Legislator Case Law & Legislation
1110/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to substantiate abuse of rights claim with specific facts.

Case Number 1110/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the National Bank of Greece's insurance fund against the Athens Court of First Instance's decision. The appellant argued that the lower court improperly rejected an abuse of rights claim without sufficient reasoning, but failed to provide the specific factual circumstances required by law. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible due to this lack of substantiation and ordered the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 562 of the Code of Civil Procedure: An abuse of rights claim must be substantiated with specific factual circumstances; failure to do so renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
abuse of rights substantiation of claim procedural inadmissibility labor dispute appeal dismissal legal costs Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 614 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1110 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1110/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τσάκωνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Δ. του Β., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Λιάπα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1888/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1082/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-5-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28.5.2020 και με αριθμό καταθ. 4096/541/3.6.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 1082/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της με αριθμό καταθ. 9227/7470/2019 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας" κατά του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου Σπυρίδωνος Δρογκάρη και άλλου ενός μη διαδίκου κατά της υπ' αριθμ. 1888/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 12.3.2015 και με αριθμό κατάθεσης 30381/1086/2015 αγωγή των εναγόντων.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Με την 9/29.10.1926 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας, συστήθηκε, ύστερα από την από 24 Απριλίου 1926 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της Εθνικής Τραπέζης, Το "Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" (ΤΑΠΕΤΕ) ως αυτοτελής και αυτόνομος Οργανισμός, διεπόµενος από τις διατάξεις του Κανονισμού του, ο οποίος εγκρίθηκε µε την ίδια απόφαση του Γενικού Συµβουλίου της Εθνικής Τράπεζας και ανακοινώθηκε κατά τη συνεδρίαση 2 της 6.4.1927 του ιδίου Γενικού Συµβουλίου, µε σκοπό την καταβολή εφάπαξ παροχής στους ασφαλιζόµενους σε αυτό.

Ακολούθως, µε το άρθρο μόνο του ν. 3483/1928 κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόµου, η από 23.2.1928 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος "περί διακανονισμού των μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος σχέσεων και περί της εφεξής λειτουργίας της Τραπέζης ταύτης", το ως άνω δε Ταμείο, µε την από 9.5.1928 απόφαση του Γενικού Συµβουλίου της ως ανωτέρω Τραπέζης, μετονομάσθηκε και λειτούργησε ως κοινό "Ταμείο Αυτασφαλείας του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, της Τραπέζης της Ελλάδος και της Εθνικής Κτηµατικής Τραπέζης της Ελλάδος" ως αυτόνομος Οργανισμός, διοικούµενος σύμφωνα µε τις διατάξεις του Κανονισμού του.

Ακολούθως, µε το ν.δ. 2626/1953 το Ταμείο αναδιοργανώθηκε ως ειδικό "Ταμείον Αυτασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης" και μετατράπηκε από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στην παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης", όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε διαδοχικώς µε τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 35 του ν. 3220/2004, της παρ. 7 του άρθρου 20 του ν. 3232/2004, της παρ. 3 του άρθρου 63 του ν. 3518/2006 και της παρ. 8 του άρθρου 198 του ν. 3655/2008 και ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: "Οι αυτοτελείς κλάδοι ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήµατα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές µόνο από τους εργαζόµενους, δύνανται να μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.

µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, µετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο κάθε Ταμείου. Κατά την ανωτέρω μετατροπή, η ακίνητη και κινητή περιουσία των υφιστάμενων ασφαλιστικών ταμείων περιέρχεται αυτοδίκαια στο νέο ΝΠΙΔ χωρίς την καταβολή φόρου µεταβίβασης..

Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταµεία µε αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική µελέτη η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονοµικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου...

Το εφάπαξ βοήθηµα των Ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηµατοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται µε απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονοµικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, µετά από πρόταση: των οργάνων διοίκησης των νέων Ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται µε την ίδια απόφαση...".

Κατ' επίκληση του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως εξεδόθη η Φ.80000/30226/1366/14.1.2004 (ΦΕΚ Β' 27) κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονοµικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, µε την οποία το Ταμείο Αυτασφάλειας του Προσωπικού της ΕΤΕ μετατράπηκε σε νοµικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα το Δεκέμβριο του έτους 2003 αναλογιστική µελέτη του Ταμείου και, τέλος, εγκρίθηκε και το καταστατικό αυτού.

