Supreme Court dismisses appeal for failure to specify facts and omitting evidence in appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an employer against a labor court judgment regarding a dependent employment contract. The appellant argued that the lower court failed to consider defenses of full payment, abuse of right, and debt forgiveness, but the court found the appeal inadmissible because the petition did not specify the factual circumstances of these defenses. Consequently, the court ruled that the appeal lacked the necessary detail to establish a violation of the law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the petition fails to specify the factual circumstances constituting the alleged violation or omits evidence presented in the lower proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1110 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1110/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη - Eισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Κουνινιώτη - Χρυσάνθου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/6/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτερω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα αρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους (AΠ 466/2010 Νόμος).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας, και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζόμενου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτή εργαζόμενο, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.ΑΠ 28/2005).
Αν δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις και ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Επίσης, η αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, διακρίνεται από τη σύμβαση εργασίας (ή τη μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών) κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται τη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ.559 αριθ.1 ή του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/ 3001, ΟλΑΠ 7 και 8/2011). Η παροχή των υπηρεσιών του εργαζοµένου σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς από κοινού συμφωνούμενους όρους, δεν αποτελούν, χωρίς άλλο, κριτήριο παροχής εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής της. Ακόμη, δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η μη ασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ και η μη χορήγηση σ’ αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλισή του στο ΤΕΒΕ και η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελεύθερων επαγγελματιών (ΑΠ 22/2014 Νομος).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον ... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. (ΑΠ 18/2013 Νόμος).
Επίσης, στο άρθρο 3 του ΠΔ 180/2004 με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 5 του Π.Δ. 81/2003 ορίζονται τα εξής: "1. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης. 2.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του.
Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών. 3. Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου, όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες.
Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου "ίδιου εργοδότη" περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου. 5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος".(βλ ΑΠ 18/2013 Νόμος) Εξάλλου, από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου είναι έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στον μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως του λόγου που προ κάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στον νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία).
Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Ακόμη, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου που συνάγεται από τα άρθρα 3, 174 και 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 5 παρ.1 αν.ν. 539/1945 και 8 παρ.
ν. 4020/1959, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμά του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους (άρθ. 454 ΑΚ). Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, τις Σ.Σ.Ε.
ή άλλες κανονιστικές διατάξεις και συνεπώς η παραίτηση από συμβατικές εργατικές αξιώσεις είναι έγκυρη, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές υπερβαίνουν τα ως άνω ελάχιστα όρια (ΑΠ 1691/2012 Νόμος).
Στη προκειμένη περίπτωση, στην από 5-7-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2857/2011 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μετά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας, δυνάμει της οποίας προσέφερε σ’ αυτήν από την πρόσληψή του στις 18-6-2003 έως την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του στις 8-4-2011, υπηρεσίες ενημέρωσης, υποβοήθησης και παροχής βοήθειας και ελέγχου των επενδυτικών έργων των επιχειρήσεων του Νομού Λακωνίας, στο πλαίσιο των προγραμμάτων που αυτή διαχειρίζεται, ζήτησε να αναγνωριστεί α)η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, ανάλογης με τα έτη εργασίας του, β)η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.854,05 ευρώ για μισθούς υπερημερίας λόγω της άκυρης απόλυσής του, για το χρονικό διάστημα από 8-4-2011 έως 30-3-2012, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2011 και Πάσχα 2012 καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης και β)να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.164,20 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-4-2012 έως 30-9-2012 και για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας των ετών 2006-2008, επικουρικά δε για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ζήτησε α)να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 7.333,26 ευρώ για διαφορά της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας των ετών 2006-2008 και β)να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, Επικουρικά ζήτησε τα ανωτέρω ποσά, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (πλην του αιτουμένου ποσού για μισθούς υπερημερίας).
