Legislator Case Law & Legislation
1110/2015 AI generated

Supreme Court allows partial restitution of damages paid under a final labor dispute judgment.

Case Number 1110/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request for restitution of amounts paid under a final labor judgment. The appellant had voluntarily paid over 100,000 euros to the respondent following a termination dispute, which the court later annulled regarding compensation. The court ruled that the respondent must return the principal sum and interest, while also awarding legal costs to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Art. 147(4) Law 3655/2008; Art. 10(20) Law 3863/2010: Where a final judgment is annulled due to a labor dispute, the party who voluntarily executed the judgment is entitled to restitution of the amounts paid, including interest, subject to the court's discretion on costs.

Keywords

AI generated
Labor dispute termination Restitution of damages Voluntary execution Final judgment annulment Employment law restitution

Cited Legislation

AI generated
Art. 147(4) Law 3655/2008
Art. 10(20) Law 3863/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1110 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1110/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΕΡΙΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην…, νομίμως εκπροσωπουμένης, και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Βλαστού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α. Α. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στρατή Μαυραγάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4126/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 607/2014 Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 8-4-2014 αίτησή της και τον από 29-10-2014 πρόσθετο λόγο επ’ αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας, ανέγνωσε την από 28-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της από 8-4-2014, με αριθ. Εκθέσεως καταθέσεως 76/14-4-2014, αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΑΕΡΙΟΥ Α.Ε.", κατά του Α. Α. περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 607/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να γίνουν δεκτοί ο πρώτος λόγος και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος της αίτησης αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, κατά το άρθρο 147 παρ.4 του ν. 3655/2008 "Διατάξεις Κανονισμών Εργασίας και Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (στο εξής: ΕΣΣΕ) που εφαρμόζονται σε εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως έχει οριοθετηθεί με τις διατάξεις του ν. 1256/1982, οι οποίες προβλέπουν αυτοδίκαιη και υποχρεωτική αποχώρηση με τη συμπλήρωση είτε του οριζόμενου σε αυτές χρόνου υπηρεσίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας είτε του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, δεν εφαρμόζονται, εφόσον υποβληθεί από τον εργαζόμενο αίτηση παραμονής στην υπηρεσία που γίνεται αποδεκτή και από τον εργοδότη.

Η παραμονή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των 3 ετών". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 παρ.20 του ν. 3863/2010 "Διατάξεις Κανονισμών Εργασίας και ΕΣΣΕ που εφαρμόζονται σε εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται από το ν.1256/1982 και προβλέπουν αυτοδίκαιη και υποχρεωτική απόλυση με τη συμπλήρωση είτε του οριζόμενου σε αυτές χρόνου υπηρεσίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας, είτε του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, δεν εφαρμόζονται, εφόσον υποβληθεί από τον εργαζόμενο αίτηση παραμονής στην υπηρεσία που γίνεται υποχρεωτικά αποδεκτή από τον εργοδότη.

Η παραμονή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τριών (3) ετών, εκτός και εάν δεν θεμελιώνεται δικαίωμα για συνταξιοδότηση με πλήρη σύνταξη". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 7 της από 22-12-2008 ΕΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην ΔΕΣΦΑ ΑΕ "Οι εργαζόμενοι στην Εταιρία που συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης λόγω γήρατος από τον κύριο ασφαλιστικό τους φορέα, κατά περίπτωση - ως πλήρους συνταξιοδότησης λόγω γήρατος νοούμενης εκείνης την οποία προβλέπουν ως τέτοια (πλήρη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος) οι διατάξεις του καταστατικού νόμου του οικείου ασφαλιστικού φορέα στον οποίο οι εργαζόμενοι είναι ασφαλισμένοι - εφόσον καταγγείλουν οι ίδιοι την σύμβαση εργασίας τους με την Εταιρία για το λόγο αυτό ή απομακρυνθούν από την Εταιρία με την εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεώς τους, λαμβάνουν, σε ποσοστό 100%, ως αποζημίωση το ποσό του κατωτέρω πίνακα, υπό την προϋπόθεση ότι θα αποχωρήσουν από την Εταιρία ή θα απομακρυνθούν από αυτήν ευθύς ως συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν των έξι (6) μηνών από τη συμπλήρωση των εν λόγω προϋποθέσεων.

Σε περίπτωση που παραμείνουν στην Εταιρία μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων της πλήρους συνταξιοδότησης, για οποιοδήποτε λόγο, συμπεριλαμβανομένου του λόγου ότι οι εργαζόμενοι δεν γνωστοποίησαν τα ακριβή ασφαλιστικά στοιχεία τους, θα λαμβάνουν ως αποζημίωση το 40% της νομίμου αποζημίωσης απόλυσης του ν. 2112/1920, όπως εκάστοτε ισχύει.

