Civil court allows appeal due to civil court ignoring prior acquittal in traffic accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeals against the Regional Court of Crete's decision regarding compensation for mental distress following a fatal traffic accident. The appellant argued that the civil court failed to consider a prior criminal acquittal of the driver, which exonerated him of fault. The court ruled that the civil judgment ignored this crucial evidence, violating the principle of consistent fact-finding, and therefore remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246, 573, 561, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; A civil court must consider prior criminal acquittals when assessing fault in tort claims arising from the same incident.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 110 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 110/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Μ. Δ. του Α., κατοίκου Κουντούρας Καντάνου - Σελίνου Χανίων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βεργανελάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) F. G. του I., 2) S. G. του A., 3) A. G. του F., 4) A. G. του F., 5) K. G. του F., 6) E. G. του F., 7) S. G. του X., κατοίκων Γκουρσπάτε Αλβανίας και 8) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ε. Κ. Α. Ε. Α. Α. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος, 4η, 5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λιονάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 8ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 7η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Β. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ε. Κ. Α. Ε. Α. Α. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) F. G. του I., 2) S. G. του A., 3) A. G. του F., 4) A. G. του F., 5) K. G. του F., 6) E. G. του F. και 7) S. G. του X., κατοίκων Γκουρσπάτε Αλβανίας, εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος, 4η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Λιονάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 5ος και 7η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2014 αγωγή των 1ου έως και 7ης των ήδη υπό στοιχ. Α - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκε με την από 11-8-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ε. Κ. Α. Ε. Α. Α. Α.". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχ. Α αναιρεσείων με την από 20-12-2019 αίτησή του και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 15-2-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκανε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 55/2023, Α.Π. 1582/2022, Α.Π. 1083/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 20-12-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 57/20-12-2019) αίτηση αναιρέσεως του Μ. Δ. κατά των αναιρεσιβλήτων:
1) F. G. T. I., 2) S. G. T. A., 3) A. G. T. F., 4) Α. G. T. F., 5) K. G. T. F., 6) E. G. T. F., 7) S. G. T. X. και νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την συντετμημένη επωνυμία "Ε. Κ." και β) η από 15-2-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/18-2-2021) αίτηση αναιρέσεως του του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την συντετμημένη επωνυμία "Ε. Κ." κατά των αναιρεσιβλήτων:
1) F. G. T. I., 2) S. G. T. A., 3) A. G. T. F., 4) Α. G. T. F., 5) K. G. T. F., 6) E. G. T. F. και 7) S. G. T. X., κατά της υπ' αριθμ. 125/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 έως 620 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4.335/2015).
Οι αιτήσεις αναιρέσεως έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 5-8-2019), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1- 2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015).
Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.), συνεκδικαζόμενες, ως στρεφόμενες κατά της ιδίας αποφάσεως, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί" (Α.Π. 94/2023). Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4, εδ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως στο τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων, που πρέπει να συζητηθούν, κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε νομίμως παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο (Α.Π. 171/2022, Α.Π. 240/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα Μ. Δ., που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό στοιχείο α' από 20-12-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 57/20-12-2 αιτήσεως αναιρέσεως, υπ' αριθμ. 8258Δ730-11-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης, με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων, Σ.
Α., προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 125/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, με πράξη καταθέσεως δικογράφου, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 19-3-2021, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον δικηγόρο Ιωάννη Λιονάκη, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων, ως αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο της έβδομης των αναιρεσιβλήτων S. G..
Κατά την αρχική αυτή δικάσιμο αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία δεν απαιτείτο, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, επίδοση νέα κλήσεως, για να παραστεί η ανωτέρω αναιρεσίβλητη στη συζήτηση της υποθέσεως, καθόσον η εγγραφή της στο οικείο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Επίσης, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. της υπό στοιχείο β' από 15-2-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3/18-2-2021 αιτήσεως αναιρέσεως, υπ' αριθμ. 3038Β 77-6-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της ιδίας ως άνω περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης, Ε.
Δ., προκύπτει ότι, κατά της ιδίας ως άνω υπ' αριθμ. 125/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, με πράξη καταθέσεως δικογράφου, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή παρούσας επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον ίδιο ως άνω δικηγόρο Ιωάννη Λιονάκη, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Χανίων, ως αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο του πέμπτου και της έβδομης των αναιρεσιβλήτων K.
