1111/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1111/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησής του, επί ενός ουσιώδους ζητήματος, ελήφθησαν υπόψιν και συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.
Full text
Απόφαση 1111 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1111/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Πιστικό.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζίμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1163/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1568/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-5-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος, ο τρίτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και ναι μεν έχει υποχρέωση το να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησής του, επί ενός ουσιώδους ζητήματος, ελήφθησαν υπόψιν και συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων και των προτάσεων των διαδίκων και των συναφών δικαστικών αποφάσεων, η υπόθεση έχει ως εξής: Κατά το έτος 1999 ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ1, πολιτικός μηχανικός, ζήτησε με αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών να τεθεί "σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση" ο πατέρας του, ΑΑ, ο οποίος προσήλθε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και παρέστη μετά του δικηγόρου Αθηνών, ΓΓ.
Στις έγγραφες προτάσεις, που ο τελευταίος κατέθεσε στο δικαστήριο για λογαριασμό και επ' ονόματι του πελάτου του, αποκρούοντας την βασιμότητα της αιτήσεως, ανέφερε για τον αιτούντα μηχανικό, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Εμφανίζεται ... ενώπιον του Δικαστηρίου σας μία ακόμη περίπτωση προσώπου ηλικιωμένου, του οποίου την περιουσία, κατά το κοινώς λεγόμενο, προσπαθούν να βάλουν στο χέρι συγγενικά του πρόσωπα και εν προκειμένω ο υιός μου.
Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα: Είναι γεγονός ότι υποφέρω από πάρκινσον ... Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι υποφέρω από άνοια και ότι δεν επικοινωνώ με το περιβάλλον ή ότι αδυνατώ να επιμεληθώ του εαυτού μου ή της περιουσίας μου. Έτσι, ενώ έχω μεγάλη περιουσία την οποία με την κρινόμενη αίτηση προσπαθεί να υφαρπάσει ο πρωτότοκος υιός μου ...
ούτος με πήγε στα εξωτερικά ιατρεία ... προκειμένου να λάβει το επιθυμητό δι' αυτόν πιστοποιητικό ... προσπαθεί να με εμφανίσει ως πάσχοντα από άνοια ... ώστε κυριολεκτικώς να μου φάει την περιουσία και να μη μείνει τίποτα για το άλλο παιδί μου ΒΒ ... για να αντιληφθεί το Δικαστήριό σας το μέγεθος της απληστίας του αντιδίκου υιού μου, ούτος στο υπ' αυτού προτεινόμενο εποπτικό συμβούλιο παραλείπει τον έτερο υιό μου και αδελφό του ΒΒ ακριβώς για να μπορεί να μου αρπάξει την περιουσία ..., δεν έχω χρήματα να αντιμετωπίσω τα προς το ζην, αφού ...
υφάρπασε προσωρινή διάταξη ... και εδέσμευσε τις καταθέσεις μου στις τράπεζες ...". Τους αυτούς ισχυρισμούς, για λογαριασμό του πελάτου του, προέβαλε ο ρηθείς δικηγόρος και στην έφεση που άσκησε κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή η ανωτέρω αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος.
Για τους εις βάρος του ισχυρισμούς, ο πρώτος αναιρεσείων υπέβαλε μηνύσεις κατά του δικηγόρου, υποστηρίζοντας ότι ο πατέρας του έπασχε από ψυχικό νόσημα (άνοια), που του απέκλειε την χρήση του λογικού και, επομένως, όσα εγράφησαν κατά τα ανωτέρω εις βάρος αυτού δεν είχαν την έγκριση του πατρός του, αλλά συντάχθηκαν αυθαιρέτως από τον δικηγόρο, ο οποίος υποκινείτο από την αναιρεσίβλητη, εν διαστάσει σύζυγο του αναιρεσείοντος.
