Legislator Case Law & Legislation
1110/2010 AI generated

Supreme Court quashes lower court judgment for procedural errors and orders restitution of paid amounts.

Case Number 1110/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision due to procedural violations regarding witness testimony and damages assessment. The appellants argued that the lower court failed to clarify whether the appellee committed additional offenses beyond misleading a witness under oath, which significantly impacted the awarded damages. Consequently, the court ordered the case remitted to the same appellate court with a new composition and mandated the return of the 24,983 euros already paid by the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 340, 559(11), 559(19), 579(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment for procedural defects affecting the formation of judicial conviction and order restitution of amounts voluntarily paid if the execution was voluntary.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure procedural defect judicial conviction remittal of case restitution of funds witness testimony damages assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339 and 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1110 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1110/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Πιστικό.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τζίμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-1-2003 και 18-7-2001 από αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1164/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1569/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-5-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος, ο τρίτος και ο υπο στοιχ. ΙΙΙ 1 λόγοι του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι, για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ζητήματος, ελήφθησαν υπόψιν και συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των δικογράφων και των προτάσεων των διαδίκων και των συναφών δικαστικών αποφάσεων, η υπόθεση έχει ως εξής: Κατά το έτος 1999 ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ1, πολιτικός μηχανικός, ζήτησε, με αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, να τεθεί "σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση" ο πατέρας του ΑΑ, ο οποίος προσήλθε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και παρέστη μετά του αναιρεσιβλήτου, δικηγόρου Αθηνών, Ψ.

Στις έγγραφες προτάσεις που ο τελευταίος κατέθεσε στο δικαστήριο για λογαριασμό και επ' ονόματι του πελάτου του, αποκρούοντας την βασιμότητα της αιτήσεως, ανέφερε για τον αιτούντα μηχανικό, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Εμφανίζεται ... ενώπιον του Δικαστηρίου σας μία ακόμη περίπτωση προσώπου ηλικιωμένου, του οποίου την περιουσία, κατά το κοινώς λεγόμενο, προσπαθούν να βάλουν στο χέρι συγγενικά του πρόσωπα και εν προκειμένω ο υιός μου.

Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα: Είναι γεγονός ότι υποφέρω από πάρκινσον ... Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι υποφέρω από άννοια και ότι δεν επικοινωνώ με το περιβάλλον ή ότι αδυνατώ να επιμεληθώ του εαυτού μου ή της περιουσίας μου. Έτσι, ενώ έχω μεγάλη περιουσία την οποία με την κρινόμενη αίτηση προσπαθεί να υφαρπάσει ο πρωτότοκος υιός μου ...

ούτος με πήγε στα εξωτερικά ιατρεία. .. προκειμένου να λάβει το επιθυμητό δι' αυτόν πιστοποιητικό ... προσπαθεί να με εμφανίσει ως πάσχοντα από άνοια... ώστε κυριολεκτικώς να μου φάει την περιουσία και να μη μείνει τίποτα για το άλλο παιδί μου ΒΒ.... για να αντιληφθεί το Δικαστήριό σας το μέγεθος της απληστίας του αντιδίκου υιού μου, ούτος στο υπ' αυτού προτεινόμενο εποπτικό συμβούλιο παραλείπει τον έτερο υιό μου και, αδελφό του ΒΒ ακριβώς για να μπορεί να μου αρπάξει την περιουσία ...

δεν έχω χρήματα να αντιμετωπίσω τα προς το ζην, αφού ... υφάρπασε προσωρινή διάταξη ... και εδέσμευσε τις καταθέσεις μου στις τράπεζες ...". Τους αυτούς ισχυρισμούς, για λογαριασμό του πελάτου του, προέβαλε ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος και στην έφεση που άσκησε κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή η ανωτέρω αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος.