Περαιτέρω, κατ' επίκληση του ως άνω τελευταίου εδαφίου της ίδιας εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ.20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εξεδόθη η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας "Τροποποίηση του Καταστατικού του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" (ΦΕΚ Β' 3239/19.12.2013), µε την οποία εγκρίθηκε η με ημερομηνία 18.11.2013 αναλογιστική μελέτη και αντικαταστάθηκε, αφού υιοθετήθηκε η απόφαση 23/16.12.2013 του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ, το άρθρο 7 του Καταστατικού του ΤΑΠΕΤΕ, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούµενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και ορίστηκε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήµατος εφαρµόζεται αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, ήτοι εφαρµόζεται:

α) Για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της επίµαχης αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής και β) Για όσους θα αποχωρήσουν από την ως άνω ημερομηνία και στο εξής. Όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, στους αυτοτελείς κλάδους ή Τομείς Πρόνοιας που χορηγούν εφάπαξ βοηθήµατα, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές µόνο από τους εργαζόµενους (όπως είναι και το αναιρεσείον νπιδ ΤΑΠΕΤΕ), παρέχεται µεν η δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήµατος που χορηγούν στους ασφαλισμένους τους, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήµατος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση (ΚΥΑ) και όχι το προτείνον προς αυτούς ΔΣ του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέµατος έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα (κατά το νόµο "πρόταση") και συνεπώς, χωρίς τη σχετική εγκριτική Υπουργική απόφαση είναι ανίσχυρη.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγµατος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρο 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43) συνάγεται ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση εφόσον τούτο δεν "προβλέπεται ρητώς στην εξουσιοδοτική διάταξη" (ΟλοµΣτΕ 1210/2010).

Εν προκειμένω, η ως άνω διάταξη της παρ. 20 εδ. τελ. του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει ρητή εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονοµικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδροµικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήµατος που χορηγούν τα ως άνω νομικά πρόσωπα και εποµένως και το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Με το δεδομένο αυτό, η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 κοινή υπουργική απόφαση, που εκδόθηκε κατ' επίκληση της ως άνω διατάξεως, ως προς το µέρος της µε το οποίο ανακαθορίζεται αναδροµικώς το απονεµόµενο από το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα και ορίζεται ειδικότερα ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής εφαρµόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 µέχρι την ηµεροµηνία λήψεως της επίµαχης αποφάσεως του ΔΣ του Ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, δεν είναι νόµιµη, αφού εκδόθηκε χωρίς σχετικό εξουσιοδοτικό έρεισµα.

Επομένως είναι άκυρη και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, ήτοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος λόγω συνταξιοδοτήσεως από τις 3.1.2012 μέχρι την ηµεροµηνία λήψεως της 23/16.12.2013 αποφάσεως του ΔΣ του ΤΑΠΕΤΕ και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής, οι οποίοι ούτω εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούµενη ρύθμιση.

Ήδη µε την απόφαση 1530/2018 του ΣτΕ, η ως άνω ΚΥΑ κρίθηκε µη νόµιµη ως προς την άνω αναδρομική της ρήτρα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε µε ψευδή ερμηνεία είτε µε κακή εφαρμογή, δηλαδή µε εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόµο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρµογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, 7/2006).

Το Εφετείο επιλαμβανόμενο της εφέσεως του αναιρεσείοντος απέρριψε αυτή δεχόμενο τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είναι συνταξιούχος - πρώην υπάλληλος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", στην οποία προσέφερε τις υπηρεσίες του από την πρόσληψή του έως την αποχώρησή του, έχοντας συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος ,από 11.5.1981 έως 30.6.2013.

Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην "ΕΤΕ ΑΕ" για τον κλάδο πρόνοιας ήταν ασφαλισμένος στο εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείον) ταμείο με την επωνυμία " Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", καταβάλλοντας καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του τις αναλογούσες στον ίδιο εισφορές υπέρ του Ταμείου και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού του τελευταίου, τύγχανε δικαιούχος της προβλεπόμενης στον κανονισμό εφάπαξ παροχής, η οποία υπολογιζόταν με τον τρόπο που προβλεπόταν στο άρθρο 7 του Κανονισμού και την οποία το αναιρεσείον Ταμείο ήταν υποχρεωμένο να του καταβάλει εντός τριμήνου και κατ' ανώτατο όριο εντός εξαμήνου από την έξοδό του από την υπηρεσία κατ' άρθρο 12 του Κανονισμού.

