Supreme Court dismisses appeal on joint liability ratio error, ruling lower court correctly applied joint responsibility principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed appeals filed by a financial company and an individual against a Third Instance Court decision. The appellants argued the lower court erred in calculating the joint liability ratio between the parties. The court held that the lower court's assessment of the liability ratio was legally sound and did not constitute a procedural error warranting retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that a lower court's determination of the proportion of joint liability among defendants, based on the causal relationship between their actions, does not constitute a procedural error under Article 559(8) merely because the ratio differs from the appellant's claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1110 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1110/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", η οποία εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Αποστολάκη, η οποία ανακάλεσε την από 22-11-2019 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γερακιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Β) Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γερακιό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Ρ. του Α., κατοίκου ... 3) Ε. Δ. του Ε., κατοίκου ... και 4) Π. Σ. του Β., κατοίκου .... Οι πρώτη, δεύτερος και τρίτη αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Αποστολάκη, η οποία ανακάλεσε τις δύο από 22-11-2019 δηλώσεις της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2007 αγωγή και την από 20-7-2009 αυμπλήρωση αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Κ. Α., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5977/2011 εν μέρει οριστική και 3415/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1460/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα της από 4-7-2018 αίτησης με την αίτησή της και με τους από 19-10-2019 προσθέτους αυτής λόγους και ο αναιρεσείων της από 16-2-2018 αίτησης με την αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας "... Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" ζήτησε την παραδοχή της από 4-7-2018 αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη και η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων 1) "... Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", 2) Α. Ρ. του Α. και 3) Ε. Δ. του Ε. την απόρριψη της από 16-2-2018 αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς α) από 16-02-2018 αίτηση αναιρέσεως του Κ. Α. και β) από 4-7-2018 αίτηση αναιρέσεως της ... Χρηματιστηριακής Ανώνυμης Εταιρείας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και το, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569§2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες και προς τον αναιρεσίβλητο επιδοθέντες, από 19-10-1019 πρόσθετοι λόγοι αυτής (ΟλΑΠ 33/1996), με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 1460/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των αρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 και 576§§ 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΟλΑΠ 13/2007, ΑΠ 1121/2018, ΑΠ686/2018).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (αρθρ.575 παρ.1 εδ.β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσεως και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 322/2016, ΑΠ 97/ 2015, ΑΠ 162/2012).
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 1507/2014, ΑΠ 712/2012). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 16.02.2018 αίτηση του Κ. Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1460/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι τη συζήτηση αυτής επισπεύδει ο αναιρεσείων, κατά παραγγελία του οποίου η αρμόδια δικαστική επιμελήτρια του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Χ. Γ. επέδωσε στον τέταρτο αναιρεσίβλητο αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση να παραστεί κατά τη δικάσιμο της 25.2.2019.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι παρέστησαν δια πληρεξουσίων δικηγόρων, με κοινό αίτημα των οποίων η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (25.11.2019) και ενεγράφη στο πινάκιο.Κατ' αυτήν όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του. (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).
Στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2396/1996 ορίζεται ότι η καθ'οιονδήποτε τρόπο κατ' επάγγελμα παροχή επενδυτικών υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο στις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.5 του Ν.2579/1998, η χρηματιστηριακή εταιρεία είναι ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με κύριο σκοπό τη διεξαγωγή χρηματιστηριακών συναλλαγών.
Στις χρηματιστηριακές συναλλαγές, δηλαδή στις δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν ως αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα (άρθρο 15 παρ.1 του Ν.3632/1928), περιλαμβάνεται και η σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας για την αγορά ή την πώληση μετοχών ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Η σύμβαση αυτή υπάγεται στην κατηγορία της περίπτωσης (γ) του άρθρου 20 παρ.1 του Ν.1806//988.που αντικατέστησε την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 16 του Ν. 3632/1928, ως συναφής ή παρεπόμενη δικαιοπραξία με τη διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής σύμβασης για την αγορά ή την πώληση των πιο πάνω χρηματιστηριακών πραγμάτων.
Αντικείμενο της σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας, η οποία αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας, κατά το άρθρο 90 του ΕμπΝ, και επί της οποίας εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του ΑΚ περί εντολής, είναι αφενός με η ανάληψη της υποχρέωσης από τον παραγγελιοδόχο χρηματιστή (χρηματιστηριακή εταιρεία) να εκτελέσει στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του παραγγελέα πελάτη του, την παραγγελία (εντολή) του τελευταίου, για την αγορά ή την πώληση μετοχών ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο με τη σύναψη της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής, αφετέρου δε η ανάληψη της υποχρέωσης από τον παραγγελέα-πελάτη να καταβάλει στο χρηματιστή (χρηματιστηριακή εταιρεία) την αμοιβή (προμήθεια) για τη διενέργεια της κύριας χρηματιστηριακής συναλλαγής (ΟλΑΠ 824/1977, ΑΠ 164/2008, ΑΠ 23/2006).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ ο εντολοδόχος έχει την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της ευθυνόμενος κατά την εκπλήρωση των άνω υποχρεώσεών του σύμφωνα με το άρθρο 714 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 297, 298 ΑΚ για κάθε πταίσμα επομένως και για ελαφρά αμέλεια και υποχρεούται να ανορθώσει κάθε ζημία την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία είχε ως γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου (ΑΠ 164/2008, 1470/1998).
Επομένως ο χρηματιστής στα πλαίσια νόμιμης χρηματιστηριακής παραγγελίας ή ευρύτερου περιεχομένου σύμβασης διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έλαβε χρήματα από τον εντολέα του προκειμένου να συνάψει νόμιμη κυρία χρηματιστηριακή σύμβαση ή προκειμένου να τα διαχειριστεί συνάπτοντας και τέτοιες συμβάσεις αντιστοίχως, έχει υποχρέωση συμβατική κατ' άρθρο 719 ΑΚ να αποδώσει στον εντολέα του το χρηματιστηριακά πράγματα που απέκτησε για λογαριασμό αυτού, εφόσον εκτέλεσε τη μεμονωμένη παραγγελία ή εφόσον περατωθεί ή λυθεί κατά οποιοδήποτε τρόπο η σύμβαση διαχείρισης (724 ΑΚ) άλλως να του επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε για την εκτέλεση των συμβάσεων.
Εφόσον συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας δηλαδή παράνομη και υπαίτια ιδιοποίηση των δοθέντων προς εκτέλεση της εντολής χρημάτων ή των αποκτηθέντων για λογαριασμό του εντολέως πραγμάτων υπάρχει και υποχρέωση του χρηματιστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό προς το άρθρο 375 ΑΚ να αποδώσει τα ληφθέντα πράγματα (χρήματα) ή την αξία των αποκτηθέντων χρημάτων ως αποζημίωση (ΑΠ 750/1995).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελιώσεως της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, που υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, της ποιοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ο ενάγων ή ο ενιστάμενος επικαλείται απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών, και της ποσοτικής αοριστίας, που υπάρχει όταν ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα.
Με βάση τη διάκριση αυτή ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο η νομική αοριστία της αγωγής με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο (ΟλομΑΠ 18/1998), ενώ η ποσοτική και ποιοτική αοριστία με τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγους (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 143/2018). Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 851/2015). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΟλΑΠ 16/2000, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 387/2015, ΑΠ 46/2013, ΑΠ 536/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4, 216 ΚΠολΔ, 914, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, όσα παρέλειψε, από το νόμο, τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Πρέπει, περαιτέρω, να αναφέρονται τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 838/2011). Παράνομη δε συμπεριφορά που μπορεί, συντρεχόντων και των λοιπών προϋποθέσεων, να οδηγήσει σε ευθύνη με τις διατάξεις της αδικοπραξίας, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό κανόνα δικαίου, που θεμελιώνει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος ή σε απαγορευτικό κανόνα δικαίου, όπως συντρέχει στην περίπτωση της υπεξαίρεσης της διάταξης του άρθρου 375 ΠΚ, όταν δηλαδή ο υπαίτιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο ή του το έχουν εμπιστευθεί, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας (ΑΠ 2258/2014, ΑΠ 28/2010, ΑΠ 1441/2010).
Για το ορισμένο της αγωγής από αδικοπραξία αρκεί να εκτίθενται στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου, ότι η συμπεριφορά αυτή είναι υπαίτια (δόλος ή αμέλεια), ότι εξ αυτής προκλήθηκε ζημία στον ενάγοντα που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του εναγομένου και να καθορίζεται το ποσό κατά αιτία, αν δε με την αγωγή γίνεται επίκληση της αόριστης νομικής έννοιας της αμέλειας, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και τη θεμελιώνουν έστω και αν δεν συμπίπτουν πλήρως με τα επικαλούμενα στην αγωγή, χωρίς να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ847/2010).
Επί αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται η εξειδίκευση των επί μέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσεως εκάστου μέλους της διοικήσεως για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρεώσεως προς αποζημίωση του ζημιωθέντος εκ του αδικήματος. Μπορεί, όμως, το μέλος της διοικήσεως να επικαλεστεί με ένσταση (την οποία βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιος για τη διάπραξη του αδικήματος και την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 627/2009).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., που ορίζει ότι: "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του", συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει, 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του Α.Κ.
και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 1621/2018, ΑΠ 1440/2014).
Η επίκληση δε της νομικής έννοιας της προστήσεως εμπεριέχει και πρόταση γεγονότων που τη συγκροτούν, όπως η διαφύλαξη του δικαιώματος παροχής οδηγιών κλπ, η δε συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας της προστήσεως μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω κι αν αυτά δεν τα έχει επικαλεστεί ο ενάγων (ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 1966/2008).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Ως την πρώτη συζήτηση της αγωγής μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Με το εδ. α' καθιερώνεται η αρχή της απαγόρευσης της μεταβολής, της βάσης της αγωγής, για λόγους αποτροπής αιφνιδιασμού του εναγομένου και παγιοποίησης του αντικειμένου της δίκης και συνακόλουθα της αποδεικτικής διαδικασίας και της διάγνωσης από το δικαστήριο.
Η άνω απαγόρευση μεταβολής της βάσης της αγωγής αφορά όχι μόνο τη γνήσια μεταβολή, δηλαδή την αντικατάσταση της βάσης της αγωγής, αλλά και την προβολή για πρώτη φορά με τις προτάσεις, πραγματικών ισχυρισμών που καθιστούν Ορισμένη την αρχικώς αόριστη αγωγή, καθώς και την προσθήκη νέας αυτοτελούς βάσης ή και τη μεταβολή της σειράς των περισσοτέρων βάσεων που ασκούνται επικουρικώς.
Έτσι η επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτη, εφόσον χωρίς αυτή η αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη. Αντιθέτως είναι επιτρεπτή η με τις προτάσεις εξειδίκευση πραγματικών γεγονότων, στα οποία στηρίζεται ο νομικός χαρακτηρισμός, καθώς και η επίκληση των πραγματικών γεγονότων που είναι παραγωγικά ενός δικαιώματος.
Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής υπάρχει όταν η προσθήκη που γίνεται αφορά το αντικείμενο της δίκης, την επίδικη έννομη σχέση, της οποίας η διάγνωση δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την προσθήκη. Η κατά παράβαση του άρθρου 224 ΚΠολΔ μεταβολή της βάσης της αγωγής ή η ανεπίτρεπτη συμπλήρωση ισχυρισμών, καθιστά απαράδεκτη αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο, κατά τα οικεία μέρη, του κυρίως δικογράφου της από 4.07.2018 αίτησης αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αριθμούς 14 και 8 πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε ορισμένο το ένδικο αγωγικό δικόγραφο, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους της έφεσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει την περί του αντιθέτου ένστασή της.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι εκτίθενται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: ".....η πρώτη εναγομένη είναι χρηματιστηριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΧΕΠΕΥ), ο δεύτερος εναγόμενος ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας, η τρίτη εναγομένη ήταν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα διευθύντρια του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης στη Θεσσαλονίκη, η οποία εκπροσωπούσε σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος, συμμορφούμενη προς τις οδηγίες και εντολές του δ.σ.
της πρώτης εναγομένης, ενώ ο τέταρτος εναγόμενος συνδεόταν, μέχρι το καλοκαίρι του 2006, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με την πρώτη εναγομένη, προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο υποκατάστημα της Θεσσαλονίκης, υπό τις οδηγίες και εντολές του δεύτερου και τρίτης των εναγομένων. Ο ενάγων, κατόπιν προτροπών του τέταρτου εναγομένου, κατάρτισε με την πρώτη εναγομένη την από 22.1.2000 σύμβαση παροχής χρηματιστηριακών επενδυτικών υπηρεσιών, κατά την οποία η πρώτη εναγομένη ανέλαβε να λαμβάνει, διαβιβάζει και εκτελεί τις εντολές του ενάγοντος για την κατάρτιση συναλλαγών επί κινητών αξιών (μετοχών ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο ΧΑΑ, να ενημερώνει τον ενάγοντα για τις καθημερινές διενεργούμενες συναλλαγές, να καταχωρεί τις αμοιβαίες χρηματικές απαιτήσεις σε άτοκο χρεοπιστωτικό λογαριασμό και να αποστέλλει ταχυδρομικά ανά τρίμηνο επιστολή με την οποία να του γνωστοποιεί το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού και τους μετοχικούς τίτλους που φυλάσσονταν στην εταιρεία, ενώ ο ενάγων θα έπρεπε να καταβάλει το αντίτιμο των μετοχών και των τίτλων.
Σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης η πρώτη εναγομένη κατάρτισε για λογαριασμό του και κατόπιν σχετικών εντολών του τις αναφερόμενες ειδικά χρηματιστηριακές συναλλαγές. Μετά από αίτημα της πρώτης εναγομένης, παρείχε στον τέταρτο εναγόμενο την από 28.6.2000 εξουσιοδότηση, με την οποία αυτός αποκτούσε το δικαίωμα να εκτελεί στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος και κατά την απόλυτη κρίση του ιδίου, εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών και λοιπών κινητών αξιών, εισηγμένων στο χρηματιστήριο, εντολές συμμετοχής στην αύξηση κεφαλαίου ανώνυμων εταιρειών και διάθεσης του δικαιώματος προτίμησης μετοχών και θα είχε το δικαίωμα να ενημερώνεται για λογαριασμό του ενάγοντος για την εκτέλεση των εντολών που δίδονταν στο όνομά του προς την πρώτη εναγομένη, καθώς και να παραλαμβάνει τις ανακοινώσεις και τις γνωστοποιήσεις των αντίστοιχων συναλλαγών.
Η εξουσιοδότηση εξυπηρετούσε τις ανάγκες εσωτερικής λειτουργίας της εταιρείας και ότι όλες οι συναλλαγές θα εξακολουθούσαν να γίνονται κατά τον ίδιο τρόπο, δηλαδή μόνο μετά από προηγούμενη ενημέρωση και αντίστοιχες εντολές του ενάγοντος. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπέγραψε τους με αριθμό 5 και 6 προδιατυπωμένους όρους της εξουσιοδότησης, κατά τους οποίους ο τέταρτος εναγόμενος αποκτούσε το δικαίωμα να διεκπεραιώνει όλες τις δοσοληψίες σχετικά με τις συναλλαγές που θα διενεργούνταν στο όνομά του, καθώς και θα είχε εν γένει, στο όνομα του ενάγοντος, το δικαίωμα διενέργειας κάθε πράξης και υπογραφής κάθε εγγράφου που θα ήταν αναγκαίο για την εκτέλεση των ως άνω εντολών, ακόμη κι αν δεν αναφέρονταν ειδικά στην εξουσιοδότηση.
Με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση και μετά την παροχή της εξουσιοδότησης, δεν θα πραγματοποιούνταν καμία συναλλαγή χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή του και προκαταβολή της αξίας του αντίστοιχου πινακιδίου ή ύπαρξη ισόποσου με αυτή χρηματικού υπολοίπου, ενώ καμία πώληση μετοχών δεν θα λάμβανε χώρα αν η τιμή πώλησης δεν ήταν μεγαλύτερη της τιμής αγοράς της ίδιας μετοχής κατά ποσοστό10%.
Μετά την τελευταία εντολή που έδωσε στις 10.10.2000 και αφορούσε τη συμμετοχή του στην αύξησή του μετοχικού κεφαλαίου της ... και έως τον Οκτώβριο του έτους 2005 δεν έδωσε καμία προφορική ή γραπτή εντολή για τη διενέργεια χρηματιστηριακής συναλλαγής, ούτε έλαβε αντίστοιχη ενημέρωση από την πρώτη εναγομένη, ούτε οχλήθηκε για την καταβολή χρηματικού ποσού για την αγορά νέων μετοχών.
Τον Οκτώβριο του 2005, ζήτησε από το υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στη Θεσσαλονίκη να ενημερωθεί για το χαρτοφυλάκιο του... ενώ η αποτίμηση του χαρτοφυλακίου αυτού ανερχόταν, κατά τους υπολογισμούς των εναγομένων, στο ποσό των 200.000 ευρώ. Ο τέταρτος εναγόμενος, ενεργώντας βάσει σχεδίου που είχαν καταστρώσει και εκτελούσαν από κοινού οι εναγόμενοι, του ανέφερε ότι ο ίδιος διαχειρίστηκε τάχα το χαρτοφυλάκιο, χωρίς να γνωρίζει η πρώτη εναγομένη και τελικά μετά τη διαβεβαίωση ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει για το ποσό των 200.000 ευρώ, δέχθηκε να μην ενημερώσει την εταιρεία για τις αντιρρήσεις και διαφωνίες του σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του.
Η πρώτη εναγομένη τον ενημέρωσε ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του είχε μηδενιστεί, από το έτος 2004, εξαιτίας αλλεπάλληλων αγοραπωλησιών μετοχών, στις οποίες είχαν προβεί οι εναγόμενοι, οι οποίοι διαχειρίστηκαν ερήμην και εν αγνοία του το χαρτοφυλάκιο του και τα χρηματικά του διαθέσιμα, και κατόρθωσαν συστηματικά και μεθοδικά να ροκανίσουν την περιουσία του, δηλαδή το χαρτοφυλάκιο του, που τους είχε εμπιστευθεί".
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή έχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση της και συγκεκριμένα είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της επί των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ.
Από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι περιγράφεται λεπτομερώς η παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων φυσικών προσώπων, οι οποίοι φέρονται με την αγωγή να ενεργούν από κοινού κατά την εκτέλεση του παράνομου σχεδίου τους, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση των χρημάτων, που ο ενάγων είχε εμπιστευθεί σ' αυτούς, λόγω της ιδιότητάς των ως εντολοδόχων και ειδικά την άνευ εντολής και εν αγνοία του ενάγοντος εκποίηση του χαρτοφυλακίου του και την εν συνέχεια χρησιμοποίηση του τιμήματος της εκποιήσεως προς εξυπηρέτηση ιδίων σκοπών, χωρίς περαιτέρω να απαιτείται εξειδίκευση της κάθε επί μέρους πράξεως που ο κάθε εναγόμενος ενήργησε, αφού αυτοί φέρονται ότι ενήργησαν από κοινού.
Επίσης εκτίθεται η ζημία που ο ενάγων έχει υποστεί από τις παράνομες ενέργειες των εναγομένων-φυσικών προσώπων, προστηθέντων της πρώτης εναγομένης.
Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία, δεχθείσα τα ίδια, απέρριψε τους πρώτο και τέταρτο, λόγους της εφέσεως με τους οποίους υποβαλλόταν παράπονο για την απόρριψη από την πρωτόδικη απόφαση της προβληθείσης από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ενστάσεως αοριστίας της αγωγής, και ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ευθύνη από αδικοπραξία, έλαβε υπόψη τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, έκρινε νόμιμη την αγωγή και δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν άντλησε στοιχεία εκτός του δικογράφου της αγωγής για να κρίνει τη νομική βασιμότητα αυτής στηριζόμενη στην αδικοπρακτική ευθύνη, αφού το εν λόγω δικόγραφο περιέχει τα στοιχεία που πληρούν τα πραγματικά των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 330 και δη παράνομη συμπεριφορά, πταίσμα, ζημία και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον προσάπτονται πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ.1, 8 και 14 ΚΠολΔ, τυγχάνει αβάσιμος. ? Σύμφωνα με το άρθρο 12 § 5 του ν. 3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 §1 ν. 3152/2003, η παραγγελία προς το χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του, μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει την υπογραφή του τελευταίου.
Εξάλλου, το άρθρο 27 §§ 1 και 2 του ν. 1806/1988 προέβλεπε ότι α) όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) για το σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα από γνώμη του Δ.Σ.
του ΧΑΑ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) το μέλος του ΧΑΑ δεν μπορεί να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία.
Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 § 1 του ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ, καθώς και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, τις οποίες η ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.
Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία, μέλος του ΧΑΑ ή άλλη ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ, δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νομίμως τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.
Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 § 1 του ν. 1806/1988, είχε εκδοθεί η υπ' αριθ. 6280/β508/17-5-1989 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία υποχρεούνταν οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδόμενες από τους πελάτες τους εντολές.
Σύμφωνα με την παραπάνω υπουργική απόφαση, το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από το χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει ο χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα της ρίψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου.
Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής από το χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. Δηλαδή ο νομοθέτης, απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία, ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησης τους από τον χρηματιστή ή τις ΑΧΕ και ΕΠΕΥ προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα προς την τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας.
Με το νόμο 2396/1996 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιρειών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΛΔΕ). Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και το πλαίσιο συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει την διαδικασία καταγραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει το γραπτό τύπο για την χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές στις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς τις ΑΧΕ.
Τέλος ούτε οι διατάξεις των άρθρων 40 και 25 του Ν. 3606/2007 επιβάλλουν τον έγγραφο τύπο για τη χορήγηση των ανωτέρω χρηματιστηριακών εντολών. Επομένως, ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, συνεπώς και με μάρτυρες, λόγω και της φύσεως αυτής ως εμπορικής (άρθρο 394 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠολΔ.
