Legislator Case Law & Legislation
1110/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible and baseless arguments regarding contract termination and damages.

Case Number 1110/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision in a construction contract dispute. The appellant argued that the appellate court erred in admitting an indefinite claim for damages and in rejecting a counterclaim for moral damages, but the court found these arguments inadmissible due to lack of specific proposal and baseless due to the appellate court's correct rejection of the counterclaim. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 681 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the specific legal defect was not properly proposed to the appellate court, and an appeal ground is baseless if the appellate court correctly rejected the underlying claim on substantive grounds.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal ground specific proposal requirement baseless appeal argument contract termination damages moral damages counterclaim construction contract dispute legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 681 and 694 of the Civil Code
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 566/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1110 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1110/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «IQ.IA ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγομένη Εταιρείας με την επωνυμία «PROFI BALKAN ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», τελούσας υπό εκκαθάριση που εδρεύει στην Πετρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Νικολακέα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. συζύγου Ι. Μ., το γένος Ι. Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σπυριδούλα – Αγγελική Λιώση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24.02.2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 10.05.2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9063/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5741/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/7/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’αριθμ. 5741/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 9063/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε το υπόλοιπο της οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής της ποσού 30.000 ευρώ, αμοιβή για πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε ποσού 4.400 ευρώ και 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την συκοφαντική δυσφήμηση που τέλεσε σε βάρος της η αναιρεσίβλητη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της τελευταίας και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της αποδώσει το ποσό των 33.157 ευρώ για τις μη εκτελεσθείσες εργασίες, καθώς και το συμφωνηθέν ποσό των 10.000 ευρώ για την ταλαιπωρία της αναιρεσίβλητης λόγω της καθυστερήσεως κατά την εκτέλεση της συμβάσεως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

[II] Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ’ εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπληρώσεως αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009).

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της συμβάσεως να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρα 371 – 373 ΑΚ (ΑΠ 682/2010,883/2011).

Κατά το άρθρο 700 ΑΚ ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της συμβάσεως, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.

Ειδικότερα με την καταγγελία της συμβάσεως έργου από τον εργοδότη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματός του και για το κύρος της οποίας δεν απαιτείται η από μέρους του προσφορά στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής του, δημιουργούνται αυτόματα για τα μέρη, με τη λύση της συμβάσεως που η καταγγελία συνεπάγεται, οι αμοιβαίες υποχρεώσεις για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν οι παραπάνω κατ’ ένσταση προτεινόμενοι λόγοι περιορισμού αυτής, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του, την οποία αν δεν εκπληρώνει, δικαιούται ο εργοδότης να αρνηθεί τότε την πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής, προτείνοντας την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (ΑΠ 1617/2009, 1598/2011), οπότε η καταδίκη του στην καταβολή της εργολαβικής αμοιβής θα γίνει με τον όρο της ταυτόχρονης από τον εργολάβο εκπληρώσεως της αντιπαροχής του (άρθρα 374 – 378 ΑΚ).

Όμως διαφορετική από την καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ είναι ως προς τις προϋποθέσεις, αλλά και ως προς τις συνέπειες, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, που προβλέπεται από το άρθρο 686 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολό της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παραδόσεως του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη.

Με την υπαναχώρηση, η οποία μπορεί να είναι ολική ή μερική, δηλαδή μόνον κατά το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά, ολικά ή αναλόγως εν μέρει, και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο 389§2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν.

Αυτό σημαίνει ότι, σε περίπτωση μερικής υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε. Ο εργοδότης, εξάλλου, που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της συμβάσεως έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε απ' αυτή κατά το άρθρο 686 ΑΚ ή αναλόγως κατά τα άρθρα 382, 383 - 385 του ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής στον εργολάβο, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία, η κρίση του όμως ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 233/2006, 1665/2014).

