Legislator Case Law & Legislation
1110/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court's property dispute ruling due to procedural defects and insufficient reasoning.

Case Number 1110/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding a property dispute involving multiple heirs. The appellants argued the lower court failed to properly assess the impact of the third-party claim on their property rights and relied on insufficient evidence. The court found these arguments valid, ruling that the lower court's reasoning was inadequate and the appeal admissible for the affected parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 559, 580, 495, 179, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine the admissibility of an appeal when the lower court's reasoning is insufficient to support its decision on property rights, allowing the case to be remitted for retrial by a different panel.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure third-party claim property rights insufficient reasoning remittal for retrial heirs dispute procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 406/2023
Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional error regarding administrative contracts with public hospitals.
1915ΣΤ/19-12-2022
Από την 1915ΣΤ/19-12-2022 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Ζ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1110 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1110/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Π. Α., το γένος Ι. και Μ. Φ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Χριστίνας Κατσάνου, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Τ. του Ν. και της Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Φ. του Φ., … και 7) Α. ή Α. Φ. του Μ., ως μοναδικού κληρονόμου του αρχικού διαδίκου, καθ' ου η τριτανακοπή Μ. Φ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μαράκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-1991 (με αρ. πρωτ. 98/29-1-1991) τριτανακοπή και τους από 21-10-1991 (με αρ. πρωτ. 888/23-10-1991) πρόσθετους λόγους τριτανακοπής του δικαιοπαρόχου των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων και των υπό στοιχεία 3, 4, 5 και 6 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Κρήτης. Επ' αυτών, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 576/1992, 17/2019 μη οριστικές, 42/2021 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδονται τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π 406/2023). Από την 1915ΣΤ/19-12-2022 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Ζ. Ε. Φ., ύστερα από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 03-02-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 42/2021 οριστικής απόφασης του Τριμ.

Εφετείου Ανατ. Κρήτης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 15-3-2023), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον έκτο αναιρεσίβλητο Ι. Ν. ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.

Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεση της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (Α.Π. 658/2011).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 77, 110 παρ. 2 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο αναιρεσείων πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να απευθύνει την αναίρεση του εναντίον όλων των ομοδίκων που ήσαν αντίδικοι του κατά την πρωτόδικη δίκη, όχι όμως και εναντίον των ιδίων αυτού ομοδίκων, αφού την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικο τους αναιρεσείοντα θεωρούνται από το νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι (άρθρο 76παρ. 4 ΚΠολΔ), οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο (Α.Π 812/2013).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Οι δύο πρώτοι των καθ' ών η τριτανακοπή, Σ. Φ. του Π. και Ι. Φ. του Π., στη θέση των οποίων υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (τακτική διαδικασία), σε βάρος:

α) του τρίτου των καθών η τριτανακοπή Μ. Φ. του Α., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο έβδομος των αναιρεσιβλήτων και β) Γ. Κ./νου Α., την από 14-7-1971 και αριθ. πρωτ. 368/1971 διεκδικητική αγωγή, με αίτημα να αναγνωριστούν (συγ)κύριοι των δύο περιγραφόμενων ακινήτων αγρών, εκτάσεως περίπου 20 στρεμμάτων έκαστος στην περιοχή ...

στην θέση "...", που αποτελούν τμήματα του μείζονος περιγραφέντος ακινήτου τους, και να διαταχθεί η αποβολή εκάστου των εναγομένων από καθένα από τα ακίνητα αυτά και παντός τρίτου που έλκει δικαιώματα από τους εναγόμενους. Εν συνεχεία οι ενάγοντες παραιτήθηκαν ως προς τον δεύτερο των εναγομένων (Γ.. Α.), ως προς τον οποίο η αγωγή δυνάμει της 160/1972 απόφασης θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα.

Περαιτέρω, με την τελευταία αυτή απόφαση και την 57/1976 του ιδίου δικαστηρίου διατάχθηκε η διεξαγωγή αποδείξεων και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Τέλος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 825/1981 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την άνω διεκδικητική αγωγή (ως προς τον πρώτο εναγόμενο).

