1111/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1111 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1111/2012
Legislator headnote
AI generated1111/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1111 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1111/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1111 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1111/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευστάθιου Μυλωνά και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Της Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" που εδρεύει στη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης και 2. Α. Κ. του Φ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευθύμιιο Καραΐσκο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:323/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και αφού ασκήθηκαν εφέσεις και αντεφέσεις εκδόθηκαν οι αποφάσεις 8695/2007, 1067/2009 και 4706/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων τριών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 14-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α) ... β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Ως εκ τούτου η ένδικη αναίρεση κατά της 8695/2007 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία, όμως προκύπτει από την επισκόπησή της, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ λόγος αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό εκείνης (απόφασης) τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων (όρων και προϋποθέσεων) που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλεται η επιμέλεια που απαιτείται τις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράληψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράληψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη είτε από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τέλος η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητιστικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης του επελθόντος αποτελέσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Στις 4-7-2003 και περί ώρα 24.00 ο ενάγων οδηγώντας τη με αριθμό κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του και ο δεύτερος εναγόμενος οδηγώντας επίσης την με αριθμό ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του η οποία ήταν ασφαλισμένη στην πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ξεκίνησαν αϊτό την λεωφόρο Κατεχάκη με προορισμό την Βάρκιζα. Όταν πλησίαζαν στο 27°χλμ της Λεωφόρου Αθηνών- Σουνίου, μετά την Βουλιαγμένη, και ενώ ο ενάγων προπορευόταν και ακολουθούσε ο δεύτερος εναγόμενος, συγκρούστηκαν οι μοτοσικλέτες τους, με αποτέλεσμα ο ενάγων να τραυματιστεί σοβαρά και να υποστεί φθορές και βλάβες η μοτοσικλέτα του. Στο σημείο εκείνο, η άνω λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης με συνεχόμενη διπλή διαχωριστική γραμμή στο μέσον της, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 14,40 μ., δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, κατωφέρεια, συνεχείς στροφές και επαρκή ηλεκτροφωτισμό. Ειδικότερα, όταν ο εναγόμενος πλησίαζε στην άνω χιλιομετρική θέση από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί, υπό τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος συνετός και προσεκτικός οδηγός οδηγούσε την μεγάλου κυβισμού (899 κ.ε.) μοτοσυκλέτα του, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και όχι στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, ήτοι αυτή των 100 χλμ/ώρα, παρόλο που υπήρχε δεξιά στροφή στην πορεία του, με αποτέλεσμα να πλησιάσει τον ενάγοντα και να προσκρούσει με την αριστερή πλευρά της στη δεξιά εκείνης του ενάγοντος. Λόγω της σύγκρουσης ο ενάγων εκτινάχθηκε στο οδόστρωμα, η μοτοσυκλέτα του ανατράπηκε και συρόμενη εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου συγκρούστηκε με το κανονικά κινούμενο σ' αυτό με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο Α. Τ. και ακινητοποιήθηκε σε 25 μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης. Ανατράπηκε επίσης και η μοτοσυκλέτα του εναγόμενου, η οποία σύρθηκε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου προς Ιούνιο, όπου ακινητοποιήθηκε 37 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Το ατύχημα, επομένως, οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου που επέδειξε την άνω αμελή συμπεριφορά, κατά παράβαση των διατάξεων άρθρων 12 παρ.1, 16 παρ.1 19 παρ.1 και 2 και 20 του ΚΟΚ. Συνυπαίτιος όμως είναι και ο ενάγων, ο οποίος από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί, υπό τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος συνετός και προσεκτικός οδηγός οδηγούσε την μεγάλου κυβισμού, επίσης,(953 κ.ε.) μοτοσυκλέτα του, χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του πλησίον της διαχωριστικής γραμμής και όχι στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανώτατο επιτρεπόμενο στο σημείο όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα και ο οποίος μόλις εξήλθε από την στροφή, ανέκοψε απότομα την ταχύτητα του, παρόλο που γνώριζε ότι ακολουθούσε ο εναγόμενος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 19 παρ.2, 20 και 24 παρ. 2 του κ.ο.κ. Η συνυπαιτιότητα δε καθενός κρίνεται ότι ανέρχεται σε 50% για τον καθένα. Με τις άνω παραδοχές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή και συγκεκριμένα στο ζήτημα της υπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως με τις αντίθετες αιτιάσεις πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και συνακόλουθα και η αίτηση αναιρέσεως κατά της 1067/2009 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει αυτόν που αδικήθηκε υπό την έννοια ότι ο τελευταίος δικαιούται να απαιτήσει αθροιστικά και τις δύο παροχές δηλαδή και την αποζημίωση και την από τον τρίτο παροχή (ωφέλεια) ακόμη και όταν αυτές έχουν ως αιτία το αυτό επιζήμιο γεγονός. Από τη διάταξη αυτή οικάζεται γενικότερη αρχή κατά την οποία η κατά του αποζημιώσαντος αξίωση του παθόντος για αποζημίωση δεν μπορεί να αποκρουσθεί από το ζημιώσαντα εκ του λόγου ότι άλλος (εργοδότης, φορέας κοινωνικής ασφάλισης κ.λ.π) εξακολουθεί να του καταβάλει μισθό, παροχές που ουσιαστικά αποκαθιστούν τη ζημία. Τέτοια δυνατότητα για πρόσκτηση από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης από τον αδικήσαντα και της παροχής του τρίτου δεν υφίσταται μόνο όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά όπως συμβαίνει, είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 1654/1986 σύμφωνα με την οποία η αξίωση αποζημιώσεως του παθόντος μεταβιβάζεται εκ του νόμου στο ΙΚΑ το οποίο είτε κατέβαλε είτε υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνικοασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006 η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α'272/21-12-2006 και έκτοτε τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με την οποία η διάταξη του άρθρου ιβ' τον ν. 1656/1964 έχει ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολούμενων καθώς και στους ΟΓΑ.