Η ως άνω τελολογική ερμηνεία ανταποκρίνεται και στη συστηματική ένταξη των διατάξεων του άρθρου 27 §§ 1 και 2 του ν. 1806/1988 στο κεφάλαιο Ζ του εν λόγω νόμου, το οποίο αφορά τη διαφάνεια των συναλλαγών "ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία των χρηματιστηρίων όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων" (ΟλΑΠ 7/2010, ΟλΑΠ 5/2009, ΑΠ 1/2011, ΑΠ 995/2010).
Επομένως, ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των συμβαλλομένων, με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, επομένως και με έγγραφα και μάρτυρες και αν ακόμη ο χρηματιστής δεν έχει εκπληρώσει τις απορρέουσες από τη χρηματιστηριακή νομοθεσία υποχρεώσεις του προς τήρηση των υπό του νόμου οριζομένων βιβλίων και έκδοση και παράδοση των κατά τα άνω απαιτούμενων στοιχείων (ΌλΑΠ7/2010, ΟλΑΠ 5/2009, ΑΠ 1/2011, ΑΠ 995/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 1/1999) Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 316/2018, ΑΠ 2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: "Η εναγόμενη είναι ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, εδρεύει στην Αθήνα, διατηρεί υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη, λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2396/1996 και έχει ως αντικείμενο την επ' αμοιβή διεξαγωγή κύριων και παρεπόμενων χρηματιστηριακών συναλλαγών, στις οποίες περιλαμβάνεται η σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας για την αγορά ή πώληση μετοχών ανωνύμων εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Ο δεύτερος εναγόμενος ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 2000- 2006 πρόεδρος του Δ.Σ και διευθύνων σύμβουλος της πρώτης εναγομένης, η τρίτη εναγομένη ήταν διευθύντρια του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης στη Θεσσαλονίκη και ο τέταρτος εναγόμενος τελούσε έως και το καλοκαίρι 2006 σε σχέση εξαρτημένης εργασίας προς την πρώτη εναγομένη και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο υποκατάστημα της τελευταίας (πρώτης εναγομένης) στη Θεσσαλονίκη.
Ο ενάγων, μηχανολόγος μηχανικός, ο οποίος διατηρούσε γνωριμία με τον τέταρτο εναγόμενο, αποφάσισε να συνάψει με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία την από 22.01.2000 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και μετέφερε σ'αυτή σταδιακά, μέχρι το Δεκέμβριο του 2000 το χαρτοφυλάκιο του, το οποίο μέχρι τότε διατηρούσε στην εταιρεία με την επωνυμία "...".
Με την ανωτέρω από 22.01.2000 σύμβαση, η πρώτη εναγόμενη ανέλαβε έναντι του ενάγοντος τις παρακάτω υποχρεώσεις: 1) να λαμβάνει, να αποδέχεται, να διαβιβάζει και να εκτελεί τις εντολές του ενάγοντος για: α) κατάρτιση συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ.1 στοιχ.α (1) του ν.2396/1996, δηλαδή και επί κινητών αξιών ανωνύμων εταιρειών, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), β) απόκτηση και διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και εν γένει οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, γ) κτήση μετοχών και ομολογιών σε δημόσια εγγραφή ή με συμμετοχή στην αύξηση κεφαλαίου ανωνύμων εταιριών και 2) να αγοράζει και να πωλεί εξωχρηματιστηριακώς ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και ομολογίες εισηγμένες στη χρηματιστηριακή αγορά (όρος I των γενικών όρων συναλλαγών).
Περαιτέρω, κατά τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ο ενάγων όφειλε να ανακοινώνει γραπτώς στην εναγόμενη χρηματιστηριακή εταιρεία και χωρίς καθυστέρηση οποιαδήποτε μεταβολή των στοιχείων του (επωνυμία, κατοικία), καθώς και την τυχόν ανάκληση ή μεταβολή της πληρεξουσιότητας που είχε παράσχει στην εταιρεία για τη διενέργεια στο όνομά του των παραπάνω χρηματιστηριακών συναλλαγών (όρος II παρ. 3 ΓΟΣ).
Οι εντολές του ενάγοντος προς την εταιρεία για τη διενέργεια των εν λόγω συναλλαγών θα δίδονταν είτε γραπτά (συμπεριλαμβανομένου και του τηλεομοιοτυπικού μηνύματος-fax) είτε προφορικά μέσω τηλεφώνου. Η εταιρεία θα μπορούσε προς απόδειξη του περιεχομένου των εντολών, να προβαίνει σε μαγνητοφώνηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων.
Οι δε αντίστοιχες μαγνητοταινίες, στις οποίες θα είχαν καταγραφεί αυτές οι συνομιλίες, καθώς και οι τυχόν υπάρχουσες έγγραφες εντολές του ενάγοντα θα αποτελούσαν πλήρη απόδειξη απέναντι στον τελευταίο για την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εντολής του προς την εταιρεία, χωρίς να επιτρέπεται άλλο αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένων των μαρτύρων.
Σε κάθε περίπτωση, η εταιρεία διατηρούσε το δικαίωμα, πριν την εκτέλεση κάθε εντολής, να ζητήσει έγγραφη επιβεβαίωσή της από τον ενάγοντα (όρος III παρ. 3 ΓΟΣ). Ο ενάγων θα μπορούσε να καθορίζει κατώτατο ή ανώτατο όριο τιμήματος αγοράς ή πώλησης τίτλων, δίδοντας κατά περίπτωση εντολές με καθορισμένο όριο τιμήματος (όρος III παρ. 4 ΓΟΣ).
Η πρώτη εναγομένη εταιρεία θα ευθυνόταν μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια των οργάνων, βοηθών εκπλήρωσης ή προστηθέντων της, εάν ο ενάγων υφίστατο ζημία από λάθος, παρανόηση, πλάνη ή απάτη σχετικά με το πρόσωπο που δήλωσε προς την εταιρεία τη βούληση για την κατάρτιση συναλλαγής ή σχετικά με το περιεχόμενο αυτής της δήλωσης (όρος III παρ. 8 ΓΟΣ).
Επίσης, θα έπρεπε να ενημερώνει τον ενάγοντα για τις καθημερινά διενεργούμενες στο όνομά του χρηματιστηριακές συναλλαγές, με την αποστολή τηλεομοιοτυπικού μηνύματος (fax) στον τηλεφωνικό αριθμό που είχε δηλώσει κατά την κατάρτιση της σύμβασης. Η εταιρεία είχε, επιπλέον, την υποχρέωση να αποστέλλει ανά τρίμηνο ταχυδρομική επιστολή, με την οποία θα γνωστοποιούσε στον ενάγοντα τη θέση του κατά την τελευταία ημέρα του αντίστοιχου προηγούμενου μήνα, δηλαδή το χρηματικό υπόλοιπο του λογαριασμού του και τους τίτλους που τυχόν φυλάσσονταν για λογαριασμό του.
Αν δεν είχε καταρτιστεί συναλλαγή ούτε είχε γίνει δοσοληψία κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού τριμήνου, η εταιρεία θα μπορούσε να παύσει να ενημερώνει τον ενάγοντα, καθιστώντας τούτο γνωστό με αποστολή αντίστοιχης επιστολής ενημέρωσης (όρος IV παρ. 4 ΓΟΣ). Παράλειψη του ενάγοντα να ενημερωθεί εντός δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών από το τέλος κάθε μήνα, οπότε ετίθετο στη διάθεσή του στα γραφεία της εταιρείας πλήρης κατάσταση των συναλλαγών που είχαν καταρτιστεί για λογαριασμό του εντός αυτού του μήνα, θα λογιζόταν ως έγκρισή τους (όρος IV παρ. 8 ΓΟΣ).
Η ενημέρωση και η παράδοση στοιχείων, πινακιδίων χρηματιστηριακών συναλλαγών και λοιπών ανακοινώσεων και γνωστοποιήσεων προς τον αντιπρόσωπο του ενάγοντος ή άλλο τρίτο πρόσωπο, κατ' εντολή του, θα ισοδυναμούσε με αυτοπρόσωπη ενημέρωση του πελάτη (όρος IV παρ.9 ΓΟΣ). Οι αμοιβαίες χρηματικές απαιτήσεις μεταξύ του ενάγοντα και της εταιρείας θα καταχωρούνταν σε άτοκο χρεοπιστωτικό λογαριασμό, συμψηφιζόμενες αυτόματα με την καταχώρισή τους (όρος II σύμβασης, Ως προς τη λειτουργία αυτού του χρεοπιστωτικού λογαριασμού είχαν συμφωνηθεί τα ακόλουθα:
α) ο ενάγων θα έπρεπε να καταβάλει το αντίτιμο των μετοχών και εν γένει τίτλων, των οποίων είχε παραγγείλει την αγορά, καθώς και την προμήθεια της εταιρείας και τα λοιπά έξοδα της συναλλαγής, β) σε περίπτωση εντολής για πώληση τίτλων, ο ενάγων όφειλε να καταθέσει τους τίτλους αυτούς στην εταιρεία πριν τη διενέργεια της αντίστοιχης χρηματιστηριακής συναλλαγής.
Σε περίπτωση εκτέλεσης των παραπάνω εντολών από την εταιρεία χωρίς να έχουν τηρηθεί οι ως άνω υποχρεώσεις, ο πελάτης είχε την υποχρέωση να καταθέτει την αξία των τίτλων (επί αγοράς) ή να παραδίδει τους τίτλους (επί πώλησης), πλέον της καταβολής της προμήθειας της εταιρείας και των λοιπών εξόδων της συναλλαγής, το αργότερο μέχρι τη 12η μεσημβρινή της δεύτερης εργάσιμης ημέρας μετά την κατάρτιση της συναλλαγής, διαφορετικά καθίστατο υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχλησή του.
Πίστωση του τιμήματος υπό άλλους όρους απαιτούσε ρητή έγγραφη συμφωνία των μερών (όρος V παρ.1 ΓΟΣ). Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του ενάγοντα προς τις ως άνω υποχρεώσεις του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η εταιρεία θα είχε το δικαίωμα να εκποιήσει χρηματιστηριακούς τις κινητές αξίες που ο ενάγων είχε δώσει εντολή να αγοραστούν, χωρίς να έχει καταβάλει το τίμημα τους ή να αγοράσει κινητές αξίες του ίδιου είδους και αριθμού με αυτές που ο ενάγων είχε δώσει εντολή να πωληθούν χωρίς να τις έχει παραδώσει στην εταιρεία (όρος V παρ. 4 ΓΟΣ).
Η καταβολή χρηματικών ποσών προς την εταιρεία από τον ενάγοντα θα γινόταν με κατάθεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή με καταβολή μετρητών εντός των γραφείων της εταιρείας ή με παράδοση τραπεζικής επιταγής εκδοθείσας σε διαταγή της εταιρείας (όρος V παρ. 4 ΓΟΣ). Αντίστοιχα, κάθε χρηματικό ποσό που είχε δικαίωμα να λάβει ο ενάγων από την πώληση τίτλων θα καταβαλλόταν εκ μέρους της εταιρείας μετά τη 12η μεσημβρινή της τέταρτης εργάσιμης ημέρας από τη χρηματιστηριακή συναλλαγή (όρος V παρ. 6 ΓΟΣ).