Η λήψη της αποζημίωσης του άρθρου 7 από τους εργαζόμενους της Εταιρίας εξαντλεί το δικαίωμά τους επί της προβλεπόμενης αποζημίωσης βάσει του ν. 2112/1920, όπως εκάστοτε ισχύει". Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι, σύμφωνα με τια διατάξεις των άρθρων 147 παρ.4 του ν. 3655/2008 και 10 παρ.20 του ν 3863/2010, στην περίπτωση που υποβληθεί από τον εργαζόμενο αίτηση παραμονής στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης, δεν εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας και ΕΣΣΕ, ο οποίες, άλλως, είναι εφαρμοστέες σε εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα και προβλέπουν αυτοδίκαιη και υποχρεωτική αποχώρηση με τη συμπλήρωση είτε του οριζόμενου σε αυτές χρόνου υπηρεσίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας είτε του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για συνταξιοδότηση.

Εφαρμόζονται, όμως, οι λοιπές διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας ή ΕΣΣΕ, όπως εκείνες που ρυθμίζουν τα της αποζημιώσεως σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως εργασίας, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη του άρθρου 7 της από 22-12-2008 ΕΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην ΔΕΣΦΑ ΑΕ, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι της ΔΕΣΦΑ ΑΕ παραμείνουν στην Εταιρία μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων της πλήρους συνταξιοδότησης, για οποιοδήποτε λόγο, συμπεριλαμβανομένου του λόγου ότι οι εργαζόμενοι δεν γνωστοποίησαν τα ακριβή ασφαλιστικά στοιχεία τους, θα λαμβάνουν ως αποζημίωση το 40% της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης του ν. 2112/1920, όπως εκάστοτε ισχύει, στην περίπτωση λύσεως της συμβάσεώς τους.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ36/1988, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 129/2014).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που αυτό δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής τους στο νόμο, οπότε αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2 008). 2.

Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως και ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την αποζημίωση που εδικαιούτο ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του από την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, που ενδιαφέρουν εδώ: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε την 7-2-1994, ο ενάγων, απόφοιτος του Τμήματος Χημείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, προσλήφθηκε από την ΔΕΠΑ ΑΕ για να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Την 1-6-1994 του ανατέθηκαν καθήκοντα Διευθυντή στο παράρτημα της ΔΕΠΑ ΑΕ στη Θεσσαλονίκη, ενώ από την 10-4-2006 μεταφέρθηκε στις εγκαταστάσεις λειτουργίας και συντήρησης στη Νέα Μεσημβρία Θεσσαλονίκης, λόγω παύσης της λειτουργίας του παραρτήματος στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε, δυνάμει των ν. 3428/2005 και π.δ. 33/2007, στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, χωρίς να μεταβληθεί το καθεστώς εργασίας του.

Με το ...31-8-2009 υπηρεσιακό της σημείωμα, η εναγομένη ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι μετά την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του (την 22-8-2009) και των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησής του, λόγω γήρατος, από τον κύριο ασφαλιστικό του φορέα, ήτοι το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα προβεί την 30-9-2009 στην καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως με την καταβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο 7 της ΕΣΣΕ του έτους 2008 αποζημίωσης.

Με το ...9-9-2009 υπηρεσιακό του σημείωμα ο ενάγων ζήτησε από την εναγομένη να συνεχίσει, σύμφωνα με τα άρθρα 145 και 147 του ν. 3655/2008, να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν για τρία ακόμη έτη. Η εναγομένη με το 305/13-5-2010 έγγραφο της, που φέρει την υπογραφή του Διευθύνοντος Συμβούλου της, αποδέχθηκε, όπως δικαιούταν, κατά την ισχύουσα τότε διάταξη του άρθρου 147 παρ.4 του ανωτέρω ν.3655/2008, το πιο πάνω αίτημα του ενάγοντος να εξακολουθήσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ’ αυτήν και μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησης από τον πιο πάνω κύριο, ασφαλιστικό του φορέα, ενόψει και των υφισταμένων αναγκών της.

Με το ίδιο, ως άνω, έγγραφό της η εναγομένη επιφυλάχθηκε για το δικαίωμά της να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, κατά τους όρους του άρθρου 8 εδ. β’ του ν. 3198/1955, τόνισε δε ότι σε κάθε περίπτωση θα του καταβάλει την από το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωση, ήτοι το 40% της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης και όχι αυτήν που προβλέπεται από το άρθρο 7 της ΕΣΣΕ του έτους 2008 περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στη ΔΕΣΦΑ ΑΕ.