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 188/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση. Μετά από άσκηση εφέσεως κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους της εναγομένης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασής του και των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύονται τα εξής:
Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 18-6-2003 από την εναγομένη αστική μη κερδοσκοπική εταιρία που έχει ως αντικείμενο την διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, δυνάμει συμβάσεως που καταρτίστηκε στην Πάτρα μεταξύ αυτού και του τότε προέδρου της εναγομένης Τ. Φ.. Με τη σύμβαση αυτή που χαρακτηρίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ως σύμβαση έργου, ανατέθηκε στον ενάγοντα η εκτέλεση εργασιών υποβοήθησης του έργου της εταιρίας, σύμφωνα με του όρους της, που είχε υπογράψει η εναγομένη με την αναθέτουσα αρχή (Υπουργείο Ανάπτυξης), καθόσον η εναγομένη είχε αναλάβει για τη γεωγραφική περιοχή Πελοποννήσου, Ηπείρου, Ιονίων Νήσων και Δυτικής Ελλάδος, ως ενδιάμεσος φορέας διαχείρισης, την εφαρμογή των μέτρων του Προγράμματος Ανταγωνιστικότητας και κάθε άλλου προγράμματος ενδεχομένως, της ανατεθεί.
Συγκεκριμένα με τη σύμβαση αυτή ανατέθηκαν στον ενάγοντα τα ακόλουθα: α)η διεκπεραίωση του έργου της εταιρίας σύμφωνα με την εποπτεία και οδηγίες αυτής και της αναθέτουσας αρχής, με την υποχρέωση να παρευρίσκεται αυτός στην έδρα του Επιμελητηρίου όλες τις εργάσιμες ημέρες και ώρες, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή από 8.00 πμ έως 15.30 μμ και να μετακινείται εντός της γεωγραφικής περιοχής αρμοδιότητας της εταιρίας με σχετική απόφαση του υπευθύνου του έργου, β)η δημοσιοποίηση του αντικειμένου των προγραμμάτων που αναλαμβάνει η εταιρία, γ)η παροχή διευκρινήσεων, πληροφοριών και εν γένει συμβουλευτικών υπηρεσιών, που αφορούν την καλύτερη ενημέρωση των υποψηφίων επενδυτών, δ)η παραλαβή προτάσεων από τους επιχειρηματίες της περιοχής και ο έλεγχος της πληρότητας του φακέλου, ε)η ενημέρωση των επιχειρηματιών της περιοχής επί των προγραμμάτων που αφορούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, επί κοινοτικών προγραμμάτων και θεμάτων γενικότερου ενδιαφέροντος, στ)η παρακολούθηση υλοποίηση έργων (φυσικού και οικονομικού αντικειμένου) από τους επιχειρηματίες, ζ)η συμπλήρωση και συγκέντρωση μηνιαίων, τριμηνιαίων, εξαμηνιαίων και ετήσιων εκθέσεων και δελτίων προόδου και θ)η διεκπεραίωση όποιας τυχόν ενέργειας απαιτηθεί για την υλοποίηση του ανωτέρω προγράμματος σχετική ή παρεμφερή με τα προαναφερθέντα.
Ως χρόνος περάτωσης των παρεχόμενων υπηρεσιών του ενάγοντα ορίστηκε με τη σύμβαση αυτή η 18-08-2003, με δυνατότητα παράτασης της διάρκειας της σύμβασης. Εν συνεχεία, η ως άνω σύμβαση παρατάθηκε έως 31-12-2003, δυνάμει της από 18-08-2003 έγγραφης τροποποίησης σύμβασης έργου, ενώ στις 2-1-2004 καταρτίστηκε στην Πάτρα μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλόμενων νέα σύμβαση, που και αυτή χαρακτηρίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ως σύμβαση έργου, ανατέθηκαν δε στον ενάγοντα τα ίδια ως άνω καθήκοντα και η’ διάρκεια της ορίστηκε έως την 31-12-2004, με δυνατότητα παράτασης της διάρκειας της σύμβασης.
