1111/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή, παρά το ότι δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι εκδόθηκε θετική γνωμοδότηση του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ. αναφορικά με το βάσιμο των λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εν τούτοις, ενόψει του ότι πρόκειται για υπόθεση στην οποία αντικείμενο της διαφοράς είναι περιοδικές παροχές, ο Άρειος Πάγος θα πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως, δεδομένου ότι και αν ακόμη είχε εκδοθεί μη θετική σχετική γνωμοδότηση θα έπρεπε μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως να έχει περιέλθει στο Δικαστήριο τούτο, εκτός της μη θετικής αυτής γνωμοδοτήσεως του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ. σωρευτικώς, και έγκριση αυτής από τον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 12 παρ. 2 ν. 2298/1995, όπως η παράγραφος αυτή τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, και παρ. 3 εδ. β' σε συνδυασμό με την 179/1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών - βλ. σχετ. Α.Σ.Δ. 32/1999), πράγματα όμως τα οποία επίσης δεν προκύπτουν από το φάκελο της δικογραφίας.
Legislator headnote
AI generated1111/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων ...". γ) Στην παρ. 5 εδ. α' του ίδιου άρθρου ότι "στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
Full text
Απόφαση 1111 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1111/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Οικονομόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 248/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-10-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 17-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-10-2006 αίτησης για αναίρεση της 183/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, παρά το ότι δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι εκδόθηκε θετική γνωμοδότηση του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ. αναφορικά με το βάσιμο των λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εν τούτοις, ενόψει του ότι πρόκειται για υπόθεση στην οποία αντικείμενο της διαφοράς είναι περιοδικές παροχές, ο Άρειος Πάγος θα πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αυτής αναιρέσεως, δεδομένου ότι και αν ακόμη είχε εκδοθεί μη θετική σχετική γνωμοδότηση θα έπρεπε μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως να έχει περιέλθει στο Δικαστήριο τούτο, εκτός της μη θετικής αυτής γνωμοδοτήσεως του αρμόδιου Τμήματος του Ν.Σ.Κ. σωρευτικώς, και έγκριση αυτής από τον αρμόδιο Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 12 παρ. 2 ν. 2298/1995, όπως η παράγραφος αυτή τελικά αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, και παρ. 3 εδ. β' σε συνδυασμό με την 179/1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών - βλ. σχετ. Α.Σ.Δ. 32/1999), πράγματα όμως τα οποία επίσης δεν προκύπτουν από το φάκελο της δικογραφίας.
2. Επειδή το Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Εξάλλου, ο ν. 2470/1997 ("αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις"), που ισχύει από 1-1-1997, ορίζει: α) Στην παρ. 1 του άρθρου 12 ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, και οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου και της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών, χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στη διάταξη αυτή.
β) Στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 2515/1997, ότι "στην περίπτωση που ο ένας από τους δύο συζύγους λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό ως εξής:
α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο ποσό στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων ...". γ) Στην παρ. 5 εδ. α' του ίδιου άρθρου ότι "στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α., η ανωτέρω παροχή καταβάλλεται στον έναν από αυτούς, κατ' επιλογή τους, με κοινή υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 ..., που υποβάλλεται στους εκκαθαριστές αποδοχών και των δύο συζύγων ...". Με την υπ' αριθ. 2026439/3480/022 της 30-5/6-6-1997 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ως άνω ν. 2470/1997, επεκτάθηκαν, εκτός άλλων, έχοντας ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-1997, και οι διατάξεις του άρθρου 12 του τελευταίου νόμου στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου και ορισμένου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η μηνιαία οικογενειακή παροχή, που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους, τους οποίους αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία προσαύξηση καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της, στην παρ. 1 του οποίου άρθρου, ειδικότερα, ορίζεται ότι "η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους".
Με την τελευταία αυτή διάταξη εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, και πρόσθετη μισθολογική αμοιβή σε έγγαμους υπαλλήλους, ως ιδιαίτερη κατηγορία, για την πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής. Το ότι η ανωτέρω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της Συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της Ε.Ο.Κ.), που εφαρμόζεται και σε εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις Δ.Ε.Κ.