Το ύψος της προμήθειας της πρώτης εναγομένης για κάθε χρηματιστηριακή συναλλαγή που θα διενεργούσε για λογαριασμό του ενάγοντος, δεν συμφωνήθηκε ρητά στη σύμβαση, αλλά θα εξαρτιόταν από την αποτίμηση της αξίας κάθε συναλλαγής και λοιπούς παράγοντες. Με βάση τους παραπάνω όρους, η σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων λειτούργησε ομαλά από τον Ιανουάριο μέχρι και τις αρχές Οκτωβρίου του 2000.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 28.6.2000, ο ενάγων υπέγραψε εξουσιοδότηση προς τον τέταρτο εναγόμενο, υπάλληλο της πρώτης εναγομένης εταιρείας, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος αποκτούσε το δικαίωμα, στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος και κατά την απόλυτη κρίση του: α) να δίνει εντολές αγοράς και πώλησης μετοχών και λοιπών κινητών αξίων, εισηγμένων στη χρηματιστηριακή αγορά, β) να δίνει εντολές για δημόσια εγγραφή ή συμμετοχή στην αύξηση κεφαλαίου ανωνύμων εταιριών και διάθεση του δικαιώματος προτίμησης μετοχών, γ) να ενημερώνεται από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία για την εκτέλεση των εντολών και εν γένει παραγγελιών που δίδονταν στο όνομα του ενάγοντος, να παραλαμβάνει τις ανακοινώσεις, ενημερώσεις, γνωστοποιήσεις και τα λοιπά στοιχεία (πινακίδια εκτέλεσης) των αντίστοιχων συναλλαγών, να υποβάλλει αντιρρήσεις προς την εταιρεία σχετικά με τις συναλλαγές που είχαν διενεργηθεί για λογαριασμό του ενάγοντος, καθώς και να εγκρίνει τις συναλλαγές αυτές, ρητά ή σιωπηρά.
Όμως, ο ενάγων δεν υπέγραψε και τους υπ' αριθ. 5 και 6 προδιατυπωμένους όρους της εξουσιοδότησης, δυνάμει των οποίων ο εξουσιοδοτούμενος τέταρτος εναγόμενος, υπάλληλος της πρώτης εναγομένης εταιρείας, θα αποκτούσε το δικαίωμα να διεκπεραιώνει όλες τις δοσοληψίες σχετικά με τις συναλλαγές που θα διενεργούνταν στο όνομα του ενάγοντος καταβάλλοντας και εισπράττοντας κάθε χρηματικό ποσό και αντιπροσωπεύοντάς τον έναντι όλων των οικονομικών συναλλαγών του με την ΑΧΕΠΕΥ (5ος όρος), να διενεργεί κάθε πράξη και να υπογράφει κάθε έγγραφο που θα ήταν αναγκαίο για την εκτέλεση των παραπάνω εντολών, ακόμη και αν δεν αναφέρονταν ρητά στην εξουσιοδότηση (6ος όρος).
Επομένως ακόμη και μετά την παροχή της παραπάνω εξουσιοδότησης και λαμβάνοντας υπόψη τον προαναφερθέντα V παρ.1 όρο των Γενικών Όρων Συναλλαγών της σύμβασης, ο ενάγων εξακολουθούσε να είναι υποχρεωμένος να προκαταβάλει ο ίδιος το αντίτιμο των μετοχών και των τίτλων των οποίων την αγορά είχε παραγγείλει, καθώς και την προμήθεια της εναγόμενης εταιρείας και τα λοιπά έξοδα της συναλλαγής, ενώ αντίστοιχα, σε περίπτωση εντολής για πώληση τίτλων, όφειλε να καταθέσει ο ίδιος τους τίτλους αυτούς στην εταιρεία πριν τη διενέργεια της αντίστοιχης χρηματιστηριακής συναλλαγής.
Εξάλλου, σε περίπτωση εκτέλεσης των παραπάνω εντολών από την εναγόμενη εταιρεία χωρίς την τήρηση των προαναφερόμενων υποχρεώσεων, ο ενάγων είχε υποχρέωση να καταθέτει την αξία των τίτλων (σε περίπτωση αγοράς) και να παραδίδει τους τίτλους (σε περίπτωση πώλησης) πλέον της καταβολής της προμήθειας της εταιρείας και των λοιπών εξόδων της το αργότερο μέχρι και τη 12η μεσημβρινή της δεύτερης εργάσιμης ημέρας μετά την κατάρτιση της συναλλαγής, ενώ οποιαδήποτε άλλη συμφωνία σχετικά με την πίστωση του τιμήματος που όφειλε ο ενάγων για την αγορά μετοχών, απαιτούσε ρητή έγγραφη συμφωνία των μερών.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η παραπάνω από 28.6.2000 εξουσιοδότηση του προς τον τέταρτο εναγόμενο υπογράφηκε μετά από απαίτηση της πρώτης εναγόμενης εταιρείας. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτή υπογράφηκε λόγω της γνωριμίας του ενάγοντος με τον παραπάνω τέταρτο εναγόμενο και της ύπαρξης μεταξύ τους κλίματος εμπιστοσύνης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έδωσε την τελευταία εντολή για τη διενέργεια χρηματιστηριακής συναλλαγής στην εναγόμενη εταιρεία στις 10.10.2000, η οποία αφορούσε τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ..., έκτοτε δε και μέχρι τον Οκτώβριο του 2005, δεν έδωσε οποιαδήποτε άλλη σχετική εντολή, αφενός διότι δεν είχε πρόθεση να επενδύσει άλλα κεφάλαια σε χρηματιστηριακές αξίες, ούτε επιθυμούσε να ρευστοποιήσει μετοχές του και αφετέρου λόγω του φόρτου εργασίας του, δεδομένου ότι είχε αναλάβει τη μελέτη και επίβλεψη της κατασκευής μεγάλου εμπορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης.
Την απόφασή του αυτή ο ενάγων γνωστοποίησε στον τέταρτο εναγόμενο, υπάλληλο της πρώτης εναγομένης, αναμένοντας εύλογα ότι ο τελευταίος θα ενεργούσε σύμφωνα με αυτή, χωρίς όμως να ανακαλέσει την προαναφερόμενη από 28.6.2000 εξουσιοδότηση που του είχε χορηγήσει. Εξάλλου, στις 10.10.2000, η σύνθεση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος στην εναγόμενη χρηματιστηριακή εταιρεία ήταν η εξής:
ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ 390 κοινές μετοχές, ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 1.072 κοινές μετοχές, ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ 150 κοινές μετοχές, ... Α.Ε. 3.100 κοινές μετοχές, ... 100 κοινές μετοχές, ... 100 κοινές μετοχές, ... 11 κοινές μετοχές, ... 100 κοινές μετοχές, ... 11 κοινές μετοχές, ... ΑΕ 160 κοινές μετοχές ... Α.Ε. 300 κοινές μετοχές, ... 360 κοινές μετοχές, ... 1.000 κοινές μετοχές, Μ.
Α.Ε. 350 κοινές μετοχές, ... SA. 300 κοινές μετοχές, Μ. Α.Ε. 1.220 κοινές μετοχές, Μ... Α.Ε. 1.200 κοινές μετοχές, ...) Α.Ε. 2.000 κοινές μετοχές, …300 κοινές μετοχές, S... Α.Ε. 100 κοινές μετοχές, F... ΑΒΕΕ 900 κοινές μετοχές, ... Α.Ε. 100 κοινές μετοχές, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λ. ...) Α.Ε. 250 κοινές μετοχές, ... και Υγείας Α.Ε. 10 κοινές μετοχές, Α.
Α.Ε. 10 κοινές μετοχές, ... Α.Ε. 30 κοινές μετοχές, ... Α.Ε.Ε. 10 κοινές μετοχές, ... Α.Ε.Ε. 40 κοινές μετοχές και ... Α.Ε. 130 κοινές μετοχές. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι από τις 17.10.2000 έως τις 27.8.2004, διενεργήθηκαν στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος αλλά χωρίς εντολή του, οι παρακάτω χρηματιστηριακές συναλλαγές που αφορούσαν αγορές και πωλήσεις μετοχών:
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι παραπάνω συναλλαγές έγιναν από τον τέταρτο εναγόμενο, υπάλληλο της πρώτης εναγόμενης εταιρείας και είχαν ως αποτέλεσμα το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος τον Ιούλιο του 2004 να εκμηδενιστεί, με μοναδική εξαίρεση 2.000 ονομαστικές μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εξακολουθούσαν να υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό.
Στις 24.10.2005, ο τέταρτος εναγόμενος, μετά από αίτημα του ενάγοντος, απέστειλε σ' αυτόν μέσω φαξ ψευδή αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του, σύμφωνα με την οποία η αξία του ανερχόταν στο ποσό των 200.000 ευρώ. Ωστόσο, επειδή τόσο η σύνθεση όσο και η αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του δεν ανταποκρινόταν στους υπολογισμούς του, ο ενάγων συναντήθηκε μαζί του (τέταρτο εναγόμενο), ο οποίος του αποκάλυψε ότι είχε διαχειριστεί το χαρτοφυλάκιο του χωρίς εντολή του και προκειμένου το γεγονός αυτό να μην καταστεί γνωστό στην εναγόμενη εταιρεία με τις επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες για τη θέση του, συνυπέγραψαν, παρόντων και των μαρτύρων Χ.
Π. και Δ. Λ., το από 4.11.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο τέταρτος εναγόμενος αναγνώριζε ότι από τον Οκτώβριο του 2000, χωρίς εντολή του ενάγοντος και εκδίδοντας ψευδείς αποτιμήσεις της θέσης του χαρτοφυλακίου του πραγματοποίησε τις παραπάνω χρηματιστηριακές συναλλαγές, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των τίτλων του ενάγοντος και την απώλεια μερισμάτων και δικαιωμάτων που απέρρεαν από αυτές και αναλάμβανε την υποχρέωση, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι έχει την οικονομική δυνατότητα, να αποκαταστήσει τους τίτλους του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος καθώς και το αντίτιμο των μερισμάτων και δικαιωμάτων που απέρρεαν από αυτούς για τα έτη 2003, 2004 και 2005 με τις μετοχές που ειδικότερα αναφέρονται στο συμφωνητικό.
Επιπλέον, ρητά συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που αυτός (τέταρτος εναγόμενος) αδυνατούσε να αποκαταστήσει το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος με μετοχές ίσης αξίας με αυτές που υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιο του τον Οκτώβριο του 2005, θα κατέβαλε στον ενάγοντα την αξία τους σε ευρώ, η οποία θα προσδιοριζόταν με βάση τη μέγιστη τιμή του έτους για κάθε μετοχή.
Ο ισχυρισμός του τέταρτου κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων εκμεταλλεύτηκε την ψυχική του ασθένεια (κατάθλιψη) και συστηματικά και μεθοδικά προσπάθησε να τον ενοχοποιήσει για τις απώλειες που είχε ο ίδιος (ενάγων) από τις συναλλαγές που με εντολή του διενεργούνταν στο χρηματιστήριο και έτσι κάτω από το καθεστώς αυτό της ψυχολογικής πίεσης να υπογράψει το ανωτέρω συμφωνητικό, το οποίο δεν αντικατοπτρίζει την αλήθεια, δεν κρίνεται αληθής, δεδομένου ότι δεν δικαιολογείται και στην περίπτωση ακόμη της ύπαρξης ψυχολογικών πιέσεων εκ μέρους του ενάγοντος, η ανάληψη της αποκατάστασης ζημίας, για την οποία δεν φέρει καμία ευθύνη.