Εμήνυσε επίσης την αναιρεσίβλητη για ηθική αυτουργία στα αδικήματα που απέδιδε στον δικηγόρο. Στη συνέχεια, η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του αναιρεσείοντος μηχανικού την από 21-1-2003 αγωγή εξ αδικήματος, ζητώντας να της επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με το ίδιο δικόγραφο ενήγαγε και την δεύτερη αναιρεσείουσα -μητέρα του πρώτου- ως ψευδορκήσασα κατά την εξέτασή της ως μάρτυρος στη διεξαχθείσα ποινική προανάκριση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε μερικώς την αγωγή, το δε Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τόσο την έφεση των αναιρεσειόντων όσο και την αντέφεση της αναιρεσίβλητης. Σχετικώς, το Εφετείο, αφού παρέθεσε αυτούσιο το κείμενο των επίμαχων προτάσεων που είχε καταθέσει ο ανωτέρω δικηγόρος για λογαριασμό του ΑΑ, διέλαβε στην απόφασή του τα ακόλουθα: "Δεν αποδείχθηκε όμως ότι τα γεγονότα αυτά ήταν αναληθή και ότι ο ως άνω δικηγόρος ΓΓ, τελών εν γνώσει της αναληθείας τους, τα συμπεριέλαβε στις προτάσεις, όπως υποστήριξε στην πιο πάνω μήνυσή του ο εναγόμενος Χ1.
Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει και από την εξέταση του ίδιου του ΑΑ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την πιο πάνω δικάσιμο της 23-3-2000, οι σχέσεις του με τον Χ1 στο παρελθόν δεν ήταν καλές και σε κάθε περίπτωση, ο ΓΓ, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του ΑΑ, ενήργησε στο πλαίσιο της εντολής που είχε λάβει για να τον εκπροσωπήσει στην προαναφερθείσα δίκη, χωρίς πρόθεση να δυσφημήσει ή να εξυβρίσει τον εναγόμενο.
Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι ο εν λόγω δικηγόρος, κατά την πιο πάνω δίκη, ενήργησε προς βλάβη ή επιχείρησε να βλάψει τα συμφέροντα του πατέρα του πρώτου εναγομένου, αλλ' αντίθετα ενήργησε σύμφωνα με την εντολή του τελευταίου, ο οποίος και τον διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του, αφού κατά τη δίκη ήταν παρών στο δικαστήριο.
Βέβαια η αντίληψή του μπορεί να ήταν μειωμένη, λόγω του ότι έπασχε από τη νόσο του πάρκινσον και από άνοια, αλλά, όπως προκύπτει και από τις απαντήσεις του σε ερωτήσεις του δικαστή, δεν έφθανε μέχρι του σημείου να μη μπορεί να αντιληφθεί πρόσωπα και καταστάσεις, αφού και τον χώρο, στον οποίο τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν, γνώριζε και προφανώς και το αντικείμενο της δίκης γνώριζε, αλλά και την ιδιότητα του ΓΓ ως πληρεξουσίου δικηγόρου του.
Εξάλλου, μετά την πιο πάνω μήνυση του εναγομένου κατά του τελευταίου και της ενάγουσας, εκδόθηκε το υπ' αρ. 2347/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο οι μηνυόμενοι απαλλάχτηκαν από τις πιο πάνω κατηγορίες και στη συνέχεια, εκδόθηκε το υπ' αρ. 1889/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο το επικύρωσε.
Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ΓΓ τέλεσε τις πιο πάνω πράξεις για τις οποίες ο πρώτος εναγόμενος τον καταμήνυσε και κατά συνέπεια και η ενάγουσα δεν υπήρξε ηθικός αυτουργός στην τέλεση αυτών, όπως ψευδώς την καταμήνυσε ο πρώτος εναγόμενος. Ενόψει αυτών, τα περιστατικά, τα οποία ο εναγόμενος Χ1 ανέφερε στην προαναφερθείσα μήνυση του, σχετικά με την ενάγουσα, ήταν ψευδή και δυσφημιστικά για το πρόσωπο της, ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της, γεγονός που ο ίδιος γνώριζε.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη, Χ2, μητέρα του πρώτου εναγομένου και πρώην σύζυγος του ΑΑ, στο πλαίσιο της προανάκρισης επί της πιο πάνω μήνυσης, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, κατέθεσε ότι η ενάγουσα επωφελήθηκε από την κατάσταση της υγείας του ΑΑ και συνοδεύοντας τον στις Τράπεζες τον έπειθε να βγάζει τα χρήματα που εισέπραττε από τη σύνταξη και από το ενοίκιο από κάποιο ακίνητο, σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσε ο ίδιος με την ενάγουσα, καθώς και σε προσωπικό λογαριασμό της τελευταίας.