Οι ενάγοντες της αγωγής αυτής άσκησαν κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης, την από 27-2-1982 έφεσή τους, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, το οποίο με την 186/1983 απόφασή του ανέστειλε τη δίκη προκειμένου να επιδοθεί αντίγραφό της αγωγής στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο και με την 467/1985 διέταξε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη μετά την διενέργεια της οποίας, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 43/1989 απόφασή του, η οποία εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε επί της από 14-07-1971 αγωγής την οποία δέχθηκε, αναγνώρισε τους ενάγοντες κυρίους επί τμήματος αγρού καταληφθέντος από τον πρώτο εναγόμενο Μ.

Φ., εκτάσεως 20 στρεμμάτων συνορευόμενο ανατολικώς με κτήματα δήθεν αγοραστού Α., δυτικώς με θάλασσα, βορείως κληρονόμων Δ. και νοτίως με ... και διέταξε την αποβολή του εναγόμενου από αυτό καθώς και παντός τρίτου εξ αυτού έλκοντος δικαιώματα ή επ'ονόματι του κατέχοντος. Ο εφεσίβλητος -εναγόμενος Μ. Α. Φ. μοναδικός κληρονόμος του οποίου είναι ο έβδομος αναιρεσίβλητος ‘Α.

ή Ά. Φ. του Μ., άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 15-3-1989 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 975/1990 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο εκτέλεσης της παραπάνω (43/1989) αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Κρήτης, οι Φ. Φ. του Μ. ήδη αποβιώσας, Α. Γ. του Ν., Κ. Γ. του Ν., Μ. Γ. του Ν., και Ι.

Ν. του Ν. (τρίτη, τέταρτη πέμπτη και έκτος των αναιρεσιβλήτων) άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης την από 28-01-1991 και αριθμό πρωτ. 98/1991 τριτανακοπή τους, εναντίον των διαδίκων της προαναφερόμενης αγωγής και κατά της υπ' αριθμ. 43/1989 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους από 21-10-1991 με αριθ.

πρωτ. 888/1991 πρόσθετους λόγους επί της ως άνω τριτανακοπής και ζητούσαν: α) να ακυρωθεί η με αριθμό 43/1989 μη εκτελεσθείσα απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εξεδόθη χωρίς να λάβουν μέρος ή να προσκληθούν οι τριτανακόπτοντες αλλά και με δόλο και συμπαιγνία των διαδίκων, ως βλάπτουσα αυτούς και θέτοντας σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα τους διότι αντιμετωπίζουν την αποβολή τους από τα ακίνητά τους, τα οποία περιλαμβάνονται στην επιδικασθείσα με την τριτανακοπτόμενη απόφαση έκταση και β) να αναγνωριστούν αυτοί κύριοι επί των εν λόγω ακινήτων τα οποία απέκτησαν με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και περαιτέρω υπέβαλαν και αίτημα αναστολής της τριτανοκοπτόμενης απόφασης.

Επί της τριτανακοπής αυτής και των προσθέτων λόγων εκδόθηκε η 576/1992 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων. Εν συνεχεία εκδόθηκε η 17/2019 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και χορήγησε νέα προθεσμία διάρκειας εξ (6) μηνών για διεξαγωγή αποδείξεων, επί θεμάτων που έταξε η προαναφερόμενη απόφαση.

Μετά το πέρας των αποδείξεων και την επαναφορά της υπόθεσης προς περαιτέρω συζήτηση το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση 42/2021, η οποία ανακάλεσε τη διάταξη της 576/1992 απόφασης περί αποδείξεως του ότι οι καθών η τριτανακοπή με δόλο και συμπαιγνία πέτυχαν την έκδοση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, απέρριψε τους πρόσθετους λόγους και δέχθηκε την τριτανακοπή, ακύρωσε την τριτανακοπτόμενη απόφαση, ως προς τους τριτανακόπτοντες, στη θέση του πρώτου εκ των οποίων ήδη είχαν υπεισέλθει οι μόνοι καθολικοί διάδοχοί του Μ.

Φ. του Φ. και Τ.-Φ. Μ. (πρώτος και δεύτερος αναιρεσίβλητοι) και αναγνώρισε κυρίους των παρακάτω εδαφικών τμημάτων εκτάσεως 198 στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... της Κοινότητας ... του Δήμου ... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Δ., νότια με ..., ανατολικά με δημόσιο δρόμο και δυτικά με θάλασσα και συγκεκριμένα 1) τους Μ.

