1110/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1110/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αόριστου χρόνου σύμβασης εργασίας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ ΑΠ 18/2006), αλλά ούτε και από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας εργοδότη είτε ανήκει στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και εάν ο κανονισμός αυτός έχει αποκτήσει ισχύ νόμου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1110 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1110/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Κορδελλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Λ. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 317/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 504/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-5-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 15-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 9368/6-7-2010 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Πατρών δικαστικού επιμελητή Δημητρίου Σπηλιόπουλου προκύπτει ότι, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως μαζί με την οικεία πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος της κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.
ΙΙ.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 648, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως σύμφωνα με το άρθρ. 669 του ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Εξάλλου, η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και ο χαρακτηρισμός της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, γιατί ο χαρακτηρισμός αυτός αποτελεί έργο του δικαστηρίου της ουσίας κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας του, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 § 3 και 87 § 2 του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση που στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αόριστου χρόνου σύμβασης εργασίας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ ΑΠ 18/2006), αλλά ούτε και από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας εργοδότη είτε ανήκει στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και εάν ο κανονισμός αυτός έχει αποκτήσει ισχύ νόμου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή της η αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι από 1-7-1998, δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας που σύναπτε με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., παρείχε τις υπηρεσίες της σ' αυτό με την ειδικότητα της χειρίστριας Η/Υ και με καθήκοντα την εισαγωγή και επεξεργασία δεδομένων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή μέχρι και την άσκηση της ένδικης από 27-1-2005 αγωγής καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος.
Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η απασχόλησή της σ' αυτό αποτελεί μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και να υποχρεωθεί αυτό να της καταβάλει τις αναφερόμενες αποδοχές. Με το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα η αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η εργασιακή σύμβαση από την οποία απορρέουν οι αξιώσεις της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον η διαφορά η οποία έχει ως αίτημα την αναγνώριση και την απόδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης, εφόσον έχει ως βάση την παροχή υπηρεσιών του μισθωτού σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έχει χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια (πρβλ.
ΑΕΔ 3/2004). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση περί ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της αγωγής της αναιρεσίβλητης είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αβάσιμος. Περαιτέρω, ανεξάρτητα από την υπ' αριθμ 1999/70 Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δημοσιεύτηκε στις 10-7-1999 στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η ισχύς της άρχισε σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής στις 10-7-2001, ενσωματώθηκε δε στην Ελληνική έννομη τάξη στις 2-4-2003 με το π.δ. 81/2-4-2003, στην Ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της συμβάσεως ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 § 3 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή "οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Κατά την παγιωθείσα στη νομολογία και τη θεωρία ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, ενώ αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση από τον εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά ανάγκες της υπηρεσίας πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες.
Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αόριστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου ή τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτόμενων αναγκών να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχολήσεως από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 7/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ" με έγγραφες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες ανανεώνονταν κατά τη λήξη τους, με αντικείμενο την εισαγωγή και επεξεργασία δεδομένων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, ως βοηθός έρευνας, όπως αναγραφόταν στις ως άνω συμβάσεις, στα πλαίσια διαφόρων ερευνητικών προγραμμάτων.
Ειδικότερα, απασχολήθηκε κατά τα παρακάτω χρονικά διαστήματα: από 9-7-1998 έως 30-6-1999, από 1-7-1999 έως 31-12-1999, από 1-1-2000 έως 31-3-2000, από 1-4-2000 έως 30-9-2000, από 1-10-2000 έως 31-12-2000, από 1-1-2001 έως 31-8-2001, από 25-1-2002 έως 31-8-2004 και από 1-9-2004 έως 31-8-2005, δηλαδή περισσότερο από 24 μήνες έως την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004. Αλλά και κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-9-2001 έως 25-1-2002 και από 1-9-2002 έως 16-3-2003, για τα οποία δεν συνήφθη έγγραφη σύμβαση, η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει και το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με το ίδιο πιο πάνω αντικείμενο.