Όπως όμως αποδείχθηκε, ο ΑΑ συγκατοικούσε τα τελευταία χρόνια με την ενάγουσα-νύφη του και τον εγγονό του και την χρησιμοποιούσε ως πρόσωπο της εμπιστοσύνης του για να εξυπηρετείται και περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα τον φρόντιζε και τον εξυπηρετούσε, ώστε να αποκομίζει αποκλειστικά και μόνο διάφορες οικονομικές ωφέλειες, αλλά τον φρόντιζε ως πρόσωπο του αμέσου συγγενικού της περιβάλλοντος, εφόσον ο ίδιος δεν ζούσε με τη σύζυγο του.
Επομένως, τα προαναφερόμενα περιστατικά, τα οποία η δεύτερη εναγομένη ανέφερε στην πιο πάνω κατάθεση της, είναι δυσφημιστικά για το πρόσωπο της ενάγουσας, καθόσον ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή της. Ενόψει αυτών, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και λαμβανομένων περαιτέρω υπόψη των συνθηκών που τελέστηκαν οι πιο πάνω άδικες πράξεις από τους εναγόμενους εις βάρος της και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 4.000 ευρώ για κάθε εναγόμενο, το οποίο κρίνεται εύλογο".
Από τις εκτεθείσες διαπιστώσεις του και γενικώς από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του, παρά την υπάρχουσα σ' αυτή διαβεβαίωση περί λήψεως υπόψη των εγγράφων που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, καθίσταται αμφίβολο, αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία, που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι εναγόμενοι για απόκρουση της κατ' αυτών αγωγής: (α) Την από 12-5-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου - ψυχιάτρου ..., διορισθέντος από το Μονομελές Πρωτοδικείο, ο οποίος γνωμάτευσε ότι ο ΑΑ "πάσχει από συνοσηρότητα πάρκινσον και ανοϊκής συνδρομής ...
διαρκούς πνευματικής νόσου, αποκλειούσης παρ' αυτώ την χρήσιν του λογικού". (β) Την υπ' αριθμ. 6275/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης έφεση, που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος για λογαριασμό του ΑΑ δεχθέν ότι "ο καθού η αίτηση (εκκαλών) ... ηλικίας ήδη 80 ετών ...
πάσχει από πνευματική νόσο ... που αποκλείει σ'αυτόν την χρήση του λογικού" (γ) Την υπ' αριθμ. 5165/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ότι "ο ΑΑ ήδη από το έτος 1996, σε ηλικία 76 ετών, παρουσίασε συμπτώματα παρκινσονικού συνδρόμου και ανοϊκής συνδρομής, κατάσταση συνεχώς εξελισσόμενη και επιδεινούμενη, κατά τρόπο ώστε στις αρχές του έτους 1998 ...
να εμφανίζει εργαστηριακή εικόνα εκτεταμένης εγκεφαλικής μαλακύνσεως". (δ) Την από 12-7-2000 πρόσθετη παρέμβαση του ΒΒ, αδελφού του πρώτου αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση υποβολής του πατρός των σε στερητική δικαστική συμπαράσταση και στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων: "Ο αδελφός μου (υπέρ ού η παρούσα πρόσθετη παρέμβαση) είναι το καταλληλότερο - εκ των συγγενών μας πρόσωπο για να εκπληρώσει τα καθήκοντα του δικαστικού συμπαραστάτη ...".
Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή του δευτέρου, τρίτου και πέμπτου λόγων του αναιρετηρίου, με τους οποίους, κατά την εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου αποδίδεται στην απόφαση η ως άνω (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) πλημμέλεια. Παρελκούσης δε της εξετάσεως των λοιπών λόγων, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 579 § 2 ΚΠολΔ: "Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τις από 5-2-2010 προτάσεις τους στο παρόν Δικαστήριο, ζητούν (παραδεκτώς και νομίμως κατά την ανωτέρω διάταξη) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει σ' αυτούς, και δη κατά το ήμισυ στον καθένα, το κατωτέρω χρηματικό ποσό, που υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν με την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο έκαστος όντως της κατέβαλε. Από τη με χρονολογία 17-4-2008 έγγραφη απόδειξη, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης (Αλ. Τζίμα) και προσκομιζόμενη σε κυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, σε εκούσια συμμόρφωση προς την τελεσίδικη (μετά την απόρριψη της σχετικής εφέσεώς τους) απόφαση του πρωτοδικείου, κατέβαλαν στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 13.053 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η άνω περί επαναφοράς αίτηση των αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1568/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης. Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητο Ψ να αποδώσει στους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 χρηματικό ποσό δέκα τριών χιλιάδων πενήντα τριών (13.053) ευρώ, κατά το ήμισυ στον καθένα.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