Φ. του Φ. Μ. του Μ., μόνους καθολικούς διαδόχους του αρχικώς πρώτου τριτανακόπτοντος Φ. Φ. του Μ., που συνέχισαν στην θέση του την δίκη, (συγ)κυρίους ακινήτου εκτάσεως 1.515,83 τμ, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Π. Τ. και Χ. Ρ., νότια με ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Αγνώστου και δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Κ.. 2) τις Α.

Γ. του Ν., Κ. Γ. του Ν. και Μ. Γ. του Ν. (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των τριτανακοπτόντων αντίστοιχα), (συγ)κυρίες ακινήτου εκτάσεως 2.888,60 τμ, το οποίο συνορεύει σε πλευρά μήκους 32μ με ιδιοκτησία Μ. Μ., νότια σε πλευρά μήκους 3,10 μ με ιδιοκτησία Χ. και Π. Ρ., ανατολικά σε πλευρά μήκους 87,40μ με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά σε πλευρά μήκους 87,40μ με ιδιοκτησία Ι.

Κ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο από 25-9-1981 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού Γ. Ν.. 3) τον Ι. Ν. του Σ., πέμπτο των τριτανακοπτόντων, κύριο ακινήτου εκτάσεως 219,94τμ, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Γ., νότια με ιδιοκτησία Ν. Π., ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά με ιδιοκτησία Ι.

Κ..

Από την πιο πάνω επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των αναιρεσειόντων και του έβδομου των αναιρεσιβλήτων, αφού οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων Σ. Φ. του Π. και Ι. Φ. του Π. και ο δικαιοπάροχος του έβδομου των αναιρεσιβλήτων Μ. Φ. του Α., ήταν καθών η τριτανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (42/2021 Εφετείο Αν. Κρτήτης).

Συνεπώς η από 03-02-2022 ένδικη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τους πρώτους κατά το μέρος που στρέφεται κατά του έβδομου αναιρεσίβλητου, ο οποίος θεωρείται ότι και αυτός άσκησε το ένδικο τούτο μέσο, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Ωστόσο, εκ του γεγονότος αυτού (ότι η αίτηση στρέφεται και προς αυτόν), θεωρείται ότι κλήθηκε στη συζήτηση της αιτήσεως όπως το άρθρο 76 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ αξιώνει, στην οποία παραστάθηκε (Α.Π 1076/2019).

Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, η μη εγγραφή στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, αγωγής, εγγραπτέας σ' αυτά, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή της, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και οι εμπράγματες αναγνωριστικές αγωγές και ανακοπές συνεπάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως.

Η κήρυξη ή μη κήρυξη του απαραδέκτου αυτού ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 491/2009, ΑΠ 1821/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την τριτανακοπή των αντιδίκων τους σύμφωνα με το περιεχόμενο και αίτημα της οποίας στηρίζουν εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας.

Ο λόγος αυτός όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 576/1992 απόφασης που εκδόθηκε επί της ένδικης από 28-1-1991 τριτανακοπής και των από 21-10-1991πρόσθετων λόγων, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε αποδείξεις η τριτανακοπή αυτή νομίμως και εμπροθέσμως ενεγράφη στα βιβλία διεκδικήσεων (βλ.

υπ' αριθμ. 81/7-3-1991 Πιστοποιητικό Υποθηκοφύλακα Βόρρων).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583 και 586 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι κάθε τρίτος, ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ' αυτόν η δίκη από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εκδοθείσας απόφασης, που πρέπει να είναι οριστική και να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης, εφόσον αυτή προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά τον χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα κατά το άρθρο 69 Κ.Πολ.Δικ., με βάση το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση, καθόσον αυτό αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 583, σε αντίθεση με τα ένδικα μέσα, όπου η επίκληση απαιτείται μόνον, όταν αυτά ασκούνται από το νικητή διάδικο.

Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και το δικαίωμα κυριότητας, που απέκτησε ο τριτανακόπτων με έκτακτη χρησικτησία, μέχρι το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ο οποίος είναι ο κρίσιμος χρόνος, γιατί κατά το χρόνο αυτό, αποκρυσταλλώνεται το δικαίωμα (Α.Π. 880/2023). Ο τρίτος που δεν συμμετείχε στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το δεδικασμένο, μπορεί να ασκήσει ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση τριτανακοπή, απευθυνόμενη καθ' όλων των διαδίκων που μετείχαν στη δίκη, χωρίς άλλη προϋπόθεση, ενώ δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων, δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο α) για τους διαδίκους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται με αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, παρά μόνο μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται η αναψηλάφηση (άρθρ. 333 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) για εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, μόνο αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρ. 586 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 23/1995).