Πλην όμως το Ταμείο δεν του κατέβαλε το σύνολο της εφάπαξ παροχής παρά κάποιες τμηματικές καταβολές έναντι, μέχρι το τέλος του έτους 2013, ενώ στις 19.12.2013 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η Φ.80000/35187/1180/19.12.2013 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας , Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδόθηκε κατ' επίκληση της παρ.20 του άρθρου 6 του Ν.3029/2002, ...αντικαταστάθηκε το άρθρο 7 του Καταστατικού του Ταμείου και ορίστηκε νέος τρόπος υπολογισμού της εφάπαξ παροχής, ο οποίος όμως οδηγούσε σε μείωση της παροχής αυτής σε σχέση με το προ ισχύον καθεστώς, και ότι θα εφαρμόζεται και για όσους έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία από τις 3.1.2012 μέχρι την ημερομηνία λήψης της σχετικής απόφασης του Δ.Σ.

του ταμείου (16.12.2013) και δεν έχουν λάβει το σύνολο της εφάπαξ παροχής. Η ανωτέρω Κοινή Υπουργική Απόφαση όμως, ακυρώθηκε µε την υπ' αριθμ. 1530/2018 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά το μέρος που µε αυτή προβλέπεται η αναδρομική εφαρμογή της και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από την 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του εφάπαξ βοηθήματος, καθώς κρίθηκε ότι...

εν προκειμένω, η... διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδρομικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγεί το Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος...

Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η παραπάνω απόφαση του ΣτΕ και η με αυτή ακύρωση λόγω τυπικής παράλειψης, της µε αριθμό Φ.80000/35187/1180/19-12-2013 Κ.Υ.Α., δεν επηρεάζει την επίδικη ιδιωτικής φύσης διαφορά, αφού η υπ' αριθµ. 23/16.12.2019 απόφαση του Διοικητικού Συµβουλίου του, περί τροποποίησης του άρθρου 7 του Κανονισμού του, όσον αφορά στον τρόπο υπολογισμού της εφάπαξ παροχής είναι καθ' όλα νόμιμη, εφόσον για τη λήψη της απόφασης τηρήθηκαν όσα ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, ήτοι η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, η έγκρισή της από την Αναλογιστική Αρχή και ο µε βάση τις παραδοχές της αναλογιστικής µελέτης ανακαθορισµός της εφάπαξ παροχής, συμπεριλαμβανομένων και όσων αποχώρησαν προ της 19.12. 2013, για τους οποίους γίνεται ρητή αναφορά στον νόµο.

Η ανωτέρω δε απόφαση, µε δεδομένο ότι το ίδιο (εναγόμενο) έχει χαρακτήρα σωματείου, ουδέποτε προσβλήθηκε από οποιονδήποτε εντός της εξάµηνης προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 101 του ΑΚ, µε αποτέλεσµα να καταστεί πλέον απρόσβλητη ως προς την εγκυρότητά της και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να απορριφθεί η σε βάρος του αγωγή.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός του εναγόμενου, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιµος. Ειδικότερα, αφενός µεν το εναγόµενο δεν έχει τον χαρακτήρα του σωματείου, έτσι ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ, αλλά είναι ν.π.ι.δ. που συστάθηκε µε βάση την ειδική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002 και τα όσα προβλέπονται σε αυτή, αφετέρου δε, σύμφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002, την αποφασιστική αρμοδιότητα για το ζήτημα της αναδρομικής μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της εφάπαξ παροχής που χορηγεί το εναγόµενο, είχαν οι παραπάνω αναγραφόµενοι συναρµόδιοι Υπουργοί, ενώ η επικαλούµενη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγόµενου είχε απλώς γνωμοδοτικό χαρακτήρα και ως τέτοια δεν υπόκειται στην ακυρωτική αγωγή του άρθρου 101 ΑΚ, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται το εναγόµενο...

Τέλος, τα παραπάνω επιδικασθέντα ποσά, το εναγόµενο οφείλει να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες µε τους νόµιµους τόκους από της επιδόσεως της αγωγής, κατ' εφαρµογή της διάταξης του άρθρου 346 ΑΚ, που ορίζει ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και εάν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκοι επιδικίας)...".

