1111/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ΄αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από την αναιρεσείουσα επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ΄αριθ. ..........., .........., ............., ............
Legislator headnote
AI generated1111/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ΄ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1111 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1111/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Στεφάνου Γαβρά), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ανδρέα Πετρόπουλο και Ελένη Βακαλοπούλου βάσει δηλώσεων του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 , 3) Ψ3 , 4) Ψ4 και 5) Ψ5 .Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7084/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 20-3-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ΄αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από την αναιρεσείουσα επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες υπ΄αριθ. ..........., .........., ............., ............
και ........... εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών των Πρωτοδικείων Μυτιλήνης ............., Ρόδου ............, Αθηνών ............, Ρόδου ............ και Αθηνών .........., αντίστοιχα, και τις κάτω από κάθε μία από τις 2η και 3η από αυτές αφενός από ......... και .........., αντίστοιχα, έγγραφη απόδειξη του αξιωματικού του Αστυνομικού Τμήματος Τάξης Ιαλυσού Ρόδου και Αγ.Στεφάνου Αττικής, αντίστοιχα, και αφετέρου υπό τις ίδιες αμέσως πιο πάνω χρονολογίες έγγραφες βεβαιώσεις των εν λόγω δικαστικών επιμελητών που έχουν προσυπογραφεί από τους αρμόδιους ταχυδρομικούς υπαλλήλους, ακριβές φωτοαντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε σε κάθε μία από τις αναιρεσίβλητες, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση.
Οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών. 2. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ΄ απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου ή επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτήν η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ΄ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 8/2001).
Εξάλλου, η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη δεν συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη.
Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξιώσεως, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξιώσεως δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητες προσλήφθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου από την αναιρεσείουσα, η πρώτη στις 2-6-1980, η δεύτερη το έτος 1978, η τρίτη στις 22-3-1978, η τέταρτη το έτος 1985 και η πέμπτη στις 10-8-1983 και από τότε παρέχουν συνεχώς σ' αυτήν την εργασία τους ως διοικητικοί υπάλληλοι και είναι μέλη του σωματείου εργαζομένων στην αναιρεσείουσα με την επωνυμία "Επαγγελματική Ένωση Αέρος Ελλάδος".
Είναι έγγαμες με επίσης εργαζόμενους συζύγους και μητέρες 1) η 1η Ψ1 τριών παιδιών, της ........, της ....... και του ....... που γεννήθηκαν στις ......., ....... και ........, αντιστοίχως, 2) η 2η Ψ2 τριών παιδιών, της ........., της ......... και του ........, που γεννήθηκαν στις ..........., ........ και ........., αντιστοίχως, 3) η 3η Ψ3 δύο παιδιών, του .........
και της ....... που γεννήθηκαν στις ......... και ........., αντιστοίχως, 4) η 4η Ψ4 τριών παιδιών, της ...... και του ....... από το γάμο της με το....... και ενός αγοριού από το δεύτερο γάμο της με το ......... που γεννήθηκαν στις ........., .......... και .........., αντιστοίχως και 5) η 5η Ψ5 δύο παιδιών, του ........ και του ......... που γεννήθηκαν στις ..........
και ............, αντιστοίχως. Οι αναιρεσίβλητες, προκειμένου να λάβουν το επίδομα παιδιών, γνωστοποίησαν στην αναιρεσείουσα τη γέννηση κάθε παιδιού, προσκομίζοντας τις οικείες ληξιαρχικές πράξεις, αλλά δεν το έλαβαν επειδή αυτό δεν προβλεπόταν από τις ΣΣΕ και επειδή δεν προσκόμισαν βεβαίωση ότι το επίδομα αυτό δεν καταβαλλόταν στο σύζυγο τους σύμφωνα με τους ν. 1414/1984 και 2470/1997.