Περαιτέρω το άρθρο 399 του ΑΚ ορίζει ότι αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα (ρήτρα εκπτώσεως), θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχωρήσεως (συμβατική υπαναχώρηση). Πρόκειται για κανόνα ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών, ο οποίος όμως είναι ενδοτικού χαρακτήρα (ΑΠ 696/1982, 1484/2009) και μπορεί, επομένως, να συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση αθετήσεως της υποχρεώσεως του οφειλέτη, η οποία, εν αμφιβολία, πρέπει κατά το άρθρο 397 ΑΚ να οφείλεται σε υπαιτιότητά του, η έκπτωση δεν θα αφορά όλα τα δικαιώματά του από τη σύμβαση, αλλά ορισμένα μόνον από αυτά (ρήτρα μερικής εκπτώσεως) και θα επέρχεται είτε αυτοδικαίως είτε κατόπιν αντίστοιχης μερικής υπαναχωρήσεως του δανειστή από τη σύμβαση ή ότι δεν θα ενεργεί αναδρομικά, αλλά μόνο για το μέλλον, οπότε θα πρόκειται για καταγγελία της συμβάσεως. Σε κάθε περίπτωση, ο επικαλούμενος ότι η συμφωνημένη ρήτρα εκπτώσεως του οφειλέτη από τα συμβατικά του δικαιώματα έχει έννοια διαφορετική από αυτήν του άρθρου 399 ΑΚ, δηλαδή δεν θεμελιώνει δικαίωμα υπαναχωρήσεως του δανειστή από την όλη σύμβαση, οφείλει να το επικαλεσθεί και να το αποδείξει (ΑΠ 338/2016, ΑΠ 288/2016, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 274/2008, ΑΠ 938/2005).

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα» νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν «πράγματα» και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 558/2008). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1632/2007).

[III] Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και ειδικότερα ότι, ενώ στην αγωγή της η τελευταία δεν ισχυρίζεται ότι υπήρξε εκ μέρους της εργολάβου καθυστέρηση στην εκτέλεση των συμφωνημένων εργασιών, ούτε επικαλείται ότι δεν έταξε στην εργολάβο εύλογη προθεσμία γιατί της δήλωσε ότι δεν θα ολοκληρώσει το έργο και από την όλη στάση της προέκυπτε ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, παρά μόνο ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εξαιτίας της αδικαιολόγητης καθυστερήσεως του έργου, το δικαστήριο της ουσίας εκτίμησε εσφαλμένα ότι η αναιρεσίβλητη επικαλείται πως η εργολάβος κατέστη υπερήμερη στην εκτέλεση του επίδικου έργου, το οποίο εγκατέλειψε και ότι η αναιρεσίβλητη δεν της έταξε εύλογη προθεσμία, διότι η εργολάβος της δήλωσε ότι δεν θα ολοκληρώσει το έργο και από την όλη στάση της προέκυπτε ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εκθέτει σ’ αυτή, εκτός των άλλων, και ότι, ενώ στις 14.07.2010 είχε καταβάλει στην αναιρεσείουσα εργολάβο την τελευταία δόση της αμοιβής της, ποσού 39.000 ευρώ, αυτή δεν εκτέλεσε όλες τις συμφωνηθείσες εργασίες και παρά τις προφορικές διαμαρτυρίες της για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση του έργου, η εργολάβος δεν προσήλθε για την ολοκλήρωσή του, παρά τις διαβεβαιώσεις της περί δήθεν εμφανίσεως του συνεργείου της στο έργο προς εκτέλεση των συμφωνημένων εργασιών, το οποίο μάταια ανέμενε αυτή (αναιρεσίβλητη).

Ότι λόγω της μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας, ήτοι εντός 180 ημερών από την καταβολή της πρώτης δόσεως της αμοιβής της και μέχρι τις 10.06.2010 και της εντεύθεν ζημίας που υπέστη, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και την κήρυξε έκπτωτη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο εκτίμησε ότι η αναιρεσίβλητη επικαλείται στην αγωγή της ότι έλαβε χώρα όχι καταγγελία της συμβάσεως κατά το άρθρο 700 του ΑΚ, αλλά υπαναχώρηση από τη σύμβαση λόγω ανώμαλης εξελίξεως αυτής και συγκεκριμένα ότι επικαλείται δήλη ημέρα εκπληρώσεως της παροχής, καθυστερήσεις στην εκτέλεση της συμβάσεως, παρέλευση της δήλης ημέρας και υπερημερία της αναιρεσείουσας εργολάβου ως προς την εκπλήρωση της παροχής της, ότι δεν έταξε εύλογη προθεσμία προς εκπλήρωση γιατί από τη στάση της εργολάβου προέκυπτε ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο και ότι ζητά την απόδοση της αμοιβής που κατέβαλε και αντιστοιχεί στο μέρος του έργου που δεν εκτελέστηκε, έλαβε υπόψη πράγματα που πράγματι προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, οι ως άνω λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

