρημάτων για την πληρωμή φόρων κληρονομιάς, του πρότεινε και αυτός αποδέχθηκε την αγορά διαμερίσματος στις υπό ανέγερση πολυκατοικίες επί του προαναφερθέντος οικοπέδου.

Έτσι, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... προσύμφωνου συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Σ. Χ. ο Χ. Π., ενεργώντας για λογαριασμό του ανηλίκου και κατόπιν παροχής αδείας με την υπ' αριθμ. 2468/ 1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσυμφώνησε με τον εφεσίβλητο την προς αυτόν πώληση της ευρισκόμενης στο στάδιο της κατασκευής υπό στοιχεία Δ-2 οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του τετάρτου άνω της πυλωτής ορόφου του κτιρίου Α του συγκροτήματος πολυκατοικιών επί τη οδού ..., οι οποίες είχαν ήδη υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ, καθώς και της υπό στοιχεία 46 αποθήκης και της υπ' αριθμ. 6 θέσεως σταθμεύσεως που αποτελούν και τα επίδικα ακίνητα, αντί τιμήματος 2.650.000 δραχμών.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 8217/24-9-1980 και 7848/25-11-1980 αποφάσεων του Εφετείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντιστοίχως, με την πρώτη εκ των οποίων, όπως προεκτέθηκε, απορρίφθηκε τελεσιδίκως η αγωγή της Ο. Ε. περί ακυρώσεως της δηλώσεως αποποιήσεως αυτής και με τη δεύτερη έγινε δεκτή η αίτηση περί χορηγήσεως κληρονομητηρίου στον ανήλικο και απορρίφθηκε η ασκηθείσα από την ανωτέρω παρέμβαση, ο εφεσίβλητος, εκτιμώντας ότι το θέμα της κυριότητας έχει πλέον λυθεί ουσιαστικά υπέρ του φερομένου μέχρι τότε κληρονόμου (ανηλίκου), προέβη με τον εκπροσωπούντα αυτόν πατέρα του στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως πωλήσεως, συνταγέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου της αυτής συμβολαιογράφου Σ. Χ., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως την 15-1-1981 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Παρασκευής, έκτοτε δε νέμεται και κατέχει τα ακίνητα. Ακολούθως αποδεικνύεται ότι κατά μήνα Απρίλιο 1987 αποκαλύφθηκε ότι ο πατέρας του ανηλίκου Χ. Π. είχε διαπράξει μέχρι τότε οκτώ (8) δολοφονίες ηλικιωμένων και ευπόρων ατόμων, πρώτη εκ των οποίων ήταν εκείνη του Β.

Ε., που μέχρι του χρόνου εκείνου εθεωρείτο ότι είχε αποβιώσει από φυσικά αίτια, και με τη σύμπραξη ομάδας ατόμων, στους οποίους περιλαμβάνονταν δικηγόροι, συμβολαιογράφοι και δικαστικοί επιμελητές, προχώρησε στην αρπαγή των περιουσίων τους, κατασκευάζοντας πλαστές διαθήκες, πωλητήρια συμβόλαια κλπ, για τις πράξεις του δε αυτές, ήτοι και για τη δολοφονία του Β.

Ε., κρίθηκε ένοχος με την υπ' αριθμ. 52, 53, 54, 55, 56, 57, 71, 72, 84 ,85, 85α, 86, 127, 139α, 167, 167α, 168, 169, 170, 171 και 172/1992 απόφαση του ΜΟΕ Αθηνών, που έγινε αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1819/1993 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Μετά την αποκάλυψη της εγκληματικής δράσεως του Χ. Π., η ευρισκόμενη στη ζωή και υπέργηρη πλέον Ο. Ε. συνέταξε λίγο προ του θανάτου της στις 22-12-1987, την από 8-12-1987 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ' αριθμ. 230/1988 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας (Ταμείο Εθνικής Άμυνας, Ταμείο Εθνικού Στόλου και Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας) στα μετρητά (καταθέσεις σε Ταμιευτήρια και Εθνική Τράπεζα) ως και στα κληρονομιαία από το θανόντα σύζυγο της ακίνητα.

Στη συνέχεια, ο ορισθείς εκκαθαριστής της κληρονομιάς της Ο. Ε. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την απευθυνόμενη κατά του ενηλικιωθέντος πλέον Β. Π. από 26-10-1992 αγωγή, με την οποία ζήτησε μεταξύ άλλων την αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερομένης δημόσιας διαθήκης του Β. Ε.. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 11232/1996 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, το οποίο, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαθήκης ως πλαστής και δεχόμενο ότι κατόπιν αυτού η κληρονομιαία περιουσία του Β.

Ε. με την νομίμως δημοσιευθείσα κυρία από 25-8-1971 ιδιόγραφη διαθήκη του περιήλθε στη σύζυγο του Ο., η οποία αποδέχθηκε την υπαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας προς αποποίηση και ότι ακολούθως δυνάμει της από 8-12-1987 ιδιόγραφης διαθήκης αυτής κληρονόμος της είναι το Ελληνικό Δημόσιο (Ένοπλες Δυνάμεις), υποχρέωσε τον εναγόμενο Β.