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση εντάσσονται και οι ειδικοί διάδοχοι μετά την εκκρεμοδικία. Επίσης, η τριτανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 587 Κ.Πολ.Δ., εισάγεται στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρεμπιπτόντως στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, αν το Δικαστήριο αυτό είναι ισόβαθμο ή ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π 1029/2020).

Στην περίπτωση που ο τρίτος προσβάλλει την απόφαση, η οποία αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο, η τριτανακοπή υποκαθιστά την αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 70 Κ.Πολ.Δ. και τη διεκδικητική αγωγή, εφόσον αυτός (τρίτος) ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι κύριος ή συγκύριος του επιδίκου ακινήτου και απλώς επιδιώκει την ανατροπή των βλαπτικών συνεπειών της απόφασης απέναντι σ' αυτόν (Α.Π.880/2023, Α.Π 2068/2014).

Εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάζει την τριτανακοπή, διότι την προσβαλλόμενη απόφαση εξέδωσε το Δικαστήριο τούτο, δεν σωρεύεται παραδεκτώς άλλη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, όπως αίτημα αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής, γιατί προσκρούει στο άρθρο 12 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο αποκλείει την υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.

Περαιτέρω, στην τριτανακοπή, (όπως και στην αναγνωριστική αγωγή) το συμφέρον του τριτανακόπτοντος, απαιτείται να είναι έννομο, ατομικό, άμεσο, κεκτημένο και απαιτητό, να αναφέρεται σε υπαρκτές και όχι υποθετικές έννομες σχέσεις, να υφίσταται σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης και η ανάγκη δικαστικής προστασίας να αφορά έννομες σχέσεις του παρόντος και όχι μέλλουσες ή ενδεχόμενες.

Για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του τριτανακόπτοντος απαιτείται να υφίσταται ουσιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κρίσης της απόφασης που προσβάλλεται και της βλάβης ή του κινδύνου βλάβης των εννόμων συμφερόντων του τριτανακόπτοντος, δηλαδή η βλάβη, ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του τριτανακόπτοντος από την τριτανακοπτόμενη απόφαση πρέπει να προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή την εκτέλεση αυτής ήτοι να αποτελεί άμεση συνέπεια αυτής και όχι απώτερο ή ενδεχόμενο αποτέλεσμά της.

Απλές πιθανότητες ή προσδοκίες ή ελπίδες κτήσεως δικαιωμάτων ή πρόκριμα επιβλαβές δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον (Α.Π 1646/2022, ΑΠ 1168/2018, ΑΠ 1372/2015, ΑΠ 2068/2014, ΑΠ 95/2014, Α.Π 554/2012). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται,δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λ.π. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (Ολ.Α.Π. 10/2011, Α.Π. 334/2021, Α.Π. 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).

Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της συνδρομής εννόμου συμφέροντος και της νομιμοποίησης των διαδίκων (άρθρα 68 και 70 ΚΠολΔ) συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα οι εντεύθεν παραβιάσεις στηρίζουν τον ως άνω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (Α.Π 1646/2022).

Επίσης, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 70, 117, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο αγωγής διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου, απαιτείται, αλλά και αρκεί, ως προς την περιγραφή του πράγματος, να προσδιορίζεται τούτο στο δικόγραφο της αγωγής κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε ουδεμία αμφιβολία να γεννάται για την ταυτότητά του.

Αν δε φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται και ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο (ΑΠ 299/2011). Η περιγραφή αυτή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, εφ' όσον τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (Α.Π 562/2019, ΑΠ 933/2012).

Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα εφόσον από την περιγραφή του ακινήτου δεν υφίσταται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 1214/2020). Για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άνω, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα ακινήτου, την αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (ΑΠ 1103/2018, ΑΠ 1203/2012).

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (Α.Π. 1214/2020). Η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π 509/2023,Α.Π. 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).

Από το άρθρο 556§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 765/2008, Α.Π. 57/1998).

Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έκρινε την αγωγή ορισμένη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8, και 14 του Κ.Πολ.Δ λόγοι αναιρέσεως, να διαλαμβάνουν το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, τα πραγματικά περιστατικά που ελλείπουν και τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη της αγωγής στον νόμο που (εν συνόλω ή κεχωρισμένα) με αποτέλεσμα την αδυναμία του εναγόμενου να αμυνθεί και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, (Α.Π 509/2023).

Τέλος δε πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (Α.Π 982/2021).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 672/2012, 1239/2019). Με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου και τρίτο και τέταρτο σκέλος του έβδομου λόγου και το δεύτερο σκέλος του όγδοου λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες των άρθρων 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ.

και ειδικότερα ότι στο δικόγραφο της τριτανακοπής-αγωγής δεν διασαφηνίζεται και δεν καθορίζεται με πληρότητα σε ποιο ακριβώς σημείο του μείζονος ακινήτου των 198 στρεμμάτων, βρίσκεται το καθένα από τα περιγραφόμενα στην τριτανακοπή ακίνητα των τριτανακοπτόντων, ούτε αναφέρουν όλα τα περιστατικά που δικαιολογούν την κτήση με παράγωγο τρόπο και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία αυτών και ότι τους ισχυρισμούς τους αυτούς προέβαλαν οι δικαιοπάροχοι τους με τις ενώπιον του Δικαστηρίου προτάσεις κατά την πρώτη συζήτηση και με τις μετ' απόδειξη συζητήσεις πλην όμως η αγωγή κρίθηκε αρκούντως ορισμένη.

Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται με πληρότητα και ακρίβεια το περιεχόμενο της αγωγής-τριτανακοπής και των προσθέτων λόγων. Επίσης, δεν προσδιορίζεται ο χρόνος πρότασης του ισχυρισμού περί αοριστίας. Αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε και με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης και με αυτές της μετ' απόδειξη, χωρίς να προσδιορίζονται χρονικά και δεδομένου ότι δεν προσκομίζονται οι προτάσεις των δύο πρώτων των καθών η τριτανακοπή της πρώτης συζήτησης (παρά μόνο οι μετ' απόδειξη) δεν είναι δυνατή η επισκόπηση και ο έλεγχος τους, ώστε να διακριβωθεί εάν πράγματι προβλήθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση, όπως απαιτείτο κατ' άρθον 269 του Κ.Πολ.Δ.

όπως ίσχυε κατά τον χρόνο προσδιορισμού και συζήτησης της τριτανακοπής και των πρόσθετων λόγων.

Περαιτέρω, το Εφετείο Αν. Κρήτης διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης με βάση τις οποίες μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, ως προς το ενδιαφέρον στη προκείμενη περίπτωση μέρος ότι "Από το σύνολο όλων των παραπάνω περιστατικών, σαφώς αποδείχθηκε ότι το μείζον αγροτεμάχιο των 198 στρεμμάτων ανήκε αρχικά στον Ε.

Φ., περιήλθε ακολούθως στα έξι τέκνα του (και εν συνεχεία στους κατιόντες αυτών), διανεμήθηκε μεταξύ τους το έτος 1958 σε έξι μεγάλες εδαφικές λωρίδες και έκαστος στο μερίδιό του ασκούσε με διάνοια κυρίου κάθε νόμιμη διακατοχική πράξη σύμφωνα με τον προορισμό του (καλλιέργεια αμπέλου, ενοικίαση, επίβλεψή, αμμοληψία, ανέγερση οικοδομών κλπ) συνεχώς και αδιαλείπτως για χρόνο πέραν της εικοσαετίας.

Ωστόσο, οι εγγονοί του Γ. Φ., αρχικώς δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή, Σ. Φ. και Ι. Φ. στη από 14-7-1971 και με αριθ. καταθ. 368/1971 διεκδικητική αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι εκτάσεως περίπου 20 στρεμμάτων στη θέση "...", ως τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου των 198 στρεμμάτων και να τους αποδοθεί από τον εναγόμενο αρχικώς τρίτο καθού η τριτανακοπή Μ.