[IV] Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την επαναφερθείσα με τις προτάσεις της ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο, ώστε να προκύπτει ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα ή αν δεν προτάθηκε, ότι συντρέχει μια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή δεν πρόβαλε την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε στο Εφετείο.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο την αγωγή (Ολ ΑΠ 18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 536/2011).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1, στην πραγματικότητα όμως από τους αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή της αναιρεσίβλητης , λόγω μη παραθέσεως σ’ αυτή των στοιχείων των διατάξεων των άρθρων 383 και 385 ΑΚ για την θεμελίωσή της.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 αριθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εκθέτει σ'αυτήν, εκτός των άλλων, ότι η κατασκευή του όλου έργου συμφωνήθηκε ότι θα πραγματοποιείτο εντός 180 εργασίμων ημερών από την καταβολή της πρώτης δόσεως της αμοιβής της αναιρεσείουσας, ήτοι από τις 30.11.2009 και μέχρι τις 10.06.2010, ότι ενώ στις 14.07.2010 είχε καταβάλει στην αναιρεσείουσα εργολάβο την τελευταία δόση της αμοιβής της, ποσού 39.000 ευρώ, αυτή δεν εκτέλεσε όλες τις συμφωνηθείσες εργασίες και παρά τις προφορικές διαμαρτυρίες της για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση του έργου, η εργολάβος δεν προσήλθε για την ολοκλήρωσή του, παρά τις διαβεβαιώσεις της περί δήθεν μεταβάσεως του συνεργείου της στο έργο προς εκτέλεση των συμφωνημένων εργασιών, το οποίο μάταια ανέμενε αυτή (αναιρεσίβλητη).

Ότι λόγω της μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας, ήτοι εντός των 180 ημερών από την καταβολή της πρώτης δόσεως της αμοιβής της και μέχρι τις 10-6-2010 και της εντεύθεν ζημίας που υπέστη, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και την κήρυξε έκπτωτη. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 330, 341, 342, 383, 385, 387 παρ.2, 389 παρ.2, 390, 681, 908 ΑΚ, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

[V] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και ΟλΑΠ 28/1998).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και η υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από την πιο πάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Με βάση τον έλεγχο του περιεχομένου αυτού του αιτιολογικού της αποφάσεως, και όχι του περιεχομένου άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη νόμιμης βάσεως και τη βασιμότητα ή μη του προκείμενου λόγου αναιρέσεως.

Ως «ζητήματα» των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, αλλά συνέχονται με την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, και να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 614/2009).

Επίσης, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984), γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 156/2017).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1647/2018).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμ. 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1987/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους λόγους της αναιρέσεως τρίτο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, πέμπτο και έβδομο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 341, 342, 383-385 και 686 β' του ΑΚ.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 αριθμ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:

«|Τα μέρη αποτύπωσαν τη συμφωνία τους εγγράφως και υπέγραψαν στις 10.09.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, καθώς και έγγραφο συγγραφής υποχρεώσεων, σύμφωνα με τα οποία η εργολάβος ανέλαβε να κατασκευάσει το έργο με δικά της (της εργολάβου) συνεργεία και προσωπικό και κατά την αρχιτεκτονική μελέτη της αρχιτέκτονα, Μ.

Ε., την οποία είχε επιλέξει η εργοδότης. Η εργολάβος επιβαρυνόταν με το κόστος της αμοιβής των συνεργείων καθώς και με το κόστος για την αγορά, μεταφορά στο εργοτάξιο και αποθήκευση των απαιτούμενων για την κατασκευή υλικών, τα οποία θα επέλεγε η εργοδότης. Η αμοιβή της εργολάβου για την κατασκευή του έργου συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 162.000 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του φόρου προστιθέμενης αξίας.