Για τους εις βάρος του ισχυρισμούς, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε υποστηρίχθηκαν δύο φορές (με τις προτάσεις και με την έφεση), ο πρώτος αναιρεσείων υπέβαλε ισάριθμες μηνύσεις κατά του δικηγόρου (αναιρεσιβλήτου), υποστηρίζοντας ότι ο πατέρας του έπασχε από ψυχικό νόσημα (άνοια), που του απέκλειε την χρήση του λογικού και, επομένως, όσα εγράφησαν, κατά τα ανωτέρω, εις βάρος αυτού δεν είχαν την έγκριση πατρός του, αλλά συντάχθηκαν αυθαιρέτως από τον δικηγόρο (υποκινούμενο από την εν διαστάσει σύζυγο του αναιρεσείοντος).

Στη συνέχεια, ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος άσκησε κατά του αναιρεσείοντος μηχανικού την από 21-1-2003 αγωγή εξ αδικήματος, ζητώντας να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με το ίδιο δικόγραφο ενήγαγε και την δεύτερη αναιρεσείουσα -μητέρα του πρώτου- ως ψευδορκήσασα κατά την εξέτασή της ως μάρτυρος στην διεξαχθείσα ποινική προανάκριση.

Ο δικηγόρος άσκησε επίσης κατά του πρώτου αναιρεσείοντος και την από 18-7-2001 αγωγή ζητώντας να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ αδικήματος, που φερόταν ότι είχε διαπραχθεί από τον μηχανικό με την από 2-3-2001 μήνυσή του κατά του δικηγόρου για παραπλάνηση μάρτυρος σε ψευδορκία. Το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε μερικώς και τις δύο αγωγές, το δε Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τόσο την έφεση των αναιρεσειόντων όσο και την αντέφεση του αναιρεσιβλήτου.

Σχετικώς, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του τα ακόλουθα, αφού παρέθεσε αυτούσιο το κείμενο των επίμαχων προτάσεων που είχε καταθέσει ο αναιρεσίβλητος: "Δεν αποδείχθηκε όμως ότι τα γεγονότα αυτά ήταν αναληθή και ότι ο ενάγων τελών εν γνώσει της αναληθείας τους τα συμπεριέλαβε στις προτάσεις, όπως υποστήριξε στην πιο πάνω μήνυση του ο εδώ εναγόμενος Χ1.

Και τούτο διότι, όπως προκύπτει και από την εξέταση του ίδιου του ΑΑ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την πιο πάνω δικάσιμο της 23-3-2000, οι σχέσεις του με τον Χ1 στο παρελθόν δεν ήταν καλές, ενώ ο τελευταίος πράγματι στα προτεινόμενα για το εποπτικό συμβούλιο πρόσωπα, δεν είχε συμπεριλάβει τον αδελφό του ΒΒ και σε κάθε περίπτωση ο ενάγων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ψ, ενήργησε στα πλαίσια της εντολής που είχε λάβει για να τον εκπροσωπήσει στην προαναφερθείσα δίκη, χωρίς πρόθεση να δυσφημίσει ή να εξυβρίσει τον εναγόμενο.

Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι ο ενάγων, κατά την πιο πάνω δίκη, ενήργησε προς βλάβη ή επιχείρησε να βλάψει τα συμφέροντα του πατέρα του εναγομένου, αλλ' αντίθετα ενήργησε σύμφωνα με την εντολή του τελευταίου, ο οποίος και τον διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του, αφού κατά τη δίκη ήταν παρών στο δικαστήριο. Βέβαια, η αντίληψή του μπορεί να ήταν μειωμένη, λόγω του ότι έπασχε από τη νόσο του πάρκινσον και από άνοια, αλλά, όπως προκύπτει και από τις απαντήσεις του σε ερωτήσεις του δικαστή, δεν έφθανε μέχρι του σημείου να μη μπορεί να αντιληφθεί πρόσωπα και καταστάσεις, αφού και τον χώρο, στον οποίο τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν, γνώριζε και προφανώς και το αντικείμενο της δίκης γνώριζε, αλλά και την ιδιότητα του ενάγοντος ως πληρεξουσίου δικηγόρου του.

Εξάλλου, μετά την πιο πάνω μήνυση του εναγομένου κατά του ενάγοντος, εκδόθηκε το υπ' αρ. 2347/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο ο ενάγων απαλλάχτηκε από τις πιο πάνω κατηγορίες και στη συνέχεια, εκδόθηκε το υπ' αρ. 1889/2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο το επικύρωσε.