Ακολούθως, στις 3-1-2005 καταρτίστηκε στην Πάτρα μεταξύ του ενάγοντος και του τότε προέδρου της εναγόμενης Κ. Α. νέα σύμβαση, που επίσης, χαρακτηρίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ως σύμβαση έργου, ανατέθηκαν δε στον ενάγοντα τα ίδια ως άνω καθήκοντα και η διάρκεια της ορίστηκε έως την 31-12-2005, με δυνατότητα παράτασης της διάρκειας της σύμβασης, η οποία και πράγματι παρατάθηκε έως 31-12-2006, στη συνέχεια έως 31- 12-2007, στη συνέχεια έως 31-8-2008 και στη συνέχεια έως 31-12- 2008, με τις από 2-1-2006, 12-1-2007, 2-1-2008 και 1-9-2008 έγγραφες "παρατάσεις ατομικής σύμβασης εργασίας" αντίστοιχα.
Ακολούθως, στις 1-1-2009 υπέγραψαν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια έως την 30-4-2009. Στις 1-7-2010 η εναγομένη γνωστοποίησε εγγράφως στον ενάγοντα την μετατροπή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 156/1994, με αντικείμενο, υπάλληλος εργασίας, ωράριο εργασίας από 8.00 έως 16.00 και μισθό 1.044,80 ευρώ μηνιαίως.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, από την 18-6-2003 μεταξύ των διαδίκων μερών λειτούργησε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού ο ενάγων παρείχε τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του στην εναγομένη ως υπεύθυνος του γραφείου του Επιμελητηρίου Λακωνίας υπό τις οδηγίες και υποδείξεις των αρμοδίων οργάνων της ως προς τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας του και ως προς τη μορφή της εργασίας και τα θέματα αυτής ή τις μεθόδους που έπρεπε να εφαρμόσει.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το όλο αποδεικτικό υλικό, ο τόπος, ο χώρος και ο χρόνος της εργασίας του καθορίζονταν από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, καθόσον ο ενάγων είχε συμβατική υποχρέωση να προσέρχεται καθημερινώς επί ορισμένες ώρες στο χώρο παροχής της εργασίας του, ο οποίος ήταν τα γραφεία του Επιμελητηρίου Λακωνίας στο Γύθειο και να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ακολουθώντας το νόμιμο ωράριο της λειτουργίας της επιχείρησης της εναγομένης (08:00-16:00) επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και διατηρώντας ιδιαίτερο γραφείο.
Αποδείχθηκε δε ότι ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί τις οδηγίες του Προέδρου της εναγομένης και του Προϊσταμένου του, να δέχεται την άσκηση ελέγχου προς διαπίστωση της εκτέλεσης της εργασίας του και να τελεί υπό την εποπτεία τους αναφορικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας του, δεσμευόμενος από τις οδηγίες τους και κινούμενος σαφώς και αυστηρώς με τρόπο που καθόριζε η εναγομένη δια των ανωτέρω οργάνων της, όπως βεβαίωσε και ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας του ενάγοντος.
Επίσης, συμφωνήθηκε ως αμοιβή για τον ενάγοντα για τις υπηρεσίες του άλλοτε μηνιαίως και άλλοτε ετησίως και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 18-6-2003 έως 18-8-2003 το ποσό των 734 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., για το χρονικό διάστημα από 2-1-2004 έως 31-12-2004 το ποσό των 8.808 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 3-1-2005 έως 31-12-2005 το ποσό των 9.248,40 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβάλλεται τμηματικά και αποδείχθηκε ότι καταβαλλόταν σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, ο δε ενάγων εξέδιδε καθ’ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του στην εναγόμενη αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, θεωρημένες από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Εξάλλου από 1-1-2009 ο μισθός του συμφωνήθηκε σε 938,71 ευρώ μηνιαίως.
Συνεπώς, εξαρχής η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγόμενη ήταν αυτή της σχέσης εξαρτημένης εργασίας και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης έργου που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, αφού όπως αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του Δικαστηρίου και όχι των συμβληθέντων μερών.