Φ., ισχυριζόμενοι ότι το μείζον αυτό ακίνητο ανήκε αρχικά στην αποκλειστική κυριότητα του πατρός τους Π. Φ., στον οποίο είχε περιέλθει με αγορά τμήματός του παρά του πατρός του Γ. Φ., με το με αρ ... προαναφερθέν συμβόλαιο και με αγορά τμήματός του παρά της μητρός του Γ. Φ., με το με αρ ... προαναφερθέν συμβόλαιο, ο οποίος έκτοτε το νεμόταν διανοία κυρίου ασκώντας πράξεις νομής και ακολούθως το νεμόταν οι ίδιοι ασκώντας πράξεις νομής, για χρόνο πλέον της εικοσαετίας, ήτοι ισχυριζόμενοι γεγονότα, που όπως προεκτέθηκε, ήταν αναληθή, αν και πέτυχαν την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή τους.

Περαιτέρω ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς πρώτος τριτανακόπτων Φ. Φ., απέκτησε τμήμα της έκτασης των 198 στρεμμάτων, με το με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χριστόφορου Ρασιδάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Βόρρων, στον τόμο 205 με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 22.484, δια αγοράς από τον Μ.

Μ. και δη ακίνητο εκτάσεως 1.515,83 τμ, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Π. Τ. και Χ. Ρ., νότια με ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Αγνώστου και δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Κ.. Επί του ακινήτου αυτού περί τα έτη 1984-1985 ανήγειρε διώροφη οικοδομή με ενοικιαζόμενα δωμάτια. Οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη τριτανακοπτόντων, απέκτησαν τμήμα της έκτασης των 198 στρεμμάτων, κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, με το με αριθμό ...

συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χριστόφορου Ρασιδάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Βόρρων, στον τόμο 205 με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 22.515,δια αγοράς από τον Μ. Μ. και δη ακίνητο εκτάσεως 2.888,60 τμ, το οποίο συνορεύει σε πλευρά μήκους 32μ με ιδιοκτησία του ίδιου του πωλητού, νότια σε πλευρά μήκους 3,10.

μ με ιδιοκτησία Χ. και Π. Ρ., ανατολικά σε πλευρά μήκους 87,40μ με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά σε πλευρά μήκους 87,40μ με ιδιοκτησία Ι. Κ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο από 25-9-1981 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού Γ. Ν., επί του οποίου, μόλις το απέκτησαν, άρχισαν την ανέγερση δύο οικοδομών, οικίας και ξενοδοχείου.

Ο πέμπτος των τριτανακοπτόντων Ι. Ν., απέκτησε τμήμα της έκτασης των 198 στρεμμάτων, με το με αριθμό ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Μοιρών Βασιλικής Μαρινάκη-Καραντζιά, νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Βόρρων στον τόμο 208 με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 22.822, δια αγοράς από τους Χ. και Π. Ρ. και δη ακίνητο εκτάσεως 219,94 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ν.

Γ., νότια με ιδιοκτησία Ν. Π., ανατολικά με ιδιοκτησία Αγνώστου και δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Κ. και περί τα τέλη του έτους 1988 προχώρησαν στην ανέγερση τριώροφης οικοδομής με ενοικιαζόμενα δωμάτια. Οι δικαιοπάροχοι του τελευταίου τριτανακόπτοντος, Χ. και Π. Ρ., απέκτησαν το ακίνητο αυτό με το με αριθμό ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Μοιρών Βασιλικής Μαρινάκη-Καραντζιά, νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Βόρρων, στον τόμο 205 με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 22.511.

Ο Μ. Μ.ς απέκτησε όλα τα ως άνω ακίνητα με το με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ζαχαρίου Μηλιαρά, νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Βόρρων, στον τόμο 177 με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 19685, δια αγοράς από τον Γ. Κ./νου Α.., ο οποίος τα είχε αποκτήσει δια αγοράς από τον Κωνσταντίνο Α., με το με αριθμό ...

συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Μοιρών Ευάγγελου Παπαστεφανάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Βόρρων, στον τόμο 169 με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 18.963. Ο απώτατος δικαιοπάροχος όλων των τριτανακοπτόντων Κ. Α., είχε γίνει κύριος των ως άνω εκτάσεων, όπως προεκτέθηκε, με τα με αριθμό ... προαναφερθέντα νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβόλαια, με αγορά από τους Α.