Η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της κατά πλήρες ωράριο από τις 8:00 μέχρι και τις 2:30 μμ, όπως και οι λοιποί μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου ΝΠΔΔ, στις εγκαταστάσεις του τελευταίου και ειδικότερα, αρχικά στο εργαστήριο ηλεκτρομηχανικής μετατροπής ενέργειας και στη συνέχεια στο εργαστήριο πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου με τα ίδια καθήκοντα (εισαγωγή και επεξεργασία δεδομένων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή), χρησιμοποιώντας τα μέσα που της παρείχε το εναγόμενο και όχι δική της υλικοτεχνική υποδομή, υπό τις οδηγίες και εντολές των εκπροσώπων του εναγομένου, οι οποίοι είχαν την εξουσία να την ελέγχουν προς διαπίστωση της συμμόρφωσής της προς τις παρεχόμενες οδηγίες και υποδείξεις τους και την επιμελή εκτέλεση της εργασίας που της ανατέθηκε.
Μόνος ο τρόπος πληρωμής, με την έκδοση από την ενάγουσα δελτίων παροχής υπηρεσιών, δεν αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο για το χαρακτηρισμό της παραπάνω σύμβασης ως σύμβασης έργου. Ο χαρακτηρισμός, συνεπώς, των ως άνω συμβάσεων ως συμβάσεων εκτέλεσης έργου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεπαν στην επίτευξη συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος αλλά στην εργασία της εφεσίβλητης καθαυτή, ούτε και δικαιολογείται από τη φύση, το είδος ή το σκοπό της εργασίας της.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, στη συνέχεια, ότι οι ανωτέρω διαδοχικές εργασιακές συμβάσεις ορισμένου χρόνου έφεραν το χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τις εντεύθεν νομικές συνέπειες και απέρριψε σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 8 § 3 του ν. 2112/1020, 281, 671 ΑΚ και 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος, αφού υπό τις ως άνω παραδοχές οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις της αναιρεσίβλητης, από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος, ο δε καθορισμός της διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται απ' αυτή (φύση τους) αλλά ετέθη προς καταστρατήγηση των ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης.
Ως εκ τούτου έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας της αναιρεσίβλητης, ανεξάρτητα από τις σχετικές προβλέψεις και ρυθμίσεις του εσωτερικού κανονισμού του αναιρεσείοντος, των ρυθμίσεων της 1999/70 Οδηγίας και των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (που προστέθηκαν με το ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, των οποίων η ισχύς αρχίζει από 17-4-2001), που δεν έχουν εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας της αναιρεσίβλητης, όπως δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την έναρξη ισχύος τους, καθόσον είχε προσλάβει αυτή ήδη κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της το χαρακτήρα της σύμβασης αόριστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δηλαδή και πριν την ισχύ της άνω Οδηγίας και των παραπάνω διατάξεων του Συντάγματος.
Κατά συνέπεια, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. 'Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, της 10025/6-12-2005 ένορκης βεβαίωσης της συμβολαιογράφου Πατρών Αργυρούς Κακούρα και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στις εν λόγω παραδοχές το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 671 εδ. α' και 674 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠολΔ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και με τη δεύτερη ότι τα άρθρα 668 έως 671 και 673 εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επί εφέσεως κατά απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνονται επιτρεπτώς υπ' όψη από το Εφετείο και αποδεικτικά μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου για λήψη τους υπ' όψη ως τέτοιων στην τακτική διαδικασία.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο, που δίκασε την ένδικη διαφορά κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσίβλητη, τα οποία δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου για να ληφθούν ως τέτοια, ήτοι έλαβε υπόψη τις από 19-11-2004 δύο βεβαιώσεις του Δ/ντή του Εργαστηρίου Ηλεκτρομηχανικής Ενέργειας του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών Α.
Σ., τις από 12-10-2004 και 8-12-2005 βεβαιώσεις του Προέδρου του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών Ν. Π. και την από 8-12-2005 βεβαίωση της Γραμματείας του ίδιου Τμήματος. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο μπορούσε να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει, ως τεκμήρια, μαζί με τα λοιπά προσκομισθέντα από τα διάδικα μέρη αποδεικτικά στοιχεία, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, και τα ως άνω έγγραφα, έστω και αν δεν πληρούσαν τους όρους του νόμου.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-5-2010 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 504/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