Δεν ασκεί δε έννομη επιρροή στο χαρακτηρισμό των επίδικων συμβάσεων, το γεγονός έκδοσης εκ μέρους του ενάγοντα απόδειξης παροχής υπηρεσιών για λογαριασμό της εναγομένης, ούτε η παράλειψη αυτής να τον ασφαλίζει διαρκώς στο ΙΚΑ, καθόσον τα ανωτέρω δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια χαρακτηρισμού της απασχόλησης του ως σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Περαιτέρω, από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει, ότι οι διαδοχικές συμβάσεις δυνάμει των οποίων ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 18-6-2003 έως 8-4-2011, δεν ήταν συμβάσεις έργου όπως ονομάσθηκαν αρχικά τουλάχιστον, αλλά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού ο καθορισμός της διάρκειας και η ανανέωση των διαδοχικών συμβάσεων, δεν δικαιολογούνταν από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορευόταν από αντικειμενικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλά τέθηκε με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων.
Επειδή δε η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας χωρίς να μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, υπερέβαινε συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιωκόταν η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της εναγομένης εταιρίας, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 81/2003 ...
Από το γεγονός ότι επί 8 σχεδόν έτη ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, χωρίς μεταβολή του αντικειμένου της εργασίας του, προκύπτει ότι πράγματι αυτός κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής. Επομένως, στην έννομη σχέση που συνδέει τον ενάγοντα με την εναγομένη εταιρία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ότι με τον ενάγοντα δεν την συνέδεε σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αλλά σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η με την από 8-4-2011 έγγραφη καταγγελία σύμβασης εργασίας, η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της άνω σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση το ποσό των 2.437,87 ευρώ, υπολογιζόμενη με χρονολογία πρόσληψης την 1-1-2009 και όχι την 18-6-2003, συνεπώς δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, η οποία ανέρχεται σε τέσσερις μισθούς συν το 1/6 του ποσού αυτού, ήτοι το ποσό των 4.875,75 ευρώ (4 μισθοί x 1.044,80 ευρώ ο τελευταίος συμφωνημένος και καταβαλλόμενος μισθός = 4.179,20 ευρώ + 696,53 ευρώ το 1/6 του ποσού αυτού = 4.875,73 ευρώ).
Συνεπώς, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγόμενη την 8-4-2011 είναι άκυρη κατ’ άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, αφού δεν του καταβλήθηκε πλήρης η οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση. Η από 30-6-2010 υπεύθυνη δήλωση του ενάγοντος, με την οποία δέχθηκε οικειοθελώς να διακοπεί η εργασιακή του σχέση με την εναγομένη, για λόγους που συνδέονται με την εν γένει οικονομική της κατάσταση και παραιτήθηκε της αποζημίωσης, δεν εκφράζει δε την πραγματική του βούληση, αφού έγινε καθ’ υπόδειξη του Διευθυντή της εναγομένης Α. Π. και υπό την απειλή απόλυσης. Η δήλωση δε αυτή, όπως και η από 30-12-2008 ευθύνη δήλωση του ενάγοντος, με την οποία δήλωσε ότι δεν διατηρεί καμμία απαίτηση από τις συμβάσεις έργου που κατήρτισε με την εναγόμενη, δεν παράγουν έννομες συνέπειες, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920 και 8 ν. 4020/1959, είναι άκυρη κάθε συμφωνία πριν ή μετά την λήξη της σύμβασης, που περιέχει άμεση η έμμεση παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του και το σύνολο ή μέρος της αποζημίωσης, έστω και αν γίνεται υπό την μορφή της άφεσης χρέους.
Συνεπώς, είναι ουσιαστικά αβάσιμος ο λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα δεν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός της περί εξόφλησης του ενάγοντας, βάσει όρου των συμβάσεων περί καταβολής στον ενάγοντα, του ποσού που θα αντιστοιχεί έως το χρόνο της καταγγελίας έργο, καθώς και αυτός περί άφεσης χρέους.