Φ. και Π. Μ., στους οποίους είχε παραχωρήσει την νομή και κατοχή η μεριδούχος Δ. Φ.. Έτσι οι τριτανακόπτοντες κατέστησαν κύριοι των ως άνω αντίστοιχα αναφερόμενων ακινήτων, με τους αντίστοιχα προαναφερθέντες τίτλους, αποκτώντας από αληθείς κυρίους. Το αίτημα των διαδόχων του Φ. Φ. και του Ι. Ν. για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η ταυτότητα των ακινήτων που περιλαμβάνονται στους ως άνω τίτλους, πρέπει να απορριφθεί, διότι το γεγονός ότι τούτα βρίσκονται εντός του μείζονος ακινήτου των 198 στρεμμάτων δεν αμφισβητείται από τους καθών η τριτανακοπή.

Εξάλλου, στα ως άνω αντίστοιχα αναφερόμενα ακίνητα, κυριότητα απέκτησαν οι τριτανακόπτοντες και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενοι με καλή πίστη και βάσει των ως άνω τίτλων, οι ίδιοι αλλά και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους, διανοία κυρίου έκαστος και ασκώντας επ'αυτών πράξεις νομής και δη καλλιέργεια αμπέλου, επίβλεψη, ενοικίαση, αμμοληψία, οικοδόμηση κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 35 ετών μέχρι την άσκηση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, προσμετρώντας και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Από τις αιτιολογίες όμως της τριτανακοπτόμενης απόφασης, όπως αυτές προεκτέθηκαν, θίγονται τα έννομα συμφέροντα των τριτανακοπτόντων δεδομένου ότι τα εν λόγω ακίνητα κυριότητας τους περιλαμβάνονται στην ευρύτερη έκταση των 198 στρεμμάτων, έκταση που με την προσβαλλόμενη κρίθηκε ότι ανήκει στους πρώτο και δεύτερο των καθών η τριτανακοπή κυριότητας των καθών η τριατανακοπή.

Πρέπει επομένως, δεκτής γενομένης της τριτανακοπής ως κατ' ουσίαν βάσιμης, να ακυρωθεί ως προς τους τριτανακόπτοντες η με αριθμό 43/1989 προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης και να αναγνωσιστούν αυτοί κύριοι των επιδίκων κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο Ανατ.

Κρήτης δικάζοντας την από 28-1-1991 και με αριθ.κατ. 98/1991 τριτανακοπή και τους υπ' αριθμ. 888/1991 πρόσθετους λόγους: Ανακάλεσε την διάταξη της 576/1992 απόφασης του Εφετείου Κρήτης περί αποδείξεως του ότι οι καθών η τριτανακοπή με δόλο και συμπαιγνία πέτυχαν την έκδοση της τριτανακοπτόμενης απόφασης. Απέρριψε τους πρόσθετους λόγους δέχθηκε την τριτανακοπή, ακύρωσε την 43/1989 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και αναγνώρισε τους τριτανακόπτοντες κύριους των παρακάτω εδαφικών τμημάτων εκτάσεως 198 στρεμμάτων η οποία βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ...

της Κοινότητας ... του Δήμου ... και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Δ., νότια με ..., ανατολικά με δημόσιο δρόμο και δυτικά με θάλασσα και συγκεκριμένα: 1) τους Μ. Φ. του Φ. και Τ.-Φ. Μ. του Μ., μόνους καθολικούς διαδόχους του αρχικώς πρώτου τριτανακόπτοντος Φ. Φ. του Μ., που συνέχισαν στη θέση του την δίκη, συγκυρίους ακινήτου εκτάσεως 1.515,83 τ.μ, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Αγνώστου και δυτικά με ιδιοκτησία Ι.

Σ.. 2) τις Α. Γ. του Ν., Κ. Γ. του Ν. και Μ. Γ. του Ν. (δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των τριτανακοπτόντων αντίστοιχα), (συγ)κυρίες ακινήτου εκτάσεως 2.888,60 τμ, το οποίο συνορεύει σε πλευρά μήκους 32 μ με ιδιοκτησία Μ. Μ., νότια σε πλευρά μήκους 3,10 μ με ιδιοκτησία Χ. και Π. Ρ., ανατολικά σε πλευρά μήκους 87,40μ με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά σε πλευρά μήκους 87,40μ με ιδιοκτησία Ι.

Κ., όπως αυτό αποτυπώνεται στο από 25-9-1981 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού Γ. Ν.. 3) τον Ι. Ν. του Σ., πέμπτο των τριτανακοπτόντων, κύριο ακινήτου εκτάσεως 219,94τμ, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Γ., Νότια με ιδιοκτησία Ν. Π., ανατολικά με ιδιοκτησία Αγνώστου και δυτικά με ιδιοκτησία Ι.

