Legislator Case Law & Legislation
1110/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific legal error in lower court's liability ruling.

Case Number 1110/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting its appeal. The appellant argued it was not liable for damages caused by a construction project, claiming the lower court erred in assigning responsibility to it rather than the state authorities. The court found the appeal inadmissible because the appellant failed to specify a precise legal error in the lower court's reasoning or fact-finding. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1: An appeal is inadmissible if the grounds do not clearly identify a specific legal error in the contested judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility specific legal error civil procedure code liability allocation construction contract dispute legal costs award dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 118, number 4, 566, paragraph 1, and 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, paragraph 1, and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Law 1484/1984
Decree 609/1985

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1110 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1110/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαγεωργίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Δ. του Ε., 2) Ι. Α. του Σ., 3) Ο. Κ. του Α., 4) Ε. Μ. του Γ., κατοίκων ..., 5) Δ. Δ. του Ε., 6) Μ. Δ. του Ε., 7) Χ. Δ. του Ε., ως κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Σ. Δ., χήρας Ε., το γένος Χ. Ζ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Κεσεσίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 3/1/2011 αγωγή και την από 11/1/2013 παρεμπίπτουσα αγωγή νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/12/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 57/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 108/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή, που είχαν ασκήσει και σε βάρος της, οι τέσσερις πρώτοι εφεσίβλητοι και η αποβιώσασα την 23-12-2015 Σ.

χήρα Ε. Δ. για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του συγγενούς τους Ε. Κ. του Α. και είχε υποχρεωθεί να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα στο διατακτικό της χρηματικά ποσά. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Παραβίαση δε του κανόνα δικαίου υπάρχει όταν είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ'αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2005, ΟλΑΠ 4/2006).

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1788/2013).

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1062/2015). Οπότε, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή που εντοπίζεται η παράβαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ΑΠ 275/2017).

Επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 905/2017).

Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1376/2011). Δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, ούτε όλως περιορισμένες, μεμονωμένες κατ' επιλογή αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008), αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).

Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις (χωρίς, δηλαδή, η ύπαρξη του ενός να αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου), ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Περαιτέρω, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1990).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 360/2014).

Ούτε επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 681-689 ΑΚ, του άρθρου 1 παρ. 1-3 και 6 παρ. 1 και 2 του ν. 1418/1984 και των άρθρων 28 και 34 παρ. 3-4 του π.δ. 609/1985.

Στο αναιρετήριο όμως εκτίθεται μόνο η παραδοχή του Εφετείου ότι η αναιρεσείουσα είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της κατά ρητή συμβατική πρόβλεψη τη διεύθυνση και επίβλεψη του δημόσιου έργου, που είχε αναθέσει στην αναφερόμενη ανάδοχο εταιρεία και ότι σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση τελούσαν σε σχέση πρόστησης, ευθυνόμενη για τα πταίσματα εκείνης κατά την εκτέλεση του έργου.

Δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά στα οποία η προσβαλλόμενη στήριξε την εκτίμησή της αυτή. Επίσης, δεν περιέχει τις παραδοχές της απόφασης σχετικά με την αναφερόμενη συνδρομή των στοιχείων της αδικοπραξίας και της ευθύνης της αναιρεσείουσας με βάση τις διατάξεις από τη συνδέουσα αυτήν και την ανάδοχο σύμβαση έργου, ούτε σχετικά με την ευθύνη της με βάση τις διατάξεις του ν. 1484/1984 και εκείνες του π.δ. 609/1985.

Εξάλλου, με το αναιρετήριο, δεν αποδίδεται συγκεκριμένο νομικό σφάλμα στην προσβαλλόμενη, αναφορικά με την ερμηνεία των επικαλούμενων διατάξεων ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτές. Η αναιρεσείουσα αρκείται στην έκθεση των ισχυρισμών της ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της σχέσης πρόστησης που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον δεν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της στο πλαίσιο της εργολαβικής σύμβασης τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, αλλά μόνο την επίβλεψη της σύμβασης υπό την έννοια του ποιοτικού και ποσοτικού ελέγχου του έργου και της ακριβούς τήρησης από την ανάδοχο των όρων της σύμβασης, ούτε είχε επιφυλάξει το δικαίωμα να παρέχει αυτή στην ανάδοχο οδηγίες και εντολές ως προς την εκτέλεση του έργου κατά τρόπο που να υποδηλώνει εξάρτηση της αναδόχου από αυτήν και να είναι προστήσασα εκείνης, με αποτέλεσμα να ευθύνεται για τα πταίσματά της, και ότι τούτο προκύπτει από τα παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά και από τις επικαλούμενες αναφορές της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της εργολαβικής σύμβασης.

Περαιτέρω, εκθέτει ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας και συγκεκριμένα της υπαιτιότητας, αφού ενήργησε εντός του πλαισίου των νομικών διατάξεων ως προς την ανάθεση του εκτελεσθέντος έργου, την έκδοση της σχετικής μελέτης σήμανσης και την έγκριση αυτής από τα αρμόδια όργανα των αναφερόμενων υπηρεσιών, ούτε αιτιώδης σύνδεσμος των ζημιών των αναιρεσίβλητων με υπαίτιες και παράνομες συμπεριφορές των οργάνων της, ότι σε κάθε περίπτωση δεν προέκυψε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι η μελέτη σήμανσης ήταν ανεπαρκής, ώστε να στηρίζεται υπαιτιότητά της, μετά δε την έγκριση της μελέτης αυτής από τα αρμόδια όργανα των δημόσιων υπηρεσιών, εάν υπάρχουν σ' αυτήν ελλείψεις, υπόλογοι είναι τα ως άνω όργανα.

Επίσης, διατείνεται ότι και κατά τις αναφερόμενες διατάξεις του ν. 1484/1984 και του π/δ. 609/1985, περιορίστηκε ο κύκλος των προσώπων, που ευθύνονται για τη μη τήρηση των μέτρων προστασίας του κοινού, κατά την εκτέλεση του έργου, σε μόνη την ανάδοχο, η οποία είναι αποκλειστικά υπόχρεη και υπεύθυνη σε αποζημίωση των τρίτων για τις ζημίες τους, και όχι η αναιρεσείουσα, οι σχετικές δε διατάξεις ως ειδικές υπερισχύουν της διάταξης περί ευθύνης του προστήσαντος.

Έτσι, αφού δεν περιέχονται στο δικόγραφο της αναίρεσης οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του ουσιαστικού νόμου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ'αυτές, με τις αιτιάσεις δε του αναιρετικού λόγου προσβάλλεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 12.12.2016 αίτηση για αναίρεση της 57/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.12.2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." για αναίρεση της 57/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