στις υποθέσεις 248/1983 και 58/1981), σύμφωνα με την οποία διάταξη ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας. Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση και οι οποίες διακρίσεις συνδέονται όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, με βάση τις οποίες (διακρίσεις) ο υπάλληλος που έχει σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις ή έχει σύζυγο που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα στερείται του επιδόματος, ενώ υπάλληλος του οποίου ο σύζυγος δεν εργάζεται ή εργάζεται στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα το εισπράττει, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχειρίσεως των ομοίων και ειδικότερα είναι αντίθετη προς την αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, που καθιερώνεται με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος. Έτσι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 2470/1997, όπως η παράγραφος αυτής, κατά τα πιο πάνω, ήδη ισχύει, καθόσον θέτει ειδικές προϋποθέσεις για την καταβολή της μηνιαίας οικογενειακής παροχής, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.
Κατόπιν αυτού ισχύει στην προκειμένη περίπτωση και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι στη διάταξη αυτήν αναφερόμενοι υπάλληλοι ή το προσωπικό το οποίο αφορά η ως άνω Κ.Υ.Α. λαμβάνουν ολόκληρη τη μηνιαία οικογενειακή παροχή, προσαυξημένη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4, όπως αυτή ήδη ισχύει, του ίδιου άρθρου (βλ.
σχ. Α.Ε.Δ. 3/2001, Ολ. ΑΠ 6/2001). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, όπως από αυτήν προκύπτει, ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πρωτοδικείο Πατρών) που έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη, που υπηρετούσε ως υπάλληλος - εργοδηγός στην Υπηρεσία Αποκαταστάσεως Σεισμοπλήκτων Πατρών του ΥΠΕΧΩΔΕ με βάση σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δικαιούνταν τα επιδόματα γάμου και τέκνων για τα μερικότερα ένδικα χρονικά διαστήματα, που εμπίπτουν στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2001, και ακολούθως επιδίκασε τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά στην αναιρεσίβλητη, δεν έσφαλε.
Στη συνέχεια δε απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό πρώτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτήν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
3. Επειδή κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου "επιφυλασσόμενης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α', και επομένως κατισχύει αυτής (Ολ. ΑΠ 29/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι "οι αναφερόμενες στο έτος 1999 ως άνω αξιώσεις της ενάγουσας δεν έχουν υποπέσει στην κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού διετή παραγραφή, αφού η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη (άρθρο 91 εδ.
α' του ν. 2362/1995), εν προκειμένω δε από την 1-1-2000 (άρθρο 241 παρ. 1, 243 παρ. 3 του ΑΚ), μη συμπληρωθείσα μέχρι την κατά την 28-12-2001 επίδοση της ένδικης αγωγής στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού επικύρωσε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκρινε ομοίως και απέρριψε την σχετική ένσταση παραγραφής του Ελληνικού Δημοσίου, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, εφόσον υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από το τέλος του οικονομικού έτους (1999), μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι προαναφερόμενες ένδικες αξιώσεις, και όχι, όπως θα έπρεπε, από το χρόνο της γενέσεώς τους, από τον οποίο χρόνο και μέχρι την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ολοκλήρωση της ένδικης αγωγής (28-12-2001), όπως δέχθηκε το Εφετείο, είχε ήδη συμπληρωθεί διετία και ως εκ τούτου είχαν ήδη παραγραφεί οι αξιώσεις αυτές.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά το μέρος του που αφορά παραβίαση των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων σχετικά με τις ένδικες αξιώσεις που εμπίπτουν στο εδώ πλέον ενδιαφέρον από 1-12-1999 έως 29-12-1999 χρονικό διάστημα.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το δεύτερο λόγο αναίρεσης που κρίθηκε βάσιμος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της απόφασης, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
Η δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί ολικά μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και της εν μέρει ήττας καθενός από αυτούς (άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ. β' ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς και δη μόνο κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την 183/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της απόφασης, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