Κ.. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. 43/1989 απόφαση του Εφετείου Κρήτης οι ενάγοντες (δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή) αναγνωρίστηκαν κύριοι του περιγραφόμενου ακινήτου είκοσι (20) στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται εντός της ανήκουσας σ'αυτούς μείζονος εκτάσεως των 198 στρεμμάτων και ο τρίτος των καθών η τριτανακοπή (εναγόμενος της κύριας αγωγής) υποχρεώθηκε να τους αποδώσει την ως άνω έκταση των είκοσι (20) στρεμμάτων.

Ότι οι τριτανακόπτοντες κατά τον χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης είχαν αποκτήσει κυριότητα επί των περιγραφομένων επίδικων ακινήτων με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο έχοντας τη νομή αυτών πλέον των είκοσι ετών, προσμετρώντας στη νομή τους και τη νομή των δικαιοπαρόχων τους. Ότι τα ακίνητα αυτά βρισκόταν εντός της μείζονος εκτάσεως των 198 στρεμμάτων.

Ότι από τις αιτιολογίες της τριτανακοπτόμενης απόφασης ότι το μείζον ακίνητο των 198 στρεμμάτων ανήκει κατά κυριότητα στους δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπή, θίγονται τα εμπράγματα δικαιώματά τους, ως τρίτων. Και περαιτέρω δέχθηκε κατ' ουσίαν την ένδικη τριτανακοπή ακύρωσε την τριτανακοπτόμενη απόφαση και αναγνώρισε τους τριτανακόπτοντες κυρίους κατά τα ανωτέρω των περιγραφομένων ως άνω ακινήτων.

Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, παραβίασε τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 583,586, 587 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με τις διάταξεις του άρθρου 12 παρ. 2 και 218 του ιδίου Κώδικα, με το να δεχθεί το σωρευόμενο αίτημα στην ένδικη τριτανακοπή περί αναγνωρίσεως της κυριότητας των τριτανακοπτόντων επί των επίδικων ακινήτων, ενώ τούτο έπρεπε να απορριφθεί, ως απαράδεκτο, ως εισαγόμενο απευθείας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι προσκρούει στο άρθρο 12 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που αποκλείει την υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.

Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, όπως βάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, μετά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του επίσης παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 Κ.Πολ.Δ., ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής βλάβης ή κινδύνου βλάβης του εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, των ως άνω τριτανακοπτόντων, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους προς άσκηση της ένδικης τριτανακοπής:

α) διότι, το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του εφάρμοσε εσφαλμένα τις ως άνω διατάξεις, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από όσα αξιώνουν αυτές και β. διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, ώστε να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα δεν εξειδικεύεται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, εάν τα επίδικα ακίνητα περιλαμβάνονται στην έκταση των είκοσι στρεμμάτων που με την τριτανακοπτόμενη απόφαση, αναγνωρίστηκαν κύριοι οι δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή και διατάχθηκε ο τρίτος καθών να τους τα αποδώσει, γεγονός που θα αποτελούσε άμεση συνέπεια της τριτανακοπτόμενης απόφασης στην πρόκληση βλάβης ή κινδύνου βλάβης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων των τριτανακοπτόντων σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη οικεία νομική σκέψη, ούτε διαλαμβάνεται ο τρόπος με τον οποίο θίγονται τα εμπράγματα δικαιώματα αυτών.

Ενώ δεν προκύπτει βλάβη από την τριτανακοπτόμενη απόφαση, ούτε από την εκτέλεση αυτής, δεδομένου ότι η παραδοχή ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται στην μείζονα έκταση των 198 στρεμμάτων που σύμφωνα με το αιτιολογικό της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ανήκει στους δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπή, δεν αποτελεί άμεση συνέπεια αυτής, δεσμευτική για τους τριτανακόπτοντες.

Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1α και 19 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του πέμπτου και του δεύτερου σκέλους του έκτου λόγων αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί και ως κατ' ουσίαν βάσιμοι. Συνακόλουθα, πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους έξι πρώτους των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά έβδομου των αναιρεσιβλήτων Α. ή Ά. Φ. του Μ..

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 42/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατ. Κρήτης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου.

Συμψηφίζει την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