Εξάλλου και η μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της πρώτης εναγομένης, υπάλληλος- υπεύθυνη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, καταθέτει ότι ήταν κάποια χρόνια μαζί με τον τέταρτο εναγόμενο και ότι αυτός ήταν ευγενικός, ευχάριστος και συγκροτημένος, ότι δεν της είχε δείξει ότι ήταν καταθληπτικός και δεν γνωρίζει το λόγο για τον οποίο υπέγραψε το ανωτέρω συμφωνητικό.
Ακολούθως, στο διάστημα από την υπογραφή του παραπάνω συμφωνητικού και έως το Μάιο του 2006, ο τέταρτος εναγόμενος μετέθετε συνεχώς το χρόνο αποκατάστασης του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να απευθυνθεί στην εναγόμενη και να της αποστείλει στις 8.5.2006 αίτηση μεταφοράς χαρτοφυλακίου, που έφερε την από 23.1.2006 βεβαίωση της υπογραφής του.
Τότε, ο ενάγων πληροφορήθηκε από την εναγόμενη ότι το χαρτοφυλάκιο του είχε μηδενισθεί τον Ιούλιο του 2004, αφού μέχρι τότε πίστευε τις διαβεβαιώσεις του τέταρτου εναγομένου ότι είχε μόνο μειωθεί η αξία του με τις προαναφερόμενες αγορές και πωλήσεις των μετοχών. Από τα πιο πάνω αποδεικνύεται ότι ο τέταρτος εναγόμενος, προστηθείς της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, το χρονικό διάστημα από 11.10.2000 έως και τις 27.8.2004, διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος το αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου, που του το είχαν εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου και ειδικότερα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, με πρόθεση προέβη, χωρίς εντολή του ενάγοντος και εν αγνοία του, στη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών που αφορούσαν το χαρτοφυλάκιο του, συνολικής αξίας κατά το μήνα Οκτώβριο του 2000, 200.000 ευρώ, το οποίο ο ενάγων του είχε εμπιστευτεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, με αποτέλεσμα τον μηδενισμό της χρηματικής αποτίμησής του και την ενσωμάτωση της αξίας του στην περιουσία του, με την πώληση των μετοχών που περιλάμβανε το χαρτοφυλάκιο και την παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος της πώλησης.
Εξάλλου, ο προαναφερόμενος υπάλληλος ενήργησε κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας που του είχε δώσει ο ενάγων δυνάμει της από 28.6.2000 πληρεξουσιότητας, διότι αν και κινήθηκε μέσα στα τυπικά όριά της, άσκησε τις προαναφερόμενες διαχειριστικές πράξεις του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος κατά τρόπο αντίθετο στα συμφέροντά του, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφού ο ίδιος ο αντιπροσωπευόμενος ενάγων ουδέποτε θα επιχειρούσε τις σχετικές δικαιοπραξίες (αγορές και πωλήσεις μετοχών) και του είχε ήδη ανακοινώσει την απόφασή του να μην εκτελέσει άλλες χρηματιστηριακές συναλλαγές, χωρίς, ωστόσο, να προκαλείται ακυρότητα των σχετικών δικαιοπραξιών που ενήργησε ο αντιπρόσωπος στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι τρίτοι, οι οποίοι συναλλάχθηκαν με τον αντιπρόσωπο, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν την καταχρηστική άσκηση της εξουσίας του.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή ή γνώριζαν τις ανωτέρω αναφερόμενες παράνομες ενέργειες του τέταρτου εναγομένου, όπως διατείνεται με την αγωγή του ο ενάγων και πρέπει ως προς αυτούς να απορριφθεί η αγωγή. Όσον όμως αφορά την πρώτη εναγομένη, ως προστήσασα στην υπηρεσία της τον τέταρτο εναγόμενο- υπάλληλο της, ευθύνεται προς αποζημίωση του ενάγοντος από την ανωτέρω αδικοπραξία του προστηθέντος της, η οποία έγινε επ' ευκαιρία και εξ αφορμής της υπηρεσίας του και κατά κατάχρηση της.
Και αυτό διότι μεταξύ της παράνομης ιδιοποίησης της αξίας του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί υφίσταται εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η πράξη αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση. Επιπλέον, η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, διά των νόμιμων εκπροσώπων της, παρέλειψε να επιδείξει την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις να επιδείξει ένας μέσος συνετός συναλλασσόμενος που προβαίνει σε χρηματιστηριακές συναλλαγές και παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες.
Η εναγόμενη εταιρεία δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια έτσι ώστε να εξασφαλιστούν αποτελεσματικοί έλεγχοι των πράξεων που διενεργούσε ο υπάλληλος της τέταρτος εναγόμενος για λογαριασμό του ενάγοντος πελάτη της και της ενημέρωσης και συμφωνίας του ενάγοντος με τις πράξεις αυτές έστω και σε δειγματοληπτικό επίπεδο, κατά παράβαση των άρθρων 4.2 (β) και 10.2 (δ) του Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ.
Ειδικότερα, η εναγόμενη αποδέχτηκε την από 28.6.2000 εξουσιοδότηση του ενάγοντος πελάτη της στον προαναφερόμενο υπάλληλο της, δυνάμει της οποίας, μάλιστα, ο τελευταίος μπορούσε να δίνει εντολές κατά την απόλυτη κρίση του, χωρίς η εταιρεία να ενεργοποιήσει εκείνους τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της, οι οποίοι θα εξασφάλιζαν ότι οι πράξεις του υπαλλήλου θα ελέγχονταν εσωτερικά και ότι σε κάθε περίπτωση θα ήταν σε γνώση του επενδυτή.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε παραλείψει την καταχώρηση της εντολής αποστολής τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων αυτομάτως μέσω του μηχανογραφικού συστήματος της στον ενάγοντα, κατά παράβαση της από 22.1.2000 σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με αποτέλεσμα αυτός να μην ενημερώνεται μέσω φαξ νια τις συναλλαγές που εκτελούσε χωρίς την εντολή του ο τέταρτος εναγόμενος.
Το παραπάνω γεγονός σε συνδυασμό με την ιδιαιτερότητα της προαναφερόμενης εξουσιοδότησης, επιβαρύνει περισσότερο τη θέση της εναγόμενης εταιρείας, η οποία, ακριβώς λόγω αυτών των ιδιαίτερων συνθηκών, θα έπρεπε να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια και να εξασφαλίσει με κάθε τρόπο ότι ο ενάγων πελάτης της θα ήταν ενήμερος για την κίνηση του χαρτοφυλακίου του.
Πρέπει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι η παράλειψη αποστολής τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων αυτομάτως μέσω του μηχανογραφικού συστήματος της πρώτης εναγομένης στον ενάγοντα δεν εντοπίστηκε από τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας σε ολόκληρο το χρονικό διάστημα συνεργασίας με τον συγκεκριμένο επενδυτή, δηλαδή για πέντε έτη περίπου οδηγίες του και την απόλυτη γνώση και συγκατάθεση του και ότι κατά τη διάρκεια της κίνησης του λογαριασμού του λάμβανε πλήρη γνώση και λεπτομερή ενημέρωση σχετικά με τις αγοραπωλησίες μετοχών, τις χρηματικές συναλλαγές και τις κινήσεις τίτλων, με τις οποίες συμφωνούσε απόλυτα και για τις οποίες του έχουν δοθεί όλα τα νόμιμα παραστατικά.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέγραψε την ανωτέρω αίτηση εν γνώσει της αναλήθειάς της, δεδομένου ότι ο τέταρτος εναγόμενος, ο οποίος είχε προβεί χωρίς εντολή του στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, προκειμένου να αποφύγει τις ευθύνες του από την παραπάνω παράνομη πράξη του, είχε παραστήσει ψευδώς στον ενάγοντα ότι το χαρτοφυλάκιο του κατά το χρόνο υπογραφής της αίτησης αποτελούταν από τις μετοχές που αναγράφονταν σ' αυτή, ο δε ενάγων έλαβε γνώση ότι το χαρτοφυλάκιο του είχε εκμηδενιστεί, κατά την ημερομηνία αποστολής της ανωτέρω αίτησης μεταφοράς του χαρτοφυλακίου του στην εναγόμενη (8.5.2006), όταν αυτή απάντησε στην αίτησή του, ενημερώνοντάς τον σχετικά με αυτό το γεγονός.
Στις ανωτέρω παραδοχές κατέληξε και το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, το οποίο επέβαλε στην εναγόμενη εταιρεία για τις ανωτέρω τρεις (3) παραβάσεις στις οποίες αυτή υπέπεσε πρόστιμα ύψους 5.000, 1.000 και 5.000 ευρώ, αντίστοιχα. Εάν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγόμενης εταιρείας είχαν λάβει, όπως όφειλαν, τα παραπάνω μέτρα εσωτερικού ελέγχου και ασφαλούς ενημέρωσης του ενάγοντος πελάτη της, δεν θα είχε δώσει τη δυνατότητα στον υπάλληλο της, τέταρτο εναγόμενο, να ενεργήσει όπως ενήργησε, υπεξαιρώντας το χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος, αφού η οποιαδήποτε παράτυπη ενέργειά του θα γινόταν αμέσως αντιληπτή και θα αποτρεπόταν η ζημία του ενάγοντος.
Με βάση τα παραπάνω, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, που παραδεκτά άσκησαν οι εναγόμενοι, με την οποία ισχυρίζονται ότι η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί διότι ο ενάγων, παρά το γεγονός ότι είχε πλήρη ενημέρωση για όλες τις συναλλαγές του με αυτή, αφενός δεν εξέφρασε οποιαδήποτε αντίρρηση και αφετέρου ενέκρινε όλες τις συναλλαγές προβαίνοντας σε εισπράξεις και καταβολές χρηματικών ποσών και η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως, η εναγόμενη εταιρεία ευθύνεται προς αποζημίωση του ενάγοντος τόσο με βάση τη σύμβαση που κατάρτισε με τον ενάγοντα όσο και λόγω της αδικοπραξίας που τέλεσε σε βάρος του ενάγοντος ο προστηθείς υπάλληλος της. Όσον όμως αφορά την αξίωση του ενάγοντος προς αποζημίωση από την εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, έχει υποπέσει αυτή στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ.6 του ν. 3632/1928, αφού μετά τη λήξη του έτους κατά το οποίο διενεργήθηκε η τελευταία συναλλαγή χωρίς εντολή του ενάγοντος (27.8.2004), δηλαδή από 1.1.2005 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου στις 3.5.2007 και επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία στις 4.5.2007 (βλ.
την υπ' αριθ. .../4.5.2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Α.) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους. Επομένως, η παραδεκτά προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, μόνον όμως ως προς τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στη συμβατική ευθύνη της και όχι ως προς τη βάση της που στηρίζεται στην αδικοπρακτική της ευθύνη ως προς την οποία εξακολουθεί να ισχύει, λόγω της αυτοτέλειας των αξιώσεων, η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 εδ.α του ΑΚ, απορριπτόμενου και του ισχυρισμού των εναγομένων περί εφαρμογής των διατάξεων για τη συμβατική ευθύνη και στην αδικοπρακτική.