Όμως, ενόψει του ότι οι σχετικές νομοθετικές και συμβατικές ρυθμίσεις, που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, είναι ανίσχυρες και ανεφάρμοστες ως αντίθετες προς τη συνταγματική αρχή της ίσης αμοιβής των εργαζομένων ανεξάρτητα από φύλο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, όπως είναι στην προκείμενη περίπτωση η εργασία των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες προσφέρουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις με τις λοιπές συναδέλφους τους, που δεν έχουν συζύγους εργαζομένους στην αναιρεσείουσα, αυτές (αναιρεσίβλητες) δικαιούνται αυτοτελώς ολόκληρο το επίδομα παιδιών έστω και αν το έλαβαν και οι σύζυγοί τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και εξακολουθούν να το λαμβάνουν, Η λήψη του επιδόματος τέκνων από το σύζυγο κάθε μιας από τις αναιρεσίβλητες μετά από σχετική κοινή δήλωση κάθε ζεύγους προς την αναιρεσείουσα και η μη διατύπωση από αυτές (αναιρεσίβλητες) έγγραφων αντιρρήσεων για το ύψος των αποδοχών τους, τις οποίες εισέπρατταν με βάση μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική αποδοχή από τις αναιρεσίβλητες της μη καταβολής του επιδόματος τέκνων και σ' αυτές, αφού η απλή υπογραφή από αυτές, κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, κάτω από τις μισθοδοτικές καταστάσεις και η μη προβολή αντιρρήσεων μέσα σε χρονικό διάστημα δύο μηνών από την κάθε υπογραφή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων για παραίτηση από το δικαίωμα καταβολής του επιδόματος, όταν μάλιστα ήταν γνωστή στην αναιρεσείουσα η οικογενειακή κατάσταση των αναιρεσιβλήτων από σχετικές γνωστοποιήσεις των τελευταίων.
Γιαυτό και η υποβολή κοινής δηλώσεως των συζύγων για τη λήψη από τον έναν του επιδόματος, εντασσόμενη στο ισχύον τότε νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή να δημιουργήσει εύλογη πεποίθηση στην αναιρεσείουσα ότι δεν θα ασκήσουν ποτέ το επίδικο δικαίωμα. Άλλωστε η παράλειψη της ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος δεν οφείλεται σε αδράνεια των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή σε διαμόρφωση συμπεριφοράς εν γνώσει του δικαιώματος τους, αλλά αφενός μεν στο ότι η ισχύουσα εσωτερική νομοθετική ρύθμιση προέβλεπε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στον ένα σύζυγο, αφετέρου δε στην τότε υπάρχουσα αρνητική στάση της νομολογίας των δικαστηρίων ως προς την αναγνώριση της απονομής του επιδόματος αυτού και στους δύο συζύγους.
Εύλογο επομένως ήταν για μεν τις αναιρεσίβλητες να θεωρήσουν περιττή την υποβολή καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα αιτήματος ή αντιρρήσεων για τη χορήγηση και σ' αυτές του επιδόματος τέκνων, για δε την αναιρεσείουσα να μην της δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι οι αναιρεσίβλητες δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμα τους.
Όσον αφορά στις επαχθείς οικονομικές συνέπειες, που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι θα της προκαλέσει η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και πολλών άλλων αγωγών εργαζομένων σ' αυτή, με όμοιες αξιώσεις, που αναμένεται με βεβαιότητα ότι θα ασκηθούν, τις συνέπειες του παγίως ελλειμματικού προϋπολογισμού της με δεδομένο ότι έως 31-12-1998 υπήρχε συσσωρευμένο τέτοιο έλλειμμα ύψους 65.154.675.048 δραχμών, δεν μπορεί να τις φέρουν οι εργαζόμενοι, όπως οι εδώ αναιρεσίβλητες.
Η επιβάρυνση, που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι θα υποστεί από την άσκηση και ευδοκίμηση αγωγών των εργαζομένων και για χρονικό διάστημα από το έτος 1994 και εντεύθεν, η οποία θα διαταράξει και θα ανατρέψει κάθε πρόγραμμα εξυγιάνσεως της, και αν ακόμη έχει κάποιες επιπτώσεις στην όλη οικονομική υπόσταση της αναιρεσείουσας ως εταιρίας κοινής ωφελείας, οι επιπτώσεις αυτές δεν μπορεί να αποδοθούν και να συσχετιστούν με προηγούμενη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας.