Π. να αποδώσει στον τελευταίο, που είχε παρέμβει στη δίκη, τα ακίνητα που κατείχε ως κληρονόμος του Β. Ε.. Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως με την υπ' αριθμ. 10593/1997 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και της κατά της τελευταίας αναιρέσεως με την υπ' αριθμ. 1450/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Κατόπιν αυτών το Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργού Οικονομικών και για λογαριασμό των Ενόπλων Δυνάμεων (εκκαλούντων), με την υπ' αριθμ. 1054817/2181/Α0011/31-7-2000 πράξη, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 8-9-2000 (ΦΕΚ 81/8-9-2000, τεύχους παραρτήματος), προέβη σε συμπληρωματική αποδοχή περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς της Ο.

Ε., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα επίδικα και ακολούθως σε μεταγραφή αυτής στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Παρασκευής την 19-10-2000 στον τόμο … με α.α. ….. Όμως, κατά το αμέσως ανωτέρω χρονικό σημείο (19-10-2000) ο εφεσίβλητος είχε ήδη αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με τακτική χρησικτησία (πρωτότυπο τρόπο), καθόσον ενέμετο αυτά, διανοία κυρίου, δυνάμει του προαναφερομένου υπ' αριθμ. ...

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, το οποίο φέρει όλα τα εξωτερικά για το κύρος του στοιχεία, συνεχώς και αδιαλείπτως από το χρόνο της μεταγραφής του (15-1-1981) και μετέπειτα, ήτοι για χρονικό μεγαλύτερο της δεκαετίας (ΑΚ 1041), έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, τόσο κατά το χρόνο της καταρτίσεως όσο και της μεταγραφής του άνω συμβολαίου, ο οποίος ενδιαφέρει εν προκειμένω κατ' άρθρο 1044 ΑΚ, δεδομένου ότι μεταγενέστερη κακή πίστη δε βλάπτει, ότι αγοράζει παρά αληθινού κυρίου και νομέα, ενώ πρέπει να επισημανθεί ότι τα εκκαλούντα δεν αμφισβητούν με την έφεσή τους την ύπαρξη καλής πίστεως στο πρόσωπο του εφεσιβλήτου κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο.

Ενόψει όλων των ανωτέρω και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, εφόσον το δικαίωμα κυριότητας του εφεσιβλήτου δια τακτικής χρησικτησίας είχε ήδη συμπληρωθεί (από 15-1-1991) κατά το χρονικό διάστημα που η κυριότητα των κληρονομιαίων ακινήτων ήταν μετέωρη, τελούσα υπό την αίρεση της μεταγραφής, δεν μπορεί να καταλυθεί λόγω της αναδρομικής ενέργειας της εκ των υστέρων μεταγραφής της πράξεως αποδοχής, ούτε μπορούν να εφαρμοσθούν οι προαναφερόμενες διατάξεις περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων και ειδικότερα του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938, καθόσον καθόλο το ανωτέρω μέχρι της μεταγραφής χρονικό διάστημα τα επίδικα ακίνητα δεν είχαν την ιδιότητα του δημοσίου κτήματος, αλλά θα ελάμβαναν αυτήν αναδρομικώς από του θανάτου της κληρονομουμένης την 22-12-1987, μόνον στην περίπτωση που κατά το χρόνο της μεταγραφής δεν είχε αποκτηθεί νομίμως δικαίωμα τρίτου, εν προκειμένω του εφεσιβλήτου, επ' αυτών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι τα ενάγοντα-αναιρεσείοντα δεν απέκτησαν κυριότητα των επίδικων ακινήτων, με κληρονομική διαδοχή από τη διαθήκη της Ο. Ε., από το χρόνο του θανάτου της (22-12-1987), και κατόπιν τούτου, επικύρωσε, μετ' απόρριψη κατ' ουσία της έφεσής τους, την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε απορρίψει την ένδικη (από 14-12-2000) διεκδικητική αγωγή, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου με τακτική χρησικτησία.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 1033, 1041 ΑΚ, 2 και 4 του α.ν. 1539/1938, 18 και 21 του νόμου της 21-6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 και 53 ΕισΝΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, με τους οποίους τα αναιρεσείοντα υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ολ ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση τα αναιρεσείοντα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως και κατ' έφεση προβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό τους περί μη ύπαρξης κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο λόγω πώλησης του, και συνακόλουθα, της μεταβίβασης της κυριότητας του από μη κύριο.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος συνδέεται με το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα περί ακυρότητας του μεταβιβαστικού συμβολαίου το Εφετείο δέχθηκε ότι "η έλλειψη κυριότητας του πωλητή επί του πωληθέντος ακινήτου δεν συνεπάγεται την ακυρότητα ούτε της συμβάσεως ούτε του συμβολαίου, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί νόμιμο τίτλο", και ακολούθως απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό (και το συνδεόμενο με αυτή αγωγικό αίτημα για αναγνώριση της ακυρότητας του μεταβιβαστικού συμβολαίου) ως μη νόμιμο.

Επομένως ο περί του αντιθέτου πιο πάνω λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-2-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κλπ για αναίρεση της 1077/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