Ενόψει αυτών, τα περιστατικά τα οποία ο εναγόμενος Χ1 ανέφερε στην προαναφερθείσα μήνυσή του για τον ενάγοντα ήταν ψευδή και δυσφημιστικά για τον τελευταίο και εξαιτίας αυτών ο ενάγων, και μάλιστα ως δικηγόρος με πολυετή άσκηση του επαγγέλματός του, υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.

Η χρηματική αυτή ικανοποίηση πρέπει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να προσδιορισθεί στο ποσό των 6.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και το οποίο, κατ' ορθή κρίση, επιδίκασε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη της από 21-1-2003 αγωγής, Χ2, μητέρα του πρώτου εναγομένου και πρώην σύζυγος του ΑΑ, στο πλαίσιο της προανάκρισης επί της πιο πάνω μήνυσης, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας, ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, κατέθεσε ότι ο ενάγων, με τις από 23-3-2000 προτάσεις του ενώπιον του πιο πάνω Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ψευδώς ότι οι σχέσεις μεταξύ του πρώτου εναγομένου με τον πατέρα του και τον αδελφό του δεν ήταν καλές, ενώ στην πραγματικότητα ήταν άριστες.

Τα γεγονότα όμως αυτά (που ο ενάγων ανέφερε στις προτάσεις), σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν ήταν ψευδή, εφόσον πράγματι οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών δεν ήταν καλές, πράγμα που ενισχύεται και από το ότι ο εν λόγω εναγόμενος δεν πρότεινε και τον αδελφό του ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου στην ως άνω δίκη για τη δικαστική συμπαράσταση του πατέρα τους.

Συνεπώς, αυτά που κατέθεσε η εν λόγω εναγομένη ενώπιον του Πταισματοδίκη, δεν ήταν αληθή, η ίδια δε γνώριζε για την αναλήθεια αυτών, εφόσον ήταν πρόσωπο του αμέσου οικογενειακού περιβάλλοντος και συνεπώς ήταν σε θέση να γνωρίζει για την ποιότητα των σχέσεων μεταξύ των πιο πάνω προσώπων (αδελφών και πατέρα).

Τα περιστατικά αυτά ήταν δυσφημιστικά για τον ενάγοντα, ο οποίος, εξαιτίας αυτών και μάλιστα ως δικηγόρος, υπέστη ηθική βλάβη και προς αποκατάστασή της δικαιούται ικανοποίηση. Περαιτέρω κρίνει ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και το οποίο, κατ' ορθή κρίση, επιδίκασε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο ΑΑ, με την υπ' αρ. 6077/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τέθηκε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και κατά της απόφασης αυτής, ο τελευταίος άσκησε την από 28-11-2000 έφεση. Κατόπιν, ο εναγόμενος με την από 18-7-2001 ένδικη αγωγή, Χ1, υπέβαλε κατά του ενάγοντος της αγωγής αυτής Ψ, την από 2-3-2001 μήνυσή του και ζήτησε να ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για τις πράξεις της απάτης στο δικαστήριο, της απιστίας δικηγόρου, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της από κοινού με τη σύζυγο του (εναγομένου), παραπλάνησης μάρτυρα στο αδίκημα της ψευδορκίας, ισχυριζόμενος ότι ο ενάγων συνέταξε την έφεση χωρίς να έχει τη σχετική εντολή του συμπαραστατούμενου πατέρα του και ότι άσκησε την έφεση με σκοπό να ωφεληθεί η εν διαστάσει σύζυγός του ΓΓ.

Όπως όμως αποδείχθηκε, για την πιο πάνω δίκη, ο ενάγων είχε διοριστεί πληρεξούσιος δικηγόρος του ΑΑ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον ο τελευταίος είχε παρασταθεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και δήλωσε τον διορισμό του ως πληρεξουσίου του δικηγόρου, ο οποίος και τον εκπροσώπησε, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 97 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα η πληρεξουσιότητα αυτή παρείχε στον ενάγοντα το δικαίωμα να ασκήσει και την έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης.