Περαιτέρω όμως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπήρξε συνυπαίτιος στην έκταση της ζημίας του, δεδομένου ότι αν επιδείκνυε την επιμέλεια του μέσου συνετού συναλλασσόμενου επενδυτή στη χρηματιστηριακή αγορά, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει, θα μπορούσε να έχει περιορίσει το εύρος της. Ειδικότερα, ο ενάγων, αμέσως μετά την απόφαση του να διακόψει τις χρηματιστηριακές του συναλλαγές, θα μπορούσε, επιδεικνύοντας μεγαλύτερη επιμέλεια, να ανακαλέσει την από 28.6.2000 εξουσιοδότηση που είχε παράσχει στον τέταρτο εναγόμενο, αφού αυτή δεν εξυπηρετούσε πλέον κανέναν πρακτικό σκοπό και να αποτρέψει με αυτόν τον τρόπο την επέλευση της ζημίας Επιπλέον όμως, ο ενάγων, στον οποίο αποστέλλονταν από την εναγόμενη μέσω τρίτης εταιρείας, έγγραφες ενημερώσεις για την κίνηση του χρεοπιστωτικού του λογαριασμού μέσω ταχυδρομείου αλλά δεν τις διάβαζε, επειδή Θεωρούσε ότι οι χρηματιστηριακές συναλλαγές του είχαν διακοπεί μετά την ανακοίνωση της απόφασής του αυτής στον υπάλληλο της εναγομένης, τέταρτο εναγόμενο, θα μπορούσε, καταβάλλοντος μεγαλύτερη επιμέλεια, να εξετάζει τα σχετικά έγγραφα που του αποστέλλονταν και να αντιληφθεί ότι ο τελευταίος συνέχιζε να εκτελεί συναλλαγές στο χαρτοφυλάκιο του χωρίς εντολή του και να αποτρέψει την έκταση της ζημίας του.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και αφού γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της ζημίας του, την οποία προέβαλε η εναγόμενη, αυτή η συνυπαιτιότητά του πρέπει να προσδιοριστεί σε ποσοστό 40%, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό 60% βαρύνονται οι εναγόμενοι, (πρώτη και τέταρτος) οι οποίοι και υποχρεούνται να αποκαταστήσουν την ανάλογη με το ανωτέρω ποσοστό περιουσιακή ζημία του ενάγοντος.
Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση της πρώτης εναγομένης, με την οποία επικαλείται τους προαναφερόμενους υπ' αριθ. 6, 7 και 8 προδιατυπωμένους όρους της παραγράφου 4 των Γενικών Όρων Συναλλαγών που προσαρτήθηκαν στην από 22.1.2000 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με τους οποίους οι αντιρρήσεις του ενάγοντος που αφορούν οποιοδήποτε στοιχείο και οποιαδήποτε ανακοίνωση, ειδοποίηση ή γνωστοποίηση του αποστέλλει η εταιρεία καθώς και η παράλειψη αναγγελιών που η εταιρεία όφειλε να του έχει στείλει πρέπει να υποβάλλονται σ' αυτήν εγγράφως και το αργότερο εντός 15 ημερολογιακών ημερών από την ανακοίνωση, ειδοποίηση ή γνωστοποίηση στην πρώτη περίπτωση και από την παρέλευση του χρόνου μέσα στον οποίο η αναγγελία της εταιρείας θα έπρεπε να έχει παραληφθεί από τον ενάγοντα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η δε παράλειψη έγκαιρης υποβολής έγγραφων αντιρρήσεων ισχύει ως έγκριση και απαλλάσσει την εταιρεία από κάθε ευθύνη.
Η ανωτέρω ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, καθόσον οι παραπάνω όροι, που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του ενάγοντος καταναλωτή χωρίς καμία δικαιολογία, είναι καταχρηστικοί και άκυροι και επομένως δεν δύνανται να τύχουν εφαρμογής και να αποκλείσουν την ευθύνη της εναγόμενης εταιρείας επειδή ο ενάγων πελάτης της δεν υπέβαλε τις έγγραφες αντιρρήσεις του εντός της ανωτέρω προθεσμίας τόσο για τις συναλλαγές για τις οποίες λάμβανε, μέσω ταχυδρομείου, τις τακτικές επιστολές του χαρτοφυλακίου του όσο και για την παράλειψη της ενημέρωσής του μέσω αποστολής τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων (fax).
Περαιτέρω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στις 10.10.2000, η σύνθεση του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος στην εναγόμενη χρηματιστηριακή εταιρεία ήταν η εξής: 1) "ΕΜΠΟΡΙΚΉ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" 390 κοινές μετοχές, 2) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" 1.072 κοινές μετοχές, 3) "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" 150 κοινές μετοχές, 4) "... Α.Ε." 3.100 κοινές μετοχές, 5) "..." 100 κοινές μετοχές, 6) "...
ΕΒ ..." 100 κοινές μετοχές, 7) "... ΑΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" 11 κοινές μετοχές, 8) "... Α.Ε" 160 κοινές μετοχές, 9) "... Α.Ε." 300 κοινές μετοχές, 10) "... ... ΑΕΒΕ" 360 κοινές μετοχές, 11) "..." 1.000 κοινές μετοχές, 12) "Μ.Ι. Μ. Α.Ε.ΒΕ" 350 κοινές μετοχές, 13) "... S.A." 300 κοινές μετοχές, 14) "Μ. Α.Ε." 1.220 κοινές μετοχές, 15)…Α.Ε. 1.200 μετοχές, 16) "...) Α.Ε." 2.000 κοινές μετοχές, 17) "… ΑΕ" 300 κοινές μετοχές, 18) "S...
Α.Ε." 100 κοινές μετοχές, 19) "... ΑΒΕΕ" 900 κοινές μετοχές, 20) "... Α.Ε." 100 κοινές μετοχές, 21) (Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λ. ...) Α.Ε." 250 κοινές μετοχές, 22) (... και Υγείας Α.Ε." 10 κοινές μετοχές, 23) (... Α.Ε." 10 κοινές μετοχές, 24) "... Α.Ε." 30 κοινές, ..." 40 κοινές μετοχές, 27) "...- ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚ/ΝΙΕΣ Α.Ε". 130 κοινές μετοχές. Περαιτέρω, κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (14.4.2011), η αξία του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος που υπεξαιρέθηκε ανερχόταν πλέον στο ποσό των 51.410,36 ευρώ, αφού η αξία των παραπάνω μετοχών του, εκτός από τις 2.000 ονομαστικές μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ", που δεν υπεξαιρέθηκαν, κατά το κλείσιμο της συνεδρίασης της 14.4.2011 του Χρηματιστηρίου Αθηνών, είχε διαμορφωθεί ως εξής: 1) "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" 390 κοινές μετοχές χ 1,20 (τιμή της μετοχής στο κλείσιμο της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου) = 468 ευρώ, 2) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" 1.072 κοινές μετοχές χ 1,28 = 1.372,16 ευρώ, 3) "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" 150 κοινές μετοχές χ 4,27 = 640,50 ευρώ, 4) "...
Α.Ε." (πλέον "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ") 3.100 κοινές μετοχές χ 3,96 = 12.276 ευρώ, 5) "..." 100 κοινές μετοχές χ 4,54= 454 ευρώ, 6) "... ΕΒ ..." 100 κοινές μετοχές χ 4,05 ευρώ = 405 ευρώ, 7) "... ΑΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" 11 κοινές μετοχές χ 0,40 = 4,40 ευρώ, 8) "... Α.Ε" (πλέον ... ΑΒΕΕ) 160 κοινές μετοχές χ 12,65 (τιμή κλεισίματος της μετοχής κατά την τελευταία συνεδρίαση της 21.1.2011, δεδομένου ότι μετά τη συνεδρίαση αυτή η μετοχή δεν διαπραγματευόταν στο Χρηματιστήριο Αθηνών) = 2.024, 9) "...
Α.Ε." 300 κοινές μετοχές χ 18,90 = 5.670, 10) "... ... ΑΕΒΕ" 360 κοινές μετοχές χ 0,11 (τιμή κλεισίματος της μετοχής κατά την τελευταία συνεδρίαση της 30.3.2011, δεδομένου ότι μετά τη συνεδρίαση αυτή η μετοχή δεν διαπραγματευόταν στο Χρηματιστήριο Αθηνών) =39,60, 11) "..." 1.000 κοινές μετοχές χ 0.18= 180 ευρώ, 12) "Μ.Ι. Μ. ΑΕΒΕ" 350 κοινές μετοχές χ 0,16= 56 ευρώ, 13) "...
S.A ." (πλέον "... ΑΕΒΕ" 300 κοινές μετοχές χ 12,56 (τιμή κλεισίματος της μετοχής κατά την τελευταία συνεδρίαση της 21.1.2011, δεδομένου ότι μετά τη συνεδρίαση αυτή η μετοχή δεν διαπραγματευόταν στο Χρηματιστήριο Αθηνών) = 3.768 ευρώ, 14) "... Α.Ε." 1.220 κοινές μετοχές χ 0,10= 122 ευρώ, 15) "Μ... Α.Ε." 1.200 κοινές μετοχές χ 5,30 = 6.360 ευρώ, 16) "ΟΤΕ ΑΕ" 300 κοινές μετοχές χ 7,75= 2.325 ευρώ, 17) "S...
Α.Ε." (πλέον ... ΑΒΕΕ" 100 κοινές μετοχές χ 0,05= 5 ευρώ, 18) "F... ΑΒΕΕ" (πλέον "... ΕΙΔΩΝ Α.Ε." 900 κοινές μετοχές χ 12,30=11.070 ευρώ, 19) "... Α.Ε." 100 κοινές μετοχές χ 7,26 = 726 ευρώ, 20) "Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λ. ...) Α.Ε." 250 κοινές μετοχές χ 0,33 = 82,50 ευρώ, 21) (... και Υγείας Α.Ε." (πλέον (... Α,Ε.") 10 κοινές μετοχές χ 1,53 (τιμή κλεισίματος της μετοχής κατά την τελευταία συνεδρίαση της 29.7.2010, δεδομένου ότι μετά την ημερομηνία αυτή η μετοχή δεν διαπραγματευόταν στο Χρηματιστήριο) = 15,30 ευρώ, 22) (...
Α.Ε." 10 - κοινές μετοχές χ 0,63 = 6,3 ευρώ, 23) "... Α.Ε." 30 κοινές μετοχές χ 0,46 (τιμή κλεισίματος της μετοχής κατά την τελευταία συνεδρίαση της 29.10.2010, δεδομένου ότι μετά την ημερομηνία αυτή η μετοχή δεν διαπραγματευόταν στο Χρηματιστήριο) 13,80 ευρώ, 24) "... Α.Ε.Ε." 10 κοινές μετοχές χ 0,04 = 0,40 ευρώ, 25) (... ..." 40 κοινές μετοχές χ 2,38= 95,20 ευρώ, 26) "...- ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚ/ΝΙΕΣ Α.Ε" 130 κοινές μετοχές χ 26,24 (τιμή κλεισίματος της μετοχής κατά την τελευταία συνεδρίαση της 31.3.2008, δεδομένου ότι μετά την ημερομηνία αυτή η μετοχή δεν διαπραγματευόταν στο Χρηματιστήριο) = 3.411,20 ευρώ.