Το Εφετείο, µε το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρµογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 6 παρ. 20 ν. 3029/2002, υπήγαγε σ? αυτές τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν, τα οποία ήταν αρκετά για την εφαρµογή τους, κρίνοντας ότι από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, αφενός ότι προβλέπεται δυνατότητα μεταβολής του τρόπου υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήµατος που παρέχει το αναιρεσείον ΤΑΠΕΤΕ, µετά από απόφαση (πρόταση) του Διοικητικού Συµβουλίου του Ταμείου, αποφασιστική όμως αρμοδιότητα επί του ζητήματος τούτου έχουν οι αναφερόμενοι στη διάταξη Υπουργοί που εκδίδουν τη σχετική εγκριτική απόφαση και όχι το ΔΣ του Ταμείου, του οποίου η απόφαση επί του θέµατος έχει γνωµοδοτικό χαρακτήρα και αφετέρου ότι η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 εδ.

τελ. του ν. 3029/2002 δεν παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Οικονομίας, Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ανακαθορίζουν αναδροµικώς το ύψος του εφάπαξ βοηθήµατος, εφόσον δεν προβλέπει τούτο ρητά, σύμφωνα µε τις διατάξεις του Συντάγματος περί διακρίσεως των εξουσιών (άρθρ. 26) και περί παροχής στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 49).

Συνεπώς, εφόσον το ΔΣ του Ταμείου µε την απόφαση 25/16.12.2013 πρότεινε την αντικατάσταση του άρθρου 7 του Καταστατικού του, στο οποίο καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της χορηγούμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής και όρισε ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος εφαρμόζεται.. αναδρομικά και για όσους έχουν ήδη αποχωρήσει από την υπηρεσία από 3.1.2012 και δεν έχουν λάβει το σύνολο του βοηθήματος αυτού, η Φ. 8ΟΟΟΟ/35187/1180/19.12.2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας που ενέκρινε την ως άνω υπό του ΔΣ προταθείσα αναδρομική ρύθμιση είναι άκυρη ως προς την αναδρομική αυτή ρήτρα ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και δεν ισχύει έναντι εκείνων που εμπίπτουν στην αναδρομική περίοδο, όπως είναι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι ούτω εξακολουθούν να υπάγονται στην προηγούμενη ρύθμιση του άρθρου 7 του Κανονισμού του ΤΑΠΕΤΕ.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η απόφαση αυτή (πρόταση) του ΔΣ του αναιρεσείοντος (23/16.12.2013) έχει γνωμοδοτικό χαρακτήρα και όχι αποφασιστικό (δεσμευτικό), τον οποίο έχει η εγκριτική ΚΥΑ, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι λόγω του σωματειακού του χαρακτήρα, η άνω απόφαση του ΔΣ του είναι έγκυρη, ως µη προβληθείσα εντός της αποκλειστικής 6µηνης προθεσμίας του άρθρου 101 εδ. 3 ΑΚ και, εκ τούτου, δεσμεύει τα μέλη του.

Όπως αβάσιµος είναι και ο ισχυρισµός του, ότι, δεδομένου του ιδιωτικού χαρακτήρα της σχέσης του µε τον αναιρεσίβλητο και της βάσει αυτής τροποποιήσεως του Κανονισμού, η τροποποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από νομιμότητα, είναι δε άλλο ζήτημα το θέμα της Διοικήσεως να εγκρίνει ή να µην εγκρίνει την απόφαση αυτή, ούτως ώστε να πληροί τους όρους του Ν. 3029/2002, μέχρι δε τότε και δεδοµένου του όλως προσφάτου της εκδόσεως της ακυρωτικής αποφάσεως του ΣτΕ (1530/2018), ή µέχρι την τυχόν τροποποίηση του Κανονισμού µε νεώτερη άλλη απόφαση, ούτως ώστε να επέλθει "ισορροπία" μεταξύ των δύο πράξεων, το όλο ζήτημα µένει και πρέπει να παραμείνει σε εκκρεμότητα, λαμβανομένου υπ' όψη ότι ο συνολικός αριθµός των αναλόγων µε τους αναιρεσίβλητους περιπτώσεων ανέρχεται σε 572 περίπου άτοµα, η δε συνολική για το Ταμείο δαπάνη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους στο ύψος των 16.000.000 ευρώ περίπου, ποσό που προφανώς ανατρέπει την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, κάτι που δεν συμβαδίζει µε τη βούληση των µερών για τη λειτουργία της δικαιοπρακτικής τους σχέσης, καθότι το αναιρεσείον διέπεται από το ν. 3026/2002, δεν είναι αυτεξούσιο και οι κρίσιμες αποφάσεις του, που αφορούν το ύψος των παρεχόμενων παροχών τελούν υπό την έγκριση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινων.