Ο ενάγων ουδεμία αντίρρηση προέβαλε, προφορικώς ή εγγράφως, για το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου της εναγομένης. Μετά από επτά μήνες, με τα ...20-12-2010 και ... 21-12-2010 υπηρεσιακά σημειώματά της, η εναγομένη γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι την 28-12-2010 θα καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, κάλεσε δε τον τελευταίο να προσέλθει την ημερομηνία αυτή (28-12-2010), προκειμένου να υπογράψει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του λόγω συνταξιοδότησης και να λάβει την αποζημίωση απόλυσης από 38.115,94 ευρώ, που ισούται με το 40% της αποζημίωσης του ν. 2112/1920. [...] Ακολούθησε, την 28-12-2010, η καταγγελία από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με την καταβολή σ’ αυτόν του ποσού των 38.115,94 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης".

Μετά τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 147 παρ.4 του ν. 3655/2008, οι διατάξεις του άρθρου 7 της από 22-12-2008 ΕΣΣΕ δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση του αναιρεσίβλητου, ο οποίος, συμπληρώνοντας τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, την 9-9-2009 ζήτησε την παραμονή του στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας, αίτημα που έγινε αποδεκτό από αυτήν και ότι, ως εκ τούτου, ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να λάβει για νόμιμη αποζημίωση απόλυσης το ποσό των (6.372,08 + 1062,01 για αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας από 1/6 = 7.434,09 Χ 16 μήνες =) 118.945,44 ευρώ και όχι το καταβληθέν σ’ αυτόν ποσό των 38.115,94 ευρώ, που ισούται κατά τα προαναφερθέντα με ποσοστό 40% αυτής.

Κατόπιν, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δικάζοντας την αγωγή κατά το μέρος που αναφερόταν στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, έκανε δεκτή την επικουρική βάση αυτής και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, ως διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης που κατά τις παραδοχές του δικαιούταν και εκείνης που πράγματι του καταβλήθηκε, το ποσό των 80.829,50 ευρώ (118.945,44 - 38.115,94).

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 147 παρ.4 του ν. 3655/2008 και 7 της από 22-12-2008 ΕΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στην ΔΕΣΦΑ ΑΕ, που εφάρμοσε εσφαλμένα, δίνοντας σ’ αυτές έννοια διαφορετική από την αληθινή, που έχει ήδη εκτεθεί παραπάνω (βλ. σκέψη αρ.1). Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων είναι βάσιμοι.

3.Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 και 4 παρ.1 του α.ν. 539/1945, όπως η παρ.1 του άρθρου 4 τροπ. µε το άρθρο 4 παρ.15 του ν. 4504/1966 και 3 ν.δ. 3755/1957, που ορίζουν, η πρώτη ότι "Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται υπέρ των αντί μισθού απασχολουμένων εις επιχειρήσεις ή εργασίας ασκουμένας επί κέρδει, βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής φύσεως, διενεργείας μεταφορών ή φορτοεκφορτώσεων, ασχέτως της μορφής ή του χαρακτήρος (δημοσίου ή ιδιωτικού) της οργανώσεώς των, ως και εις τας επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εις νοσηλευτικά ιδρύματα ή οργανισμούς ή οιαδήποτε άλλα έργα διεξαγόμενα διά λογαριασμόν ιδιωτών, νομικών προσώπων, οργανισμών δημοσίου δικαίου ή του Δημοσίου, εις σωματεία, συνεταιρισμούς, θεάματα και λέσχας", η δεύτερη ότι "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήση την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.

Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των, κατ’ έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις διά την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν διά την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν µετ’ αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου, όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν έστω και εάν δεν εζητήθη αύτη υπό του μισθωτού" και η τρίτη ότι "Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ’ έτος αδείας του, υποχρεούται όπως, άμα τη λήξει του έτους, καθ’ ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός, και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%", προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού, που απασχολείται σε επιχείρηση, εργασία κλπ, από τις αναφερόμενες στην πρώτη από τις πιο πάνω διατάξεις, δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής).

Για τη θεμελίωση της αξίωσής του, όμως, προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης, που έχει το χαρακτήρα αστικής ποινής, ισχύει χωρίς εξαίρεση για όλους τους εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους μισθωτούς, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφριάς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε (ΑΠ 718/2013).