Επομένως, ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση το ποσό των 51.410,36 από το οποίο όμως, πρέπει να αφαιρεθεί ποσό ίσο με το ποσοστό 40% της συνυπαιτιότητάς του, δηλαδή ποσό 20.564,14 ευρώ και συνεπώς, δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση ποσό 30.546,22 ευρώ. Επιπλέον, εξαιτίας της ψυχικής αναστάτωσης και ταλαιπωρίας του συνεπεία της αδικοπραξίας που τελέστηκε σε βάρος του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται, επομένως, χρηματική ικανοποίηση.
Ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η σε βάρος του αδικοπραξία, του είδους του πταίσματος και της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, η χρηματική του ικανοποίηση αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 4.000 ευρώ. Μετά τα παραπάνω, το σύνολο της αποκαταστατέας περιουσιακής και μη ζημίας του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων, οκτακοσίων σαράντα έξι ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (30.846,22 + 4.000 = 34.846,22).
Το αίτημα του ενάγοντος να ληφθεί υπόψη ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας ο χρόνος επίδοσης της αγωγής (4.5.2007) και όχι ο χρόνος της συζήτησης της αγωγής (14.4.2011), για το λόγο ότι κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν υψηλότερη από αυτή κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής και αποβαίνει έτσι ο υπολογισμός της ζημίας του αδικαιολόγητα σε βάρος του και υπέρ των πρώτης και τετάρτου των εναγομένων, που τον ζημίωσαν, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν αποδείχθηκε, ούτε, εξάλλου, ισχυρίζεται ο ενάγων ότι θα πωλούσε τις μετοχές, κάνοντας χρήση των απορρεόντων εξ αυτών δικαιωμάτων, σε χρόνο προγενέστερο της πρώτης συζήτησης (14.4.2011), ώστε να καρπωθεί την αξία τους.
Μη προσδιορίζοντας τούτο αποδέχεται πως αυτό θα συμπίπτει με το χρονικό σημείο καταψήφισης του αιτήματος του, δηλαδή την κατά τα ως άνω ημεροχρονολογία της συζήτησης της αγωγής του, οπότε και θα μπορούσε να αποκαταστήσει τον ίδιο αριθμό μετοχών που δια της παράνομης πράξης απώλεσε".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την από 13.3.2015 έφεση της " ... Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" και δέχθηκε την από 9.2.2015 έφεση του Κ. Α. και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως, απέρριψε την από 30.4.2007 αγωγή ως προς το δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του τελευταίου, που θεμελιώνεται σε ιδία και αυτοτελή συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, ως προς την πρώτη και τέταρτο των εναγομένων, τους οποίους υποχρέωσε να του καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας το ποσό των 34.846,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώθηκε σαφώς στην απόφασή του, αφενός μεν ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, μη παραβιάζοντας αυτές ή κάποια άλλη σχετική διάταξη αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αφού απάντησε έτσι σε όλα τα ζητήματα της αγωγής, αφού δέχθηκε σχέση πρόστησης, υποκειμενική ευθύνη του προστηθέντος και αντικειμενική ευθύνη της προστήσασας και ειδικότερα ότι ο Π.
Σ., προστηθείς της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου το αδίκημα της υπεξαίρεσης, διότι χωρίς εντολή του και εν αγνοία του προέβη στη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών που αφορούσαν το χαρτοφυλάκιο του, την αξία του οποίου ενσωμάτωσε στην περιουσία του, με την πώληση των μετοχών που περιελάμβανε το χαρτοφυλάκιο και την παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος της πώλησης.
Επομένως ο μοναδικός λόγος του κυρίως δικογράφου της από 4.07.2018 αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του και ο πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά τα οικεία μέρη τους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με το οποίο η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υπό την επίκλησή του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος, αφού η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (Ολ ΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 100/2007). Όμως, δεν αποτελούν έγγραφα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, η έφεση και οι προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1672/2013, ΑΠ 1007/2009).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 1320/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο (κατά το οικείο μέρος του) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως μέμφεται το Εφετείο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ότι δεν έλαβε υπόψη, τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεσθεί ενώπιον του, τα οποία ήσαν κρίσιμα για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ήτοι την από 20.11.2011 απόδειξη πληρωμής της Εταιρείας (αναιρεσείουσας) σχετικά με την είσπραξη ποσού 1.469,99 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο και το από 28.6.2001 αποδεικτικό κατάθεσης ποσού 4.988,99 ευρώ από τον αναιρεσίβλητο στον τραπεζικό λογαριασμό της αναιρεσείουσας στην Άλφα Τράπεζα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 5977/2011 μη οριστική απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...." σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα παραπάνω.
Ο ίδιος λόγος ως προς τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα προς αντίκρουση των περιεχομένων ισχυρισμών, στην από 30.4.2007 κύρια αγωγή του αναιρεσιβλήτου που προσδιορίζονται ως "Σχετικά 1 έως 17 και 20 έως 427" είναι απαράδεκτος και λόγω αοριστίας, αφού τα επικαλούμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα δεν εξειδικεύονται.
Ο λόγος αυτός, είναι επίσης απαράδεκτος, κατά το μέρος που αφορά τη μη λήψη υπόψη α) του επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων και της προσθήκης αντίκρουσης της αναιρεσείουσας και β) των προτάσεων και της προσθήκης αντίκρουσης του αναιρεσίβλητου, κατά τη συζήτηση της από 30.4.2007 κύριας αγωγής του αναιρεσίβλητου στις 9.1.2014 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι αυτά είναι διαδικαστικά έγγραφα της υπό κρίση υπόθεσης και δεν αποτελούν διαδικαστικά μέσα, ώστε να στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο περιλαμβανόμενος εξάλλου στον ίδιο ανωτέρω αναιρετικό λόγο σχολιασμός των αποδεικτικών μέσων και η επιχειρούμενη εκτίμηση τους κατά τρόπο αντίθετο από αυτόν στον οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση και οι περιεχόμενες ειδικότερα αιτιάσεις: ότι αν λάμβανε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό πόρισμα συνιστούν απαράδεκτη προσπάθεια επανεκτιμήσεως των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Επομένως, ο από την ανωτέρω διάταξη αντίθετος πρώτος πρόσθετος λόγος (κατά το οικείο μέρος του) αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Ομοίως ως αβάσιμη κρίνεται η παραλλήλως διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας την περί πραγμάτων κρίση του σχημάτισε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως αποδεικτικά μέσα.? Εξάλλου, οι αποδιδόμενες από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1,8 και 19 ΚΠολΔ που αφορούν στην επάλληλη αιτιολογία αυτής, με την οποία απερρίφθη ως μη νόμιμη η ένσταση της εναγομένης περί ελλείψεως ευθύνης της με βάση τους υπ'αριθμ.6, 7 και 8 προδιατυπωμένους όρους της παρ. 4 των Γενικών Όρων Συναλλαγών που προσαρτήθηκαν στην από 22.1.2000 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, με την αιτιολογία ότι οι ανωτέρω όροι είναι άκυροι και καταχρηστικοί, αφού διαταράσσουν υπέρμετρα την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, είναι αλυσιτελείς, εφόσον το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα στηρίζει αυτοτελώς η μη πληγείσα επιτυχώς κυρία αιτιολογία της αδικοπρακτικής ευθύνης.
Επομένως ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ήτοι της ενδοσυμβατικής μόνο ευθύνης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει τόσο την ανόρθωση της θετικής ζημίας, αναγομένη στην αντικειμενική αξία του πράγματος, όσο και το διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της χρήσεως αυτού.
Ως χρόνος προσδιορισμού του ύψους της ζημίας λαμβάνεται ο χρόνος της εκδόσεως της αποφάσεως και ως τοιούτος θεωρείται κατά τους δικονομικούς κανόνες ο χρόνος της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως (Ολ.ΑΠ 1/1997, ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 39/2009). Δεν αποκλείεται όμως να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημιάς σε προγενέστερο χρόνο και μάλιστα στο χρόνο κατά τον οποίο οχλήθηκε ο ζημιώσας για την αποκατάσταση αυτής (ΑΠ 802/2013, ΑΠ 846/2003).
Η όχληση όμως στην περίπτωση αυτή, ως απαιτεί το άρθρο 340 ΑΚ πρέπει κατά το περιεχόμενο της να είναι ακριβής, ορισμένη και σαφής, δηλαδή πρέπει να καλείται ο οφειλέτης να εκπληρώσει συγκεκριμένη παροχή, προσδιοριζόμενη κατ' είδος και ακριβή ταυτότητα και το ακριβές ποσό της τυχόν χρηματικής αντιδικίας, πρέπει δε να γίνει κατά ή μετά από τη λήξη της προθεσμίας υπό την οποία τελούσε η παροχή.
Η υπερημερία και οι δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειές της (αρ.343 ΑΚ) αρχίζουν από τη στιγμή, που θα συντρέξουν όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις (ΑΠ 802/2013, ΑΠ 1039/2007, ΑΠ 846/2003). Κατ' ακολουθίαν σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από την απώλεια τίτλων, όπως επί παρανόμως εκποιήσεως μέρους του χαρτοφυλακίου του παθόντος, τους οποίους ο τελευταίος δεν σκόπευε να εκποιήσει, ούτε επικαλείται ότι ήτο δυνατή η πώληση αυτών σε περίπτωση που έδιδε μία τέτοια εντολή πωλήσεως αυτών, η αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του προσδιορίζεται με βάση την αξία αυτών κατά το χρόνο της (πρώτης) συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού η ζημία του τελευταίου συνίσταται στη στέρηση της ιδιοκτησίας του επί των τίτλων, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιώσαντος.
Δεν αποκλείεται όμως η αξία αυτών, ιδίως όταν διακυμαίνεται συνεχώς, όπως επί χρηματιστηριακής τιμής μετοχών, οπότε δεν είναι αυτή γνωστή κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, να υπολογισθεί με βάση κάποιο άλλο χρονικό σημείο, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η αποζημίωση που θα επιδικασθεί από το δικαστήριο δεν θα υπερβαίνει την ανωτέρω αξία κατά το χρόνο της (πρώτης) συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως αυτή βεβαίως θα προκύπτει από τις αποδείξεις (ΑΠ 2047/2014).