Προκαταβλήθηκε έναντι της εργολαβικής αμοιβής το ποσό των 15.000 ευρώ και ακολούθως, συμφωνήθηκε το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής να καταβάλλεται τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπέγραψαν τα μέρη, πριν την εκκίνηση των εργασιών η εργοδότης θα καταβάλει στην εργολάβο 39.000 ευρώ, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι εργασίες προετοιμασίας των τσιμέντων του ορόφου, ο μεταλλικός σκελετός και η επένδυση του μεταλλικού σκελετού με OSB.

Στη συνέχεια η εργοδότης θα καταβάλει 39.000 ευρώ για να ολοκληρωθούν οι εργασίες των επιχρισμάτων, η κατασκευή της στέγης, η ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση η μόνωση και τα υποστρώματα των δαπέδων. Η επόμενη δόση των 39.000 ευρώ θα καταβαλλόταν προκειμένου να τοποθετηθούν γυψοσανίδες, πλακάκια, μάρμαρα, είδη υγιεινής και να γίνουν οι ελαιοχρωματισμοί (εσωτερικοί και εξωτερικοί), οι ξυλουργικές εργασίες και η τοποθέτηση κουφωμάτων.

Μετά την ολοκλήρωση αυτών των εργασιών και κατά την παράδοση του έργου η εργοδότης θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει το υπόλοιπο της αμοιβής της εργολάβου, δηλαδή το ποσό των 30.000 ευρώ. Περαιτέρω, η εναγόμενη εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει αποπερατωμένο το επίδικο έργο εντός 180 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της άδειας από το μηχανικό και την καταβολή της πρώτης δόσης της αμοιβής της, εκτός, όπως αναφέρεται στη συμφωνία, εάν σημειωθούν καθυστερήσεις στην προμήθεια και παραλαβή των συμφωνηθέντων υλικών από τους προμηθευτές, οπότε θα παρατείνεται ανάλογα η προθεσμία παράδοσης.

Τέλος, συμφωνήθηκε, ότι σε περίπτωση, που δεν καταστεί δυνατή η έγκαιρη παράδοση του έργου συνεπεία υπερημερίας της εργολάβου με αποτέλεσμα να κηρυχθεί αυτή έκπτωτη και να διακοπεί η συνεργασία μεταξύ των μερών, η εργολάβος θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην εργοδότη το ποσό των 10.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης από την ταλαιπωρία που θα υποστεί αυτή εξαιτίας της καθυστέρησης.

Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, η ενάγουσα (εναγομένη) κατέβαλε την πρώτη δόση της αμοιβής, ποσού 39.000 ευρώ στις 30.11.2009, προκειμένου να ξεκινήσουν οι οικοδομικές εργασίες, οι οποίες με βάση τη συμφωνία, θα έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί, ώστε να παραδοθεί το έργο το αργότερο μέχρι τις 10 Ιουνίου του έτους 2010, όπως αναφέρει στην αγωγή της (υπό στοιχείο Α) η ενάγουσα και δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη η ως άνω ημερομηνία παρέλευσης της προθεσμίας των 180 ημερών.

Από την αρχή, όμως, η εναγομένη (ενάγουσα) δεν ήταν συνεπής στην εκτέλεση των υποχρεώσεών της και καθυστερούσε τις εργασίες, που έπρεπε να εκτελεστούν μετά την καταβολή της πρώτης δόσης (εργασίες προετοιμασίας των τσιμέντων του ορόφου, ο μεταλλικός σκελετός και η επένδυση του μεταλλικού σκελετού με OSB).

Για το λόγο αυτό και μέρος της δεύτερης δόσης της αμοιβής, ύψους 36.000 ευρώ, που αφορούσε τις εργασίες επιχρισμάτων, την κατασκευή της στέγης, την υδραυλική και ηλεκτρική εγκατάσταση και τη μόνωση και τα υποστρώματα δαπέδων καταβλήθηκε, στις 05.05.2010. Σημειώνεται, ότι από το ποσό των 39.000 ευρώ της δόσης αυτής παρακρατήθηκε το ποσό των 3.000 ευρώ, που η ενάγουσα (εναγομένη) κατέβαλε από δικά της χρήματα (αν και δεν υποχρεούτο αφού την ύλη την χορηγούσε η εργολάβος) ως προκαταβολή για την αγορά πλακιδίων για τα δάπεδα της οικοδομής.