Ασφαλίσεων. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης που κρίνονται ενιαίως, µε τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιµοι. Κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 2 ν. 4085/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόµου αυτού, από 2.4.2012 "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήµερος, οφείλει νόµιµους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσµο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες µονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή µε δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγοµένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση µε το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόµενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες µονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο µέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα µε τη ρύθμιση αυτή, η οποία πρόκειται για διάταξη αναγκαστικού δικαίου και µόνη προϋπόθεση έχει την επίδοση της αγωγής, ανεξαρτήτως υπερημερίας, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άµεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.

Αν µάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άµεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.

ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, µετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ? αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (ΑΠ 1207/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον µε τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατ' εκτίμηση εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται, το μεν (1ος λόγος) ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία εφάρμοσε το άρθρο 346 ΑΚ, ενώ έπρεπε, όπως παραδεκτά ζήτησε, κατ' εφαρµογή των άρθρων 345 και 342 ΑΚ να µην επιδικάσει τόκους υπερημερίας, διότι, ενόψει της ισχύος της επίµαχης ΚΥΑ πριν την ακύρωσή της µε την υπ' αριθμ.1530/2018 απόφαση του ΣτΕ δεν υπήρχε νομική δυνατότητα εξοφλήσεως, καθότι θα διέπραττε ποινικό αδίκηµα, αποκλειοµένης ούτω της επέλευσης υπερημερίας του, το δε (2ος λόγος) ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ΑΚ 346, διότι κατά το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του που έχει δικαιοπρακτική ισχύ, για τυχόν μη έγκαιρη καταβολή της εφάπαξ παροχής αποκλείεται η υποχρέωση του Ταμείου για την καταβολή τόκων ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιµοι, αφού η διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και µόνη προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι η επίδοση της αγωγής ανεξαρτήτως υπερημερίας, το αναιρεσείον δε, δεν επικαλείται κάποια από τις εξαιρέσεις που υπάρχουν στη διάταξη αυτή, ενώ το άρθρο 7 παρ. 5 του Κανονισμού του αναιρεσείοντος δεν αναφέρεται σε τόκους επιδικίας.

Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 557 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόµενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά την απόρριψη ή µη της αγωγής ή ένστασης ως µη νόµιµης πρέπει να αναφέρεται µε πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, άλλως ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 651/2018).

Εν προκειμένω, µε τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίµηση εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη έσφαλε επειδή απέρριψε ως µη νόμιμη άνευ επαρκούς αιτιολογίας την υποβληθείσα απ? αυτό ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ), ως δήθεν θεμελιουµένης µόνο σε δυσμενείς για το Ταμείο επιπτώσεις και όχι στο σύνολο των ασφαλισμένων του που προσδοκούν στη λήψη αξιοπρεπούς εφάπαξ παροχής, αφού είναι νπιδ µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που διανέμει εκ του κεφαλαίου του παροχές στους δικαιούχους, εάν δε θιγεί το κεφάλαιό του αυτό, είναι προφανές ότι θίγεται καταχρηστικώς το σύνολο των ασφαλισμένων του.

Ωστόσο, δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αναίρεσης τα επικληθέντα, ενώπιον του Εφετείου µε τη σχετική ένσταση, πραγματικά περιστατικά που συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ ούτε ο τρόπος υποβολής του σχετικού ισχυρισμού στο Πρωτοδικείο και επαναφοράς του στο Εφετείο, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της προβολής του σχετικού ισχυρισμού ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά από όλα αυτά και µη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183,189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο µέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, µε κύρωση, σε περίπτωση µη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου µέσου, ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως µε το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, µεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 αριθμ.3 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση, αν και η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αφορά εργατική διαφορά, το αναιρεσείον επικαλείται και προσκομίζει το υπ' αριθμ. 37983841895108020004/2021 ηλεκτρονικό παράβολο, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στο αναιρεσείον, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.5.2020 και με αριθμό εκθ. καταθ. 4096/541/2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1082/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος υπ' αριθμ. 3798384189508020004/2021παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