Με τον πρώτο λόγο της από 16.02.2018 αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ, προσδιορίζοντας την περιουσιακή ζημία του λαμβάνοντας ως αξία του χαρτοφυλακίου του την ημερομηνία της πρώτης συζητήσεως της αγωγής του (14.4.2011) και όχι εκείνη της ημερομηνίας άσκησης της αγωγής (4.5.2007), η οποία συνιστά όχληση και κατά την οποία η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν υψηλότερη από αυτή κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, και να αποβαίνει έτσι ο υπολογισμός της ζημίας του, αδικαιολόγητα σε βάρος του και υπέρ της πρώτης εναγομένης και αναιρεσίβλητης, που τον εζημίωσε.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα σχετικώς τα ακόλουθα: "Το αίτημα του ενάγοντος να ληφθεί υπόψη ως προς τον προσδιορισμό της ζημίας ο χρόνος επίδοσης της αγωγής (4.5.2007) και όχι ο χρόνος συζήτησης της αγωγής (14.4.2011), για το λόγο ότι κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν υψηλότερη από αυτή κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής και αποβαίνει έτσι ο υπολογισμός της ζημίας του αδικαιολόγητα σε βάρος του και υπέρ των πρώτης και τετάρτου των εναγομένων, που τον ζημίωσαν, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν αποδείχθηκε, ούτε, εξάλλου, ισχυρίζεται ο ενάγων ότι θα πωλούσε τις μετοχές, κάνοντας χρήση των απορρεόντων εξ αυτών δικαιωμάτων, σε χρόνο προγενέστερο της πρώτης συζήτησης (14.4.2011).
Μη προσδιορίζοντας τούτο αποδέχεται πως αυτό θα συμπίπτει με το χρονικό σημείο καταψήφισης του αιτήματος του, δηλαδή την κατά τα ως άνω ημεροχρονολογία της συζήτησής της αγωγής του, οπότε και θα μπορούσε να αποκαταστήσει τον ίδιο αριθμό μετοχών που δια της παράνομης πράξης απώλεσε". Με βάση το ανωτέρω το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των αρθρ.914, 297, 298 ΑΚ με το να δεχθεί ως χρόνο προσδιορισμού της αξίας του χαρτοφυλακίου των μετοχών την ημεροχρονολογία συζητήσεως της αγωγής (14.4.2011), αφού δε προσδιόρισε κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της ζημίας διαφορετικό από τον αιτούμενο στην αγωγή.
Ούτε άλλωστε παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των αναφερομένων σ' αυτόν ζητημάτων. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της από 16.02.2018 αιτήσεως αναιρέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Άλλωστε το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι ο υπολογισμός της ζημίας εξαρτάται από την πρόθεση εκποιήσεως από τον κύριο των μετοχών οι οποίες υπεξαιρέθηκαν, δεν έλαβε, υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, αντίθετα η παραδοχή του αυτή υποδηλώνει την αδυναμία λήψεως υπόψη μη προταθέντος ισχυρισμού και δη ενδεχόμενο χρόνο πωλήσεως του χαρτοφυλακίου, πριν από την πρώτη συζήτηση της αγωγής, οπότε θα διαφοροποιείτο και ο κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της ζημίας προς όφελος του ενάγοντος.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της από 16.02.2018 αιτήσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με τον οποίο αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 (και όχι και από τον αριθμό 1), είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο της από 16.02.2018 αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.1,8 και 19 ΚΠολΔ, συντελεσθείσα με την παραδοχή της υπάρξεως συμφωνία προσδιορισμού της αξίας της ζημίας, αλλά τον προσδιορισμό παρά ταύτα (χωρίς την λήψη υπόψη της συμφωνίας αυτής) άλλου χρόνου και τρόπου υπολογισμού αυτής και συγκεκριμένα τις τιμές των μετοχών κατά το χρόνο συζητήσεως, χωρίς αυτό να έχει προταθεί από την εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη.
Η συμφωνία προσδιορισμού της αξίας της ζημίας που επικαλείται ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, η οποία κατά τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήταν απλή υπόσχεση του τέταρτου εναγομένου και ήδη τετάρτου αναιρεσιβλήτου να αποζημιώσει τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα με το ποσό των 200.000 ευρώ, αποκρύπτοντας από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη την παράνομη από αυτόν ιδιοποίηση του επιδίκου χαρτοφυλακίου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την οποία υπόσχεση δεν τήρησε, όπως δέχεται ο ενάγων, δεν θεμελιώνει κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της ζημίας, σε χρόνο πριν από την πρώτη συζήτηση της αγωγής, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οπότε θα μπορούσε να αποτελέσει αυτοτελή αγωγική βάση αλλά αφορά συνολική αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος και όχι προσδιορισμό της χρηματιστηριακής αξίας του επίδικου χαρτοφυλακίου των επίδικων μετοχών, κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να ληφθεί υπόψη ως κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της ζημίας προγενέστερος της πρώτης συζήτησης της αγωγής και επομένως ορθά το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, τις οποίες και δεν παραβίασε. Ακολούθως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν αλλά αντιθέτως και ορθώς αιτιολόγησε γιατί δεν μπορεί να λάβει ως κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της ζημίας άλλον πριν αυτού της πρώτης συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι δεν είχαν προταθεί πράγματα και δη συμφωνία πώλησης του χαρτοφυλακίου σε προγενέστερο χρονικό διάστημα.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου προσδιορισμού της ζημίας, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερoμένων στην αρχή της παρούσας διατάξεων με την παραδοχή ειδικότερα ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία πωλήσεως του χαρτοφυλακίου σε προγενέστερο χρονικό διάστημα από το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της από 16.02.2018 αιτήσεως αναιρέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο αυτός ως άνω λόγος αναιρέσεως, καθ' ο μέρος, υπό την επίκληση των προαναφερομένων αναιρετικών αιτιάσεων από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες αναγόμενες στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και στα συναφή επιχειρήματα του Εφετείου είναι απαράδεκτος, διότι, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επελεύσεως της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014).
Με τον τέταρτο κατά το οικείο μέρος του λόγο της από 16.02.2018 αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση, για το λόγο ότι υπεύθυνοι προς αποζημίωση είναι όλοι οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας και όχι μόνο η πρώτη και τέταρτος των εναγομένων.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα "Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων είχαν οποιαδήποτε συμμετοχή ή γνώριζαν τις ανωτέρω αναφερόμενες παράνομες ενέργειες του τέταρτου εναγομένου, όπως διατείνεται με την αγωγή του ο ενάγων και πρέπει ως προς αυτούς να απορριφθεί η αγωγή".
Οι πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου και συγκεκριμένα ότι ουδεμία αδικοπρακτική ευθύνη βαρύνει τον δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και ένεκα τούτου απέρριψε στην ουσία το σχετικό λόγο της από 9.02.2015 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή του εναντίον των ως άνω εναγομένων ως αόριστη, δικαιολογούν τη μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 914 και 926 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε.
Άλλωστε η προσβαλλομένη απόφαση, αντίθετα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δεν δέχθηκε σε κάποιο σημείο της ότι οι εναγόμενοι ενεργούσαν από κοινού και είχαν καταστρώσει και εκτελέσει σχέδιο. .Επομένως ο αναιρετικός λόγος με τον οποίο ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων αιτιάται με τη συγκεκριμένη παραδοχή του Εφετείου εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης, τις οποίες καθιερώνει το άρθρο 106 του ίδιου ως άνω Κώδικα, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσία..επίσης, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 536 του ίδιου Κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ' αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ' ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο, διότι άλλως ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ, αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 279/2010, ΑΠ 134/2008, ΑΠ 1951/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο ενώ απέρριψε την έφεση της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου προσδιόρισε σε βάρος του αναιρεσείοντος ποσοστό συνυπαιτιότητος μεγαλύτερο του πρωτοδίκως καθορισθέντος, ήτοι 40% αντί 30% που είχε καθοριστεί πρωτοδίκως, καθιστώντας έτσι δυσμενέστερη τη θέση αυτού, κατά παράβαση του άρθρου 536 παρ.1 ΚΠολΔ..
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το Εφετείο , με την προσβαλλομένη απόφασή του ναι μεν απέρριψε, ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 13.3.2015 έφεση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε όμως την συνεκδικασθείσααπό 09-02-2015αντίθετη έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν βάσιμη και εξαφάνισε την υπ' αριθμ.3415/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την συνεκκληθείσα μετ' αυτής υπ' αριθμ.5977/2011 εν μέρει οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η αγωγή ως προς τους λοιπούς, πλην της πρώτης, εναγομένους.
Ακολούθως δε το Εφετείο, δικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη καθόσον αφορά τον δεύτερο και την τρίτη των εναγομένων, δέχθηκε δε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή ως προς την πρώτη και τον τέταρτο των εναγομένων, τους οποίους και υποχρέωσε να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 34.846,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής.
Στον καθορισμό του ανωτέρω ποσού το Εφετείο ήχθη, κατά μερική παραδοχή της προβληθείσης παρά των εναγομένων ενστάσεως συνυπαιτιότητος του ενάγοντος κατά ποσοστό 40%, αντί του πρωτοδίκως καθορισθέντος τοιούτου των 30%. Η διαφοροποίηση όμως αυτή δεν στοιχειοθετεί την αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια., διότι το Εφετείο επελήφθη το πρώτο της εκδικάσεως της ενδίκου αγωγής ως προς τον τέταρτο εναγόμενο, ως προς τον οποίο είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστη, και συνεπώς είχε δικαίωμα δεχόμενο την νομίμως προβληθείσα παρ' αυτού σχετική ένσταση, να καθορίσει, κατά την κρίση του, και το ποσοστό αυτής.
Η κρίση του δε αυτή κατέλαβε αναγκαίως και την πρώτη εναγομένη ως προστήσασα τον τέταρτο εναγόμενο, διότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως θα ήταν νομικώς και λογικώς ανεπίτρεπτο, ο ζημιωθείς ενάγων να είναι συνυπαίτιος κατά διαφορετικό ποσοστό (30%) έναντι της προστησάσης πρώτης εναγομένης και του προστηθέντος τετάρτου εναγομένου (40%), ενόψει μάλιστα του ότι η ευθύνη του τελευταίου είναι αυτή που οριοθετεί, θεμελιώνει και καθορίζει την ευθύνη της πρώτης.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη σ' αυτό ως άνω αναιρετική πλημμέλεια , από τον αριθμό 8(κατ' εκτίμηση του νοηματικού της περιεχομένου) και όχι 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λαμβάνοντας υπόψη πράγματα μη προταθέντακαι ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα την ένσταση συνυπαιτιότητος, των εναγομένων και ο αντίστοιχος τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους η από 4.07.2018 αίτηση αναιρέσεως και οι από 19.10.2019 πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Ακολούθως, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολο της η από 16.02.2018 αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των πρώτης, δευτέρου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν ενιαίως από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο, η δε κατάθεση χωριστών για κάθε ένα εξ αυτών προτάσεων έγινε από υπερβάλλουσα πρόνοια, αφού αυτοί δεν είχαν αντιτιθέμενα μεταξύ τους συμφέροντα και συνεπώς δεν δικαιολογεί και την επιδίκαση ιδιαιτέρας δι' έκαστον δαπάνης (άρθρα 176 και 180 ΚΠολΔ).
Ως προς ερημοδικούντα τέταρτο αναιρεσίβλητο, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Συνεκδικάζει τις από 16.02.2018 και 4.07.2018 με τους 19.10.2019 πρόσθετους λόγους αυτής, αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1460/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 4-7-2018 αίτηση και τους από 19.10.2019 πρόσθετους λόγους της "... Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", για αναίρεση της υπ' αριθ. 1460/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Απορρίπτει την από 16.02.2018 αίτηση του Κ. Α. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1460/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