Supreme Court dismisses appeal request due to lack of proper service of summons to all co-heirs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared inadmissible a request to retry an appeal regarding the division of an inherited property. The court found that the summons issued on January 12, 2017, failed to properly notify several co-heirs, including those who had not appeared or whose service could not be verified. Consequently, the court ruled that the entire discussion of the appeal was inadmissible under Article 576 of the Code of Civil Procedure because the co-heirs were bound by mandatory joint litigation.
Legislator headnote
AI generatedArticle 576 of the Code of Civil Procedure; Article 226 of the Code of Civil Procedure: The discussion of an appeal is inadmissible if the summons fails to properly notify all parties bound by mandatory joint litigation, rendering the proceedings void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1110 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1110/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Μαϊου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1)Α. χήρας Ν. Ζ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... 2)Ν. Μ. του Γ., ήδη αποβιώσαντος την 31-7-2015, ο οποίος κληρονομήθηκε από τους νομίμους κληρονόμους του-τέκνα του α) Γ. Μ. του Ν. κάτοικο ... και β) Α. Μ. του Ν. κάτοικο ..., γ)Α. συζ. S. G. το γένος Ν. Μ. κάτοικο ..., δ)Ε. Μ. του Ν. κάτοικο ... οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη στη θέση του αποβιώσαντος πατρός τους όπως δηλώνουν με την από 12-1-2017 κλήση τους, και 3)Κ. Π. του Δ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1)Ο. T. (O. - Θ. Τ.), το γένος Ν. Μ. του Ν., 2)Ο. Τ., το γένος Ν. Μ., κατοίκων ..., 3)M. (Μ.) χήρας Ν. Μ., κατοίκου ..., 4)Θ. συζ. Ν. Μ., τα γένος Η. Μ., 5)Φ. συζ. Γ. Σ., το γένος Η. Μ., κατοίκων ..., 6)Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 7)Ν. Μ. του Γ., ο οποίος απεβίωσε στις 29-10-2017 και συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του α) Γ. Μ. του Ν., κάτοικος ... και β)Σ. Μ. του Ν. κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Ασημακόπουλο, 8)α. Σ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., και β. Φ. συζ. Ν. Μ., το γένος Δ. Ν., ως νομίμων κληρονόμων της αποβιωσάσης μητρός τους και αρχικής διαδίκου Α. συζ. Δ. Ν., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., 9)T. (Τ.) Μ., 10)Γ. Μ. και 11)M. (Θ.) Μ., συζ. Φ. Μ., κατοίκων ... οι 9ος και 11η και ... ο .... Οι 6ος, 7α, και 7β εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Ασημακόπουλο, οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/1980 αγωγή των: Ήδη της πρώτης των αναιρεσειόντων, του Ν. Μ. του Γ. και της Θ. Κ.Π., το γένος Γ. Μ., η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/1981, 56/2004 μη οριστικές, 38/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2008 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 29/12/2008 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 28/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της παραπάνω υπό κρίση αιτήσεως. Με την από 12-1-2017 κλήση τους οι αναιρεσείοντες επαναφέρουν στη σημερινή δικάσιμο την αίτησή τους προς εκδίκαση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή ανέγνωσε την από 26/3/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 76 παρ.1 ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις του καθενός ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Κατά την παρ.2 του ιδίου άρθρου η κοινή διαδικαστική πορεία της παρ.1 αποκλείει το ενδεχόμενο της διασπάσεως της δικονομικής ενότητος που απαρτίζουν οι αναγκαίοι ομόδικοι, όπως είναι οι ομόδικοι της δίκης διανομής, στην οποία λόγω της φύσεως της διαφοράς δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους.
Γι' αυτό δεν μπορεί ο ένας να συμβιβασθεί, ο άλλος να αποδεχθεί την αγωγή ή να παραιτηθεί από αυτήν και ο τρίτος να συμφωνήσει διαιτητική επίλυση της επίδικης διαφοράς. Για α επιχειρηθούν οι διαδικαστικές αυτές πράξεις χρειάζεται η σύμπραξη όλων των αναγκαίων ομοδίκων, η δε τυχόν χωριστή επιχείρηση από τον ένα από αυτούς είναι ανίσχυρη τόσο έναντι των άλλων, όσο και έναντι εκείνου που τις επιχείρησε, σε κάθε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους ομοδίκους δεν εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση.