Η πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίσθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος αρνήθηκε τη χορήγηση στον εργαζόμενο της νόμιμης κατ’ έτος άδειάς του, μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100% εφαρμόζεται και στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (ΟΑΠ 32/2005).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όταν ζητούνται αποδοχές αδείας παρελθόντων ετών στο διπλάσιο πρέπει, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρεται σ’ αυτή ότι ο ενάγων ζήτησε, γραπτά ή προφορικά, εγκαίρως, την άδειά του αυτούσια για τα συγκεκριμένα έτη και ότι ο εργοδότης αρνήθηκε να του τη χορηγήσει, εξαναγκάζοντας τον στην παροχή εργασίας κατά το χρόνο ακριβώς κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει την άδεια, και όχι να γίνεται μόνο χρήση της νομικής, αξιολογικής έννοιας της "υπαιτιότητας" του εργοδότη, χωρίς, δηλαδή, να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, οδηγούν στη δικανική κρίση περί πραγμάτωσης της εν λόγω αξιολογικής νομικής έννοιας.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, όταν η αγωγή είναι ορισμένη και το δικαστήριο τη θεώρησε αόριστη ή και αντίστροφα, η απόφαση μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά με βάση την πιο πάνω διάταξη (ΑΠ 1492/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, στην ένδικη αγωγή ο αναιρεσίβλητος, σχετικά με τις αποδοχές άδειας που ζήτησε να του καταβληθούν, εκθέτει τα εξής: "Η εναγομένη, παρότι το είχα επανειλημμένα ζητήσει, δεν μου κατέβαλε (εννοεί χορήγησε) το σύνολο των δικαιουμένων ανά έτος ημερών άδειας, από δική της υπαιτιότητα, αλλά λιγότερες και συγκεκριμένα [...]" προσδιορίζοντας για καθένα από τα έτη 2006 - 2010 πόσες ημέρες άδειας έλαβε και πόσες δεν του χορήγησε η αναιρεσείουσα.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή κατά το σχετικό περί αποδοχών άδειας κεφάλαιό της είναι ορισμένη και, συνεπώς, το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του τη θεώρησε ορισμένη και την εξέτασε περαιτέρω κατ’ ουσίαν επιδικάζοντας αποδοχές άδειας, προσαυξημένες κατά 100% για τις ημέρες αυτής που δεν χορηγήθηκαν, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

4.Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 607/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που αναφέρεται στην αναιρεσείουσα και τότε πρώτη εφεσίβλητη - εναγομένη και το ύψος της οφειλομένης από αυτήν, εξ αιτίας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, αποζημίωση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι δυνατή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

5.Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 ΚΠολΔ, εάν αποδεικνύεται, προαποδεικτικά, εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις, που κατέθεσε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου, κατά την επ’ αυτών σημείωση του αρμόδιου γραμματέα, την 3-11-2014, δηλαδή πέντε και πλέον μήνες προ της μετ’ αναβολή ορισθείσας συζήτησης της υπόθεσης, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή των ποσών που κατέβαλε σ’ αυτόν, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα και την έμμεση ομολογία του αναιρεσιβλήτου αποδεικνύονται τα εξής: Με την αναιρουμένη 607/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση, πέραν εκείνης που του είχε ήδη καταβάλει κατά την εκ μέρους της καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, το ποσό των 80.829,50 ευρώ, νομιμότοκα, από 29-12-2010, καθώς και ποσό 5000 ευρώ ως δικαστική της δαπάνη για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Η αναιρεσείουσα, σε εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, κατέβαλε την 27-6-2014 στον αναιρεσίβλητο, δια της παραδόσεως σ’ αυτόν των υπ’ αριθ. ..., ποσού 112.420,24 ευρώ και ..., ποσού 953,62 ευρώ, δίγραμμων επιταγών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος εμφάνισε και εισέπραξε, 1) ποσό 78.746,55 ευρώ για επιδικασθέν, μετ’ αφαίρεση των αναλογούντων επ’ αυτού φόρων, κεφάλαιο, 2) ποσό 18.829,50 ευρώ, μετ’ αφαίρεση των αναλογούντων φόρων και χαρτοσήμου, για τόκους υπερημερίας από την 29-12-2010 μέχρι την ως άνω καταβολή και 3) ποσό 4.150 ευρώ για επιδικασθείσα (μετά συμψηφισμό μεταξύ επιδικασθείσας από το Πρωτοδικείο και το Εφετείο στον μη διάδικο εν προκειμένω, δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο) δικαστική δαπάνη, συνολικά δηλ.

ποσό 101.726,05 ευρώ. Το ποσό αυτό και όχι τα επί πλέον ποσά, που, είτε ως παρακρατηθέντες φόροι και χαρτόσημο επί του κεφαλαίου και των τόκων, αποδόθηκαν από την αναιρεσείουσα στο δημόσιο (ΟλΑΠ 31/2009), είτε καταβλήθηκαν, ως αφορώντα το κεφάλαιο της προσβαλλομένης απόφασης περί αποδοχών άδειας, για το οποίο δεν αναιρέθηκε αυτή, πρέπει ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να επιστρέψει, κατά μερική παραδοχή του αιτήματος της αναιρεσείουσας για επαναφορά, ως ουσιαστικά βάσιμου, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 607/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αφορά στην αναιρεσείουσα και στο κεφάλαιο της αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση του αναιρεθέντος μέρους.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των εκατόν μιας χιλιάδων επτακοσίων είκοσι έξη ευρώ και πέντε λεπτών (101.726,05), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αποφάσεως αυτής. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Αυγούστου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