Επομένως, δεν δικαιολογείται η μη καταβολή του επίδικου επιδόματος, αφού την κάλυψη του ελλείμματος αναλαμβάνει το Δημόσιο και δεν είναι επιτρεπτό τις συνέπειες της δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας, η οποία δεν προκλήθηκε από συμπεριφορά των εργαζομένων, να επιβαρύνονται οι αναιρεσίβλητες εργαζόμενες και το υπόλοιπο προσωπικό της.
Σε κάθε περίπτωση η αναιρεσείουσα μπορούσε με τα αρμόδια όργανα της να προβλέψει από το έτος 1997 την πιθανότητα ασκήσεως αγωγών, όπως η ένδικη, και να ρυθμίσει τον τρόπο εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της προς τους εργαζομένους, μετά τη 15/1997 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις, που απέκλειαν τη χορήγηση ολόκληρου του οικογενειακού επιδόματος και στους δύο συζύγους, έτσι ώστε να αποφευχθεί η επικαλούμενη από αυτή μεγάλη επιβάρυνση του προϋπολογισμού της από τις συσσωρευμένες αναδρομικές αξιώσεις των εργαζομένων.
Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η σχετική από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας για κατάχρηση δικαιώματος ήταν ουσιαστικά αβάσιμη και ακολούθως, αφού δέχτηκε ως βάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε κατ΄ ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν και εξαφάνισε την εκκληθείσα υπ΄ αριθ. 145/2002 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ένδικη από 23.10.2000 αγωγή των αναιρεσιβλήτων για καταβολή επιδόματος τέκνων είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή της αμέσως πιο πάνω ενστάσεως της αναιρεσείουσας.
Στη συνέχεια δε, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως και αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προαναφερόμενη ένσταση για κατάχρηση δικαιώματος, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. Και αυτό γιατί με βάση τα όσα δέχτηκε το Εφετείο, η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων που προηγήθηκε της ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μπορούσαν πράγματι να δημιουργήσουν στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσείουσας εταιρείας την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμά του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μάλιστα, η μη διατύπωση έγγραφων αντιρρήσεων εντός διμήνου εκάστοτε εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ως προς το ύψος των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών τους πράγματι μπορούσε να στηρίξει εύλογη πεποίθηση στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσείουσας ότι οι αναιρεσίβλητες δεν θα ασκήσουν τις ένδικες αξιώσεις τους.
Ενώ και η ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις από την ευδοκίμηση των λοιπών παρόμοιων αγωγών που ήδη έχουν ασκηθεί ή πρόκειται να ασκηθούν θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα της αναιρεσείουσας και να προκληθεί σ΄ αυτήν, ενόψει της πολύ κακής οικονομικής καταστάσεως, πολύ μεγάλη ζημία και ανατροπή των προϋπολογισμών και του προγράμματος εξυγιάνσεώς της, με περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβιώσεώς της (βλ.
σχ. ΑΠ 223/2007, 1169, 1031, 1032, 1029/2006). Ούτε δικαιολογείται η κρίση για μη καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος κάθε μιάς αναιρεσίβλητης από το ότι, όπως δέχτηκε το Εφετείο, η υποβολή κοινής δηλώσεως από αυτή με το σύζυγό της για τη λήψη από τον έναν του επιδόματος εντασσόταν στο ισχύον τότε νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο ενόψει του ότι αφενός η ισχύουσα εσωτερική νομοθετική ρύθμιση προέβλεπε τη χορήγηση του επιδόματος τέκνων μόνο στον ένα σύζυγο και αφετέρου υπήρχε αρνητική στάση της νομολογίας των δικαστηρίων ως προς την αναγνώριση της απονομής του επιδόματος αυτού και στους δύο συζύγους, αφού οι αναιρεσίβλητες μπορούσαν πάντοτε να επιδιώξουν δικαστικώς την επιδίκαση του ήδη διεκδικούμενου εν λόγω επιδόματος.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄αριθ. 7084/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμ ενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό τους στις 22 Μαΐου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