Προσέτι, κατά την παρ.3 του ιδίου άρθρου αν στην δίκη μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με αναγκαστική ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Ωσαύτως, κατά το άρθρο 134 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη ή το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Η διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον Εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθεί να ισχύει και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με τον νόμο 1334/1983.
Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδυνάμου δικογράφου στον Εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ.1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά τον οριζόμενο στην σύμβαση αυτήν τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις της ανωτέρω Διεθνούς Συμβάσεως, (η οποία εδώ εφαρμόζεται, μη εφαρμοζομένου επομένως του τροποποιηθέντος άρθρου 143 παρ.4 ΚΠολΔ περί επιδόσεως στον αντίκλητο και για πρόσωπα διαμένοντα ή εδρεύοντα στο εξωτερικό και) η οποία, σύμφωνα με την από …/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, έχοντας την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, ρυθμίσθηκαν τα της επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το έγγραφο έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 5 και 6 της εν λόγω συμβάσεως, (την οποία έχουν κυρώσει οι Η.Π.Α., η Γαλλία και Γερμανία), όταν πρόκειται να γίνει επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει σε συμβαλλόμενο κράτος, η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια Αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται, είτε σύμφωνα με τον τύπο ή τη διαδικασία που επιθυμεί ο επισπεύδων, αρκεί να μην αντιβαίνει στη νομοθεσία του Κράτους στο οποίο γίνεται η επίδοση και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια Αρχή του Κράτους που έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο.
Επομένως, κατά τις διατάξεις της παραπάνω Διεθνούς Συμβάσεως, η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στην επικράτεια ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη, που γίνεται με επίσπευση υπηκόου του άλλου κράτους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντελέσθηκε από την παράδοση στον Εισαγγελέα του επιδοτέου εγγράφου, αλλά απαιτείται και η κατά τον παραπάνω τρόπο απόδειξη ότι πράγματι η επίδοση έγινε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν.
Η επίδοση αποδεικνύεται με την προσκομιδή της παραπάνω βεβαιώσεως της αρμοδίας Αρχής, ενώ για τον υπολογισμό της κατ'αρθρ.568 παρ.4 ΚΠολΔ προθεσμίας των ενενήντα ημερών, για τους διαμένοντες στο εξωτερικό, λαμβάνεται υπόψιν ο χρόνος της πραγματικής περιελεύσεως του δικογράφου σε εκείνον που αφορά η επίδοση και δεν έχει σημασία το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επιδίδεται το έγγραφο αυτό, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 23-29/2009).
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση: Η υπόθεση, όπως επισκοπείται, έχει ως αφετηρία αγωγή διανομής των αναιρεσειόντων. Στην θέση του δευτέρου αναιρεσείοντος (αποβιώσαντος) έχουν υπεισέλθει οι κληρονόμοι του. Η αγωγή αυτή, που προεκτίθεται, πρωτοδίκως κατ'ουσίαν απερρίφθη με την 38/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.
Δευτεροβαθμίως το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας απέρριψε την έφεση κατά το ουσιαστικό μέρος με την προσβαλλομένη, 145/2008, απόφασή του. Η δε συζήτηση της από 29-12-2008 αιτήσεως αναιρέσεως αυτής κηρύχθηκε απαράδεκτη με την 28/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ως προς όλους τους διαδίκους (-αναγκαίους μεταξύ τους ομοδίκους).
Μετά ταύτα η υπόθεση επαναφέρεται με την από 12-1-2017 κλήση των αναιρεσειόντων. Επισπεύδοντες διάδικοι είναι οι πρώτη και τρίτος αναιρεσείοντες. Η ανωτέρω κλήση προσδιορίσθηκε στην δικάσιμο της 18-10-2017. Τότε, είχαν παραστεί οι εν λόγω επισπεύδοντες αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, κατά την συνεδρίαση εκείνη: Οι κληρονόμοι του (αποβιώσαντος) δευτέρου αναιρεσείοντος, κάτοικοι ..., δεν είχαν παραστεί.