Κρίσιμο όμως στοιχείο για το εφαρμοστέο δίκαιο ως προς τον τρόπο μεταβιβάσεως της αξιώσεως αποζημιώσεως από τον παθόντα στον Ο.Α.Ε.Ε λόγω της υφισταμένης διαφοράς μεταξύ των εκτεθέντων νομοθετικών καθεστώτων είναι ο χρόνος του ατυχήματος. Συνέπεια τούτων είναι ότι επί της αδικοπραξίας που τελέσθηκε πριν από την ισχύ του Ν. 3518/2006 δικαιούχος των εξ αυτής απαιτήσεων νομιμοποιούμενος να επιδιώξει δικαστικώς την ικανοποίησή της παραμένει ο ζημιωθείς και ασφαλισμένος σ' αυτό. Συνακολούθως επί αδικημάτων που τελέσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3518/2006 ο ζημιωθείς ασφαλισμένος δικαιούται κατ' εφαρμογή του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ να εισπράξει αθροιστικώς τόσο την αποζημίωση από τον υπόχρεο όσο και την ασφαλιστική παροχή από τον Ο.Α.Ε.Ε έστω και αν η αξίωση αυτή αποζημιώσεως αφορά διαφυγόντα εισοδήματα του ασφαλισμένου παθόντος και ανάγονται σε χρονική περίοδο μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 3518/2006 ήτα μετά την 21-12-2006 (ΑΠ 1328/2000, ΑΠ 736/1995). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα ίου δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και το σκεπτικό του ορθό αιτιολογικό σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ 60/2011, ΑΠ 103/20011, ΑΠ 2315/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη 4706/2010 οριστική απόφασή του εσφαλμένως δέχθηκε με το αιτιολογικό της ότι η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006 που ισχύει από 21-12-2006 έχει εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση που ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος στον Ο.Α.Ε.Ε. για τις αξιώσεις του από απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του και δαπάνη ποδοκνημικής πρόθεσης για το μετά την ισχύ του άνω νόμου (21-12-2006) διάστημα, πλην όμως δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμο το κονδύλιο της απώλειας εισοδημάτων του ενάγοντος διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο (ενάγων) έλαβε σύνταξη από τον Ο.Α.Ε.Ε. και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο λόγω μη απόδειξης το κονδύλιο της δαπάνης ποδοκνημικής πρόθεσης και με το διατακτικό της υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία να του καταβάλλει το ποσό των 14.520 ευρώ για απώλεια εισοδημάτων.
Όμως σύμφωνα με όσα αναφέρονται αμέσως ανωτέρω η αγωγή ως προς το ένδικο κεφάλαιο στηρίζεται ως εκ τον χρόνον τελέσεως του ατυχήματος (4-7-2003) στο άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ και όχι στο άρθρο 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006 που ισχύει από 20-12-2006.Ενόψει δε αυτών κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το μεν διατακτικό της προσβαλλομένης είναι ορθό, το πιο πάνω όμως αιτιολογικό είναι εσφαλμένο. Επομένως αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης είναι ορθό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 είναι αβάσιμος ωστόσο πρέπει να αντικατασταθεί το πιο πάνω αιτιολογικό της προσβαλλομένης με το ως άνω ορθό αιτιολογικό της παρούσας. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2011 αίτηση για αναίρεση της 8695/2007, μη οριστικής και των 1067/2009 και 4706/2010 οριστικών αποφάσεων Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