Η ενάγουσα (εναγομένη) αντιλαμβανόμενη, ότι δεν πρόκειται να αποπερατωθεί το έργο εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας εξέφραζε τις έντονες διαμαρτυρίες της και επισκεπτόταν τακτικά το γραφείο της νόμιμης εκπροσώπου της εργολάβου, απαιτώντας επίμονα να επισπεύσει. Εν τελεί, όμως, η εργολάβος δεν παρέδωσε το έργο μέχρι τη λήξη της συμφωνηθείσας προθεσμίας.

Η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν στα οικονομικά προβλήματα, που αυτή αντιμετώπιζε (η εργολάβος), η οποία, συνεπώς, κατέστη υπερήμερη περί την εκτέλεση της συμβατικής της υποχρέωσης. Παρά ταύτα η ενάγουσα (εναγομένη), η οποία ενδιαφερόταν να τελειώσει η οικοδομή το συντομότερο, ζήτησε από την νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης (ενάγουσας) να συνεχίσει τις οικοδομικές εργασίες και μετά την παρέλευση της προθεσμίας αποπεράτωσης, συμφώνησε δε στην πρόταση αυτής (της νόμιμης εκπροσώπου της εργολάβου, Ε.

Φ.) να αγοράσει η ίδια επιβαρυνόμενη με τη σχετική δαπάνη, κάποια υλικά και συγκεκριμένα πλακίδια και είδη υγιεινής, το κόστος αγοράς των οποίων βάρυνε την εργολάβο, προκειμένου να τοποθετηθούν στην οικοδομή. Η ενάγουσα (εναγομένη) προέβη στην αγορά των υλικών αυτών και κατέβαλε το ποσό των 5.843 ευρώ, το οποίο αφαίρεσε – με τη συναίνεση και της νόμιμης εκπροσώπου της εργολάβου – από την επόμενη δόση της αμοιβής της (της εργολάβου), ποσού 39.000 ευρώ και ως εκ τούτου της κατέβαλε για την αιτία αυτή, στις 14-7-2010, το ποσό των 33.157 ευρώ.

Αφού της καταβλήθηκε και το ποσό της τρίτης δόσης, η εναγομένη (ενάγουσα) όφειλε να τοποθετήσει τις γυψοσανίδες, τα πλακάκια, τα μάρμαρα, τα είδη υγιεινής, τα κουφώματα, να πραγματοποιήσει με τα συνεργεία της χρωματισμούς εσωτερικών και εξωτερικών χώρων, καθώς και τις ξυλουργικές εργασίες. Αντ’ αυτού μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του έτους 2010 πέραν της τοποθέτησης των πλακιδίων και των ειδών υγιεινής, δεν σημειώθηκε άλλη πρόοδος στις εργασίες και φυσικά δεν παραδόθηκε το έργο.

Μάλιστα δε, παρατηρήθηκαν και κακοτεχνίες στην κατασκευή. Η ενάγουσα (εναγομένη), η οποία είναι μόνιμη κάτοικος Αθηνών και η οποία αναγκαζόταν να παραμένει στο Αργοστόλι για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ώστε να παρακολουθεί την οικοδομή, απηύθυνε διαμαρτυρίες στην νόμιμη εκπρόσωπο της εργολάβου, η οποία αντέταξε, ότι το έργο δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί προφανώς για το λόγο, ότι ήδη αυτή αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και αδυνατούσε να καλύψει τις δαπάνες για την αγορά των υλικών, όπως υποχρεούτο, και την αμοιβή του εργατοτεχνικού προσωπικού [...].

Κατόπιν αυτών η ενάγουσα (εναγομένη) με την από 16.11.2010 δήλωσή της, την οποία επέδωσε στην νόμιμη εκπρόσωπο της εναγομένης (ενάγουσας) στις 17.11.2010 και εφόσον από όλη τη στάση της εργολάβου προέκυπτε, ότι δεν πρόκειται να εκτελέσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, δήλωσε, ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση ως προς το μη εκτελεσθέν μέρος αυτής.