Επομένως, με βάση τα περιστατικά αυτά, ο ενάγων δεν αποπειράθηκε να εξαπατήσει το Δικαστήριο, σχετικά με την ύπαρξη της εν λόγω πληρεξουσιότητας. Περαιτέρω, στην πιο πάνω μήνυσή του ο εναγόμενος ανέφερε ότι ο ενάγων με το περιεχόμενο της έφεσης έβλαψε την τιμή και την υπόληψή του, εφόσον, αναφερόμενος (ο ενάγων) στον πατέρα του, ανέγραφε επί λέξει "τούτο όμως δεν σημαίνει ότι υποφέρω από άνοια και ότι δεν επικοινωνώ με το περιβάλλον ή ότι αδυνατώ να επιμεληθώ του εαυτού μου και της περιουσίας μου ..." και ότι αυτά ήταν αναληθή και ο ενάγων γνώριζε για την αναλήθειά τους.

Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα, πράγματι η κατάσταση του ΑΑ δεν ήταν τέτοια, ώστε να μην επικοινωνεί με το περιβάλλον και σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων τα περιέλαβε στο δικόγραφο της έφεσης προς υπεράσπιση των δικαιωμάτων του εντολέα του στην ανοιγείσα δίκη περί της θέσεώς του υπό δικαστική συμπαράσταση, χωρίς να έχει την πρόθεση να αμφισβητήσει την τιμή και την υπόληψη του εναγομένου.

Επίσης, στην πιο πάνω μήνυσή του ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων με πρόθεση παρέσυρε την αλλοδαπή οικιακή βοηθό του ΑΑ, ΔΔ, να καταθέσει ως μάρτυρας κατά τη συζήτηση της από 28-1-2000 αίτησης, ψευδή περιστατικά και συγκεκριμένα ότι ο ΕΕ (ο οποίος είχε προταθεί ως δικαστικός συμπαραστάτης από την πλευρά του συμπαραστατέου), επισκεπτόταν τον πατέρα του εναγομένου στο σπίτι του, ενώ στην πραγματικότητα, αυτός, κατά τον χειμώνα 1999-2000, ήταν ασθενής και παρέμεινε στην οικία του, ότι τα έξοδα του σπιτιού τα πλήρωνε ο πατέρας του, ενώ στην πραγματικότητα ο πατέρας του δεν μπορούσε να μετρήσει χρήματα, ότι δύο φορές την εβδομάδα αγοράζει εφημερίδες, ενώ στην πραγματικότητα τις εφημερίδες τις αγόραζε για την εν διαστάσει σύζυγο του εναγομένου.

Όπως, όμως, αποδείχθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, η εν λόγω οικιακή βοηθός κατέθεσε τα πιο πάνω περιστατικά βάσει της δικής της γνώσης και αντίληψης, χωρίς υποδείξεις και καθοδήγηση από τον ενάγοντα, τα περιστατικά δε αυτά προκύπτουν με σαφήνεια και από την 19-6-2001 κατάθεση της τελευταίας στην Πταισματοδίκη Αθηνών, την οποία προσκομίζουν με επίκληση οι εκκαλούντες και στην οποία αναφέρει επί λέξει "Μόνη μου είπα στον κ.

Πρόεδρο, όλα όσα ήξερα και κανένας δεν με πίεσε ούτε και μου είπε τί θα πω. Ό,τι έβλεπα είπα." Εξάλλου, τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά έγιναν δεκτά και με το υπ' αρ. 860/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς και με το υπ' αρ. 1114/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Μετά τα παραπάνω, τα περιστατικά που διέλαβε ο εναγόμενος στην από 2-3-2001 μήνυσή του ήταν ψευδή και δυσφημιστικά για τον ενάγοντα και ως εκ τούτου έβλαψαν την τιμή και την υπόληψή του ως δικηγόρου.

Εξαιτίας αυτών ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό των 6.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και το οποίο, κατ' ορθή κρίση, επιδίκασε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο".