Από τους αναιρεσιβλήτους δε είχαν παραστεί μόνον οι έκτος και έβδομος. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, (πρώτη - δεύτερη και τρίτη, κάτοικοι ..., τετάρτη και πέμπτη, κάτοικοι ..., οι κληρονόμοι της αποβιώσασας ογδόης αναιρεσίβλητης υπεισέλθοντες στην θέση αυτής, κάτοικοι ..., ως και οι ένατος - δέκατος και ενδέκατη, κάτοικοι ...
οι 9ος και 11η και ... ο 10Ος Η.Π.Α.), ομοίως, δεν είχαν παραστεί. Τότε, (18-10-17) οι επισπεύδοντες αναιρεσείοντες είχαν ζητήσει την αναβολή της συζητήσεως, δεκτού δε γενομένου του αιτήματός τους, η υπόθεση προσδιορίσθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο. Έτι περαιτέρω, στην δικάσιμο αυτήν, όπως προκύπτει απ'τα πρακτικά της δίκης:
Οι επισπεύδοντες (πρώτη - τρίτος) αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν. Επομένως, λογίζονται ως δικονομικώς παρόντες. Κατά τα λοιπά: Παρίστανται μόνον ο έκτος αναιρεσίβλητος και οι κληρονόμοι του εβδόμου (αποβιώσαντος) αναιρεσιβλήτου, (στην δικονομική θέση του οποίου και υπεισήλθαν). Όλοι οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι απουσιάζουν.
Κατόπιν τούτου, καθοριστική είναι η δικονομική αντιμετώπιση των διαδίκων με βάση (και) την αρχική δικάσιμο (προς συζήτηση της κλήσεως), ήτοι αυτήν την 18-10-17, αφού η έκτοτε εκ του πινακίου αναβολή ισχύει ως κλήτευση (226 παρ.4 ΚΠολΔ). Καθόσον δε αφορά στους κληρονόμους του δευτέρου αναιρεσείοντος, δεν προκύπτει πραγματική κλήτευσή τους, όπως ανωτέρω αναλύεται, μη προσκομιζομένου βεβαιωτικού της επιδόσεως πιστοποιητικού.
Ως προς τους αναιρεσιβλήτους: Για την πρώτη αναιρεσίβλητη υπάρχει ένα επιστολικό έγγραφο δικαστικού επιμελητή Γαλλίας, στο οποίο αναφέρει, ότι για να γίνει "η έννοια της πράξης" ζητεί την ηλεκτρονική καταβολή ποσού ευρώ 48,75. Εν σχέσει προς τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες, ομοίως, δεν υπάρχει το απαραίτητο πιστοποιητικό, που να βεβαιώνεται η επίδοση της κλήσεως.
Ακόμη, οι τετάρτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες δεν έχουν κληθεί. Επίσης, δεν προκύπτει ότι έχει λάβει χώρα κλήτευση των υπεισελθόντων στην θέση της αποβιώσασας, ογδόης αναιρεσίβλητης κληρονόμων αυτής. Τέλος, δεν έχουν κληθεί με τον προσήκοντα και ανωτέρω αναλυόμενο τρόπο οι ένατος, δέκατος και ενδεκάτη αναιρεσίβλητοι.
ΙΙΙ. Κατά συνέπεια, υπό τα (προειπωθέντα) κενά (ανυπαρξία) κλητεύσεως των απολειπομένων διαδίκων, κατά τα άνω εκτιθέμενα, η συζήτηση της κλήσεως είναι απαράδεκτη για όλους αυτούς τους (απολειπομένους) διαδίκους και κατ'ακολουθίαν και για τους παρισταμένους διαδίκους, ήτοι ως προς όλους τους διαδίκους, κατά την αναφερόμενη στην νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η υπόθεση αφορά σε διανομή (φερομένου ως) επικοίνου ακινήτου και οι διάδικοι συνδέονται μεταξύ τους με τον δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την προηγηθείσα ενδελεχή ανάλυση. Ενόψει, όθεν, τούτων, θα πρέπει η συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη για όλους τους διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 12-1-2017 κλήσεως της Α. Ζ., των Γ. Μ., Α. Μ., Α. G. και Ε. Μ. (κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Ν.Μ.) καθώς και Κ. Π., με την οποία επαναφέρεται η από 29-12-2008 αίτηση περί αναιρέσεως της 145/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