Η εναγόμενη εργολάβος επικαλέστηκε με τις προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ως άμυνα κατά της υπό στοιχείο Α αγωγής), ότι η ενάγουσα εργοδότης ευθύνεται για την καθυστέρηση και άρα αυτή δεν κατέστη υπερήμερη, αφού η ενάγουσα δεν της παρέδωσε έγκαιρα τα πλακίδια για τα λουτρά και τα είδη υγιεινής, ενόψει του ότι κατά τους ισχυρισμούς της τούτο έλαβε χώρα σταδιακά μετά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης του έργου και μέχρι τις 29.10.2010.

Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης εργολάβου, που συνιστά την εκ του άρθρου 342 ΑΚ ένσταση και του οποίου (ισχυρισμού) το βάρος απόδειξης φέρει η εναγόμενη (ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1011/2010 – ΝΟΜΟΣ) δεν αποδείχτηκε, ότι είναι βάσιμος στην ουσία του. Και τούτο διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν οι καθυστερήσεις εκ μέρους της εργολάβου είχαν ξεκινήσει πολύ πριν την τελική ημερομηνία παράδοσης, αφού μόλις στις 05.05.2010 καταβλήθηκε η δεύτερη δόση της αμοιβής για την εκτέλεση του τμήματος του έργου, που αφορούσε τις εργασίες επιχρισμάτων, την κατασκευή της στέγης, την υδραυλική και ηλεκτρολογική εγκατάσταση, τη μόνωση και τα υποστρώματα των δαπέδων.

Δεν προέκυψε δε ότι συνέτρεχαν άλλοι λόγοι στο πρόσωπο της ενάγουσας, που να μην της επέτρεπαν να παραδώσει έγκαιρα τα υλικά, που προμηθεύτηκε η ίδια (πλακίδια και είδη υγιεινής), στην περίπτωση κατά την οποία οι εργασίες θα είχαν προχωρήσει μέχρι το στάδιο αυτό, δηλαδή της τοποθέτησης των. πλακιδίων και των ειδών υγιεινής.

Αποδείχτηκε, ενόψει των παραπάνω, που έγιναν δεκτά, ότι δεν έλαβε χώρα καταγγελία της σύμβασης, όπως αβάσιμα επικαλείται η ενάγουσα - εργολάβος με την (υπό στοιχείο Β) αγωγή της. Με τη δήλωση της (μερικής) υπαναχώρησης επήλθε αναδρομική κατάργηση της ενοχικής σχέσης κατά το μέρος, που δεν εκτελέστηκε.

Συνεπώς, ανατρέπονται οι υποχρεώσεις των μερών προς παροχή, οι οποίες δεν έχουν εκπληρωθεί και γεννάται υποχρέωση για απόδοση των παροχών, που καταβλήθηκαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ως εκ τούτου η εργοδότης δικαιούται να αναζητήσει και η εργολάβος υποχρεούται να αποδώσει τον πλουτισμό της, ο οποίος ανέρχεται στο μέρος της αμοιβής, που της καταβλήθηκε με την τρίτη δόση και η οποία (αμοιβή) ανέρχεται στο ποσό των 33.157 ευρώ, αφορά δε τούτη στις συμφωνηθείσες και μη εκτελεσθείσες εργασίες, που αναφέρθηκαν (σημειώνεται, ότι δεν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση εκ μέρους της εναγομένης ως προς την έκταση των εργασιών, που εκτελέσθηκαν και αυτών που παρέμειναν ανεκτέλεστες ή ημιτελείς). Επιπλέον, η εναγόμενη εργολάβος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα εργοδότη το ποσό των 10.000 ευρώ, που είχαν συμφωνήσει ως χρηματική ικανοποίηση για την ταλαιπωρία της λόγω της καθυστέρησης κατά την εκτέλεση της σύμβασης. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η δήλωση της ενάγουσας (εναγομένης) αποτελεί (μερική) υπαναχώρηση και όχι καταγγελία, αυτή ως εργοδότης δεν οφείλει να καταβάλει στην εργολάβο το ποσό των 30.000 ευρώ ως υπόλοιπο της αμοιβής της, όπως ζητείται με την υπό στοιχείο Β αγωγή|».

Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, το οποίο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, απέρριψε κατ'ουσίαν την ένσταση της αναιρεσείουσας ότι η καθυστέρηση της παροχής της οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 341, 342, 383-385, 686β' του ΑΚ, τις οποίες σωστά εφάρμοσε, καθόσον: (α) πράγματι είχε συμφωνηθεί δήλη ημέρα για την παράδοση του έργου αποπερατωμένου, ήτοι εντός 180 εργασίμων ημερών από την παραλαβή της άδειας από τον μηχανικό και την καταβολή της πρώτης δόσεως της αμοιβής της εργολάβου, η οποία καταβλήθηκε στις 30.11.2009, (β) η αναιρεσείουσα καθυστερούσε τις εργασίες που έπρεπε να εκτελεσθούν μετά την καταβολή της ως άνω πρώτης δόσεως, για το λόγο αυτό μέρος της δεύτερης δόσεως της αμοιβής της που αφορούσε τις εργασίες επιχρισμάτων, την κατασκευή της στέγης, την υδραυλική και ηλεκτρική εγκατάσταση, τη μόνωση και τα υποστρώματα των δαπέδων, καταβλήθηκε στις 05.05.2010, (γ) η αναιρεσίβλητη, αντιλαμβανόμενη ότι δεν πρόκειται να αποπερατωθεί το έργο εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας, διαμαρτυρόταν έντονα στην αναιρεσείουσα, απαιτώντας να επισπεύσει, τελικά όμως η εργολάβος δεν παρέδωσε το έργο μέχρι τη λήξη της συμφωνηθείσης προθεσμίας, καταστάσα υπερήμερη, (δ) η αναιρεσίβλητη, ενδιαφερόμενη να αποπερατωθεί η οικοδομή της, ζήτησε από την αναιρεσείουσα να συνεχίσει τις οικοδομικές εργασίες και μετά την πάροδο της δήλης ημέρας και να αγοράσει η ίδια με δικές της δαπάνες τα πλακίδια και τα είδη υγιεινής, αφαιρώντας το ποσό της σχετικής δαπάνης από την τρίτη δόση της αμοιβής της αναιρεσείουσας και καταβάλλοντας σ’ αυτή 33.157 ευρώ στις 14.07.2010, (ε) παρά την καταβολή και της τρίτης δόσεως της αμοιβής της η αναιρεσείουσα, εκτός από την τοποθέτηση των πλακιδίων και των ειδών υγιεινής δεν προέβη σε άλλες εργασίες μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 2010 και φυσικά δεν παρέδωσε το έργο αποπερατωμένο και (στ) επειδή από όλη τη στάση της εργολάβου προέκυπτε ότι δεν πρόκειται να εκτελέσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της, η αναιρεσίβλητη με την από 16.11.2010 δήλωσή της υπαναχώρησε από τη σύμβαση ως προς το μη εκτελεσθέν μέρος αυτής.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω αιτιολογιών.

Επομένως, οι παραπάνω λόγοι της αναιρέσεως τρίτος, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, πέμπτος και έβδομος, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

[VI] Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).

Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 1573/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και όγδοο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου α) της από 10.09.2009 συμβάσεως – συγγραφής υποχρεώσεων και (β) του από 10.09.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού αναθέσεως έργου.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, από εσφαλμένη ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων, κατέληξε ότι η εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει αποπερατωμένο το έργο εντός 180 εργασίμων ημερών από την παραλαβή της άδειας από τον μηχανικό και την καταβολή της πρώτης δόσεως της αμοιβής της, εκτός αν σημειωθούν καθυστερήσεις στην προμήθεια και παραλαβή των συμφωνηθέντων υλικών από τους προμηθευτές, οπότε θα παρατείνεται ανάλογα η προθεσμία παραδόσεως και ότι το έργο έπρεπε να παραδοθεί το αργότερο μέχρι τις 10.06.2010, σε περίπτωση δε που δεν καταστεί δυνατή η έγκαιρη παράδοση του έργου συνεπεία υπερημερίας της εργολάβου, με αποτέλεσμα να κηρυχθεί αυτή έκπτωτη, η εργολάβος είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην εργοδότη το ποσό των 10.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της από την ταλαιπωρία που θα υποστεί εξαιτίας της καθυστερήσεως, αντί να αναγνώσει ότι στα ως άνω έγγραφα αναγράφεται ρητά ότι η συμφωνηθείσα προθεσμία των 180 εργασίμων ημερών συμφωνήθηκε ως ενδεικτική και παρατεινόμενη σε περίπτωση καθυστερήσεως των δόσεων, ότι σε περίπτωση παρελεύσεως της συμφωνηθείσης προθεσμίας παραδόσεως του έργου χωρίς αυτό να έχει ολοκληρωθεί η εργολάβος θα καταβάλει ως ποινική ρήτρα στην εργοδότη για κάθε ημέρα καθυστερήσεως και μέχρι την πλήρη αποπεράτωσή του το ποσό των 200 ευρώ, άλλως αφού κοινοποιήσει εξώδικο στην εργολάβο και επιστήσει την υπερημερία της να την κηρύξει έκπτωτη από το έργο, να συνεχίσει και ολοκληρώσει αυτό με άλλο δικής της επιλογής εργατοτεχνικό προσωπικό, στην περίπτωση δε αυτή η εργολάβος έχει υποχρέωση να καταβάλει στην εργοδότη 10.000 ευρώ ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που αναγνωρίζει ρητά ότι θα υποστεί η εργοδότης από την καθυστέρηση παραδόσεως του έργου λόγω της υπερημερίας της.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των ανωτέρω εγγράφων, προκύπτει ότι το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε αυτά και συνεκτιμώντας το περιεχόμενό τους με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατέληξε στην κρίση ότι η εργολάβος ήταν υποχρεωμένη να αποπερατώσει το έργο εντός 180 εργασίμων ημερών από την καταβολή της πρώτης δόσεως της αμοιβής της, εκτός αν σημειωθούν καθυστερήσεις στην προμήθεια και παραλαβή των συμφωνηθέντων υλικών από τους προμηθευτές, οπότε θα παρατείνεται ανάλογα η προθεσμία παραδόσεως και σε περίπτωση μη έγκαιρης παραδόσεως του έργου συνεπεία υπερημερίας της εργολάβου, αυτή υποχρεούται να καταβάλει στην εργοδότη 10.000 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της από την ταλαιπωρία που θα υποστεί εξαιτίας της καθυστερήσεως, συνάγοντας έτσι διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

[VII] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερόμενων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 2050/2007). Εξάλλου η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτού ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει ούτε στις λοιπές από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, για να ιδρύσει τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο. Για να είναι δε ορισμένος αυτός ο λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η πρόταση αυτή (ΑΠ 566/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω της αοριστίας του, το κονδύλιο της αγωγής των 39.000 ευρώ, το οποίο ζητούσε η αναιρεσίβλητη να της αποδώσει μετά την υπαναχώρησή της από τη σύμβαση.

Από την επισκόπηση των προτάσεων τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προτείνει νόμιμα τον ως άνω ισχυρισμό της, αρκούμενη στην γενικόλογη αναφορά ότι το εν λόγω κονδύλιο είναι καταφανώς αόριστο, νόμω και ουσία αβάσιμο. Επομένως, εφόσον δεν είχε προταθεί νόμιμα ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ο από τον αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, με τον όγδοο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε το αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης, με το οποίο ζητούσε την καταβολή του ποσού των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη της από την καθυστέρηση παραδόσεως του έργου λόγω της υπερημερίας της, ως αόριστο, αντιφάσκον και αντικρουόμενο με το σωρευτικώς προβαλλόμενο αίτημα της ποινικής ρήτρας των 25.000 ευρώ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον όρο του μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν μπορούσαν αυτά να απαιτηθούν σωρευτικώς, αλλά, λόγω της διαζευκτικής διατυπώσεως του όρου, μόνο το ένα εξ αυτών.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε το ως άνω αίτημα της αγωγής περί καταβολής της ποινής των 25.000 ευρώ που κατέπεσε ως μη νόμιμο, καθόσον με την υπαναχώρηση επήλθε όχι μόνο αναδρομική κατάργηση της συμβάσεως, αλλά και της παρεπόμενης ρήτρας για την ποινή.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο απέρριψε το ως άνω αίτημα ως μη νόμιμο.

[VIII] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106,176,183,191αριθμ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.07.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ’αριθμ. 5741/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του

Αρείου Πάγου