Από τις εκτεθείσες διαπιστώσεις του και γενικώς από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του, παρά την υπάρχουσα σ' αυτή διαβεβαίωση περί λήψεως υπόψη όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία, που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι εναγόμενοι προς απόκρουση της κατ' αυτών από 21-1-2003 αγωγής:

α) Την από 12-5-2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου- ψυχιάτρου ..., διορισθέντος από το Μονομελές Πρωτοδικείο, ο οποίος γνωμάτευσε ότι ο ΑΑ "πάσχει από συνοσηρότητα πάρκινσον και ανοϊκής συνδρομής ... διαρκούς πνευματικής νόσου, αποκλειούσης παρ' αυτώ την χρήσιν του λογικού". β) Την υπ' αριθμ. 6275/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης έφεση, που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος για λογαριασμό του ΑΑ, δεχθέν ότι "ο καθού η αίτηση (εκκαλών) ...

ηλικίας ήδη 80 ετών ... πάσχει από πνευματική νόσο ... που αποκλείει σ' αυτόν την χρήση του λογικού". γ) Την υπ' αριθμ. 5165/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι "ο ΑΑ ήδη από το έτος 1996 σε ηλικία 76 ετών, παρουσίασε συμπτώματα παρκινσονικού συνδρόμου και ανοϊκής συνδρομής, κατάσταση συνεχώς εξελισσόμενη και επιδεινούμενη, κατά τρόπο ώστε στις αρχές του έτους 1998 ...

να εμφανίζει εργαστηριακή εικόνα εκτεταμένης εγκεφαλικής μαλακύνσεως". δ) Την από 12-7-2000 πρόσθετη παρέμβαση του ΒΒ, αδελφού του πρώτου αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση υποβολής του πατρός των σε στερητική δικαστική συμπαράσταση και στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων: "Ο αδελφός μου (υπέρ ού η παρούσα πρόσθετη παρέμβαση) είναι το καταλληλότερο - εκ των συγγενών μας πρόσωπο - για να εκπληρώσει τα καθήκοντα του δικαστικού συμπαραστάτη ...".

Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την από 21-1-2003 αγωγή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου, κατ' αποδοχή ως βασίμων των δευτέρου και του τρίτου λόγων του αναιρετηρίου (υπό στοιχ. II 2 και 3), με τους οποίους, κατά την εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, αποδίδεται στο Εφετείο η ως άνω (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) πλημμέλεια.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και ως προς την από 18-7-2001 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατ' αποδοχή του υπό στοιχ. ΙΙΙ 1 λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Τούτο δε, διότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος, με την ρηθείσα αγωγή του, ζήτησε να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε ο πρώτος αναιρεσείων καταμηνύοντάς τον (μόνο) για το αδίκημα της παραπλάνησης μάρτυρος σε ψευδορκία, το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές, δεν αποσαφηνίζει, αν θεωρεί ή όχι αποδεδειγμένη την εκ μέρους του αναιρεσείοντος τέλεση σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και άλλων αδικημάτων, πράγμα που προφανώς ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως.

Παρελκούσης δε της εξετάσεως των λοιπών λόγων, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 579 § 2 ΚΠολΔ: "Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τις από 5-2-2010 προτάσεις τους στο παρόν Δικαστήριο ζητούν (παραδεκτώς και νομίμως κατά την ανωτέρω διάταξη) να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει στον καθένα εξ αυτών το κατωτέρω χρηματικό ποσό που υποχρεώθηκαν να του καταβάλουν με την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο έκαστος όντως του κατέβαλε.

Από τη με χρονολογία 17-4-2008 έγγραφη απόδειξη, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου (Αλ. Τζίμα) και προσκομιζόμενη σε κυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, σε εκούσια συμμόρφωση προς την τελεσίδικη (μετά την απόρριψη της σχετικής εφέσεως τους) απόφαση του πρωτοδικείου, κατέβαλαν στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 24.983 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η άνω περί επαναφοράς αίτηση των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1569/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο Ψ να αποδώσει στους αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 το χρηματικό ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα τριών (24.983) ευρώ και δη 20.135,88 ευρώ στον πρώτο και 4.847,12 ευρώ στη δεύτερη.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