Αβάσιμος επίσης κρίνεται και ο λόγος έφεσης περί εσφαλμένης απόρριψης της ένστασης καταχρηστικής δικαιώματος που προέβαλε η εναγόμενη, για τον λόγο ότι ουδέποτε ο ενάγων είχε διαμαρτυρηθεί για οικονομικές διαφορές, αφού και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός δεν στοιχειοθετεί την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, όπως ορθά κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και λόγω μη λήξεως της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη, η τελευταία από την καταγγελία αυτής έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη, λόγω μη αποδοχής της εργασίας του ενάγοντος, που αυτός πραγματικά ήταν σε ετοιμότητα να προσφέρει, υποχρεούμενη να του καταβάλει τους αντιστοίχους μισθούς υπερημερίας από το χρόνο της άκυρης καταγγελίας μέχρι την άρση της υπερημερίας της αυτής και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 9-4-2011 μέχρι 30-9-2012, όπως ζητήθηκε με την αγωγή, καθώς και επιδόματα εορτών Χριστουγέννων 2011 και Πάσχα 2012, τα οποία ορθώς του επιδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης ως προς το ύψος αυτών.
Εξάλλου ο ενάγων, ως συνδεόμενος με την εναγόμενη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, δικαιούται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 1082/1980, της Α.Υ. Οικ και Εργ 19040/1981 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1982, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και αρ. 1 του αν 539/1945, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το αρ. 1 του Ν. 1346/1983 και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2006, 2007 και 2008, καθώς και τα επιδόματα αδείας των ιδίων ως άνω ετών, τα οποία ορθώς του επιδικάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης ως προς το ύψος αυτών.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση, με τις ίδιες κατά βάση παραδοχές και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της, ορθώς εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά μέσα και δεν υπέπεσε σε καμία νομική πλημμέλεια...".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 173 και 200 ΑΚ παραλείποντας, όπως αποδίδεται, να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού δεν δέχθηκε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, ούτε ετέθη θέμα διάγνωσης της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων, ώστε να υφίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, ούτε εξάλλου τις διατάξεις των αρθ. 361, 648 επ., 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, αλλά προέβη απλώς στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους συμβληθέντες, της σύμβασης αυτής ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά που αφορούσαν το είδος της εργασίας του ενάγοντος και τις συνθήκες και περιστάσεις παροχής της, τα οποία ορθά υπήγαγε στις ως άνω διατάξεις για την εξαρτημένη εργασία, ενώ διέλαβε ως προς όλες αυτές πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ειδικότερα ως προς τα κριτήρια και δη τα ποιοτικά της νομικής και προσωπικής εξάρτησης του ενάγοντος από την εναγόμενη (βλ. ΑΠ 466/2010 Νόμος). Επομένως, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατ’ αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Έτσι, πράγματα είναι οι ισχυρισμοί περί εξοφλήσεως της απαιτήσεως, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 66/2008) και η ένσταση περί αφέσεως χρέους.
Για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.8, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποία επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 253/2011, ΑΠ 1632/2007).
Στην παρούσα περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και απέρριψε τις ενστάσεις περί εξόφλησης, καταχρηστικής ένστασης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, και περί άφεσης χρέους που είχε προτείνει.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται, κατά την παράθεση του σχετικού λόγου (σελίδες 21 - 22 του αναιρετηρίου), τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τις ενστάσεις αυτές, όπως προτάθηκαν πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο. Η ως άνω επικαλούμενη πλημμέλεια δεν μπορεί να θεμελιώσει αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι μόνη η αναγραφή του άρθρου αυτού εκ μέρους της αναιρεσείουσας δεν είναι επαρκής για το ορισμένο του λόγου αυτού (ΑΠ 1881/1987).
Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.06.2016 και με αριθμό .../2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 297/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 11 Μαΐου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 22 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