G. και S. G., αντιστοίχως. Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατατέθηκε γΓ αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι F. G. του I., S. G. του A., A. G. του F., A. G. του F., K. G. του F., E. G. του F. kai S. G. του X. με την από 26-8-2014 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ζήτησαν να αναγνωρισθεί, περιορίζοντας το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό, ότι οι εναγόμενοι Μιχαήλ Δαμηλαράκης και το ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" οφείλουν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το ποσό των 100.000 ευρώ σε καθένα από τους δύο πρώτους, των 80.000 ευρώ σε καθένα από τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτο και έκτη και των 30.000 ευρώ στην έβδομη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το δεύτερο εναγόμενο ν.π.ι.δ. με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" με την από 11-8-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση -παρεμπίπτουσα αγωγή ενώπιον του ιδίου ως άνω, Δικαστηρίου, ζήτησε να αναγνωρισθεί, περιορίζοντας το καταψηφιστικό αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής σε αναγνωριστικό, ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει, όποιο ποσό αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες της από 26-8- 2014 κύριας αγωγής.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 74/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία απέρριψε την κύρια αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και την παρεμπίπτουσα αγωγή ως άνευ αντικειμένου. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ηττηθέντες ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 29-6-2017 έφεση.
Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικώς και κατ' ουσίαν δεκτή η ασκηθείσα έφεση και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η από 26-8-2014 κύρια αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 50.000 ευρώ σε καθένα από τους δύο πρώτους, των 15.000 ευρώ σε καθένα από τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτο και έκτη και των 10.000 ευρώ στην έβδομη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 839/2020, Α.Π. 942/2017, Α.Π. 705/2016). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ (Α.Π. 309/2019, Α.Π. 1259/2015).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 799/2023, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 797/2020, Α.Π. 890/2020, Α.Π. 870/2020, Α.Π. 90/2019).
Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 49/2019, Α.Π. 301/2018, Α.Π. 1685/2017, Α.Π. 1500/2002, Α.Π. 1070/2001).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".
Κατά το άρθρο 19
παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά δε την παράγραφο 2, "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν..." (Α.Π. 550/2021, Α.Π. 199/2018).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, "Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους" (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 453/2022), κατά δε το άρθρο 4 του Κ.Ο.Κ., η ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (STOP), που τοποθετείται πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει (Α.Π. 68/2020, Α.Π. 557/2016).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 68/2020, Α.Π. 262/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ο λ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022).
Το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της συντρέχουσας υπαιτιότητας των εμπλακέντων οδηγών τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14 Ιανουαρίου 2012 και περί ώρα 20.30, στην Κουντούρα δήμου Καντάνου - Σέλινου Χανιών, ο R.
G. του F. και της S., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας …δίκυκλη μοτοσυκλέτα, εργοστασίου κατασκευής HONDA, κινούνταν επί της δημοτικής οδού Παλαιόχωρας - Κουντούρας του Δήμου Καντάνου - Σέλινου Χανίων, με κατεύθυνση από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Η οδός αυτή είναι διπλής κυκλοφορίας, πλάτους 6,90 μέτρων, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.
Την ίδια στιγμή ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου UNO 45, πρώην ιδιοκτησίας του ήδη αποβιώσαντος πατέρα του, Α. Δ. του Ε., κινούνταν επί κάθετης στην παραπάνω οδό ανώνυμης δευτερεύουσας οδού, με σκοπό να πραγματοποιήσει αριστερό ελιγμό και να εισέλθει στην ως άνω δημοτική οδό και στο ρεύμα αυτής με κατεύθυνση από τα δυτικά προς τα ανατολικά, ήτοι προς Παλαιόχωρα.
Η εν λόγω δευτερεύουσα οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 9,30 μέτρων, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Στη συμβολή της ως άνω δευτερεύουσας οδού με την προαναφερόμενη δημοτική οδό Παλαιόχωρας - Κουντούρας, ήτοι στην πορεία του εναγομένου υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας ΣΤΟΠ.
Κατά τον ανωτέρω χρόνο επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες, η οδός ήταν ξηρά, ήταν νύχτα με επαρκή όμως φωτισμό, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή. Ο εναγόμενος οδηγός, φτάνοντας στην ισόπεδη διασταύρωση των άνω οδών, επεχείρησε αριστερό ελιγμό προκειμένου να εισέλθει στην άνω δημοτική οδό, προς Παλαιόχωρα, χωρίς όμως να διακόψει την πορεία του προ της υπάρχουσας πινακίδας Ρ2 (STOP) και να ελέγξει την κίνηση των επί της άνω οδού, κινούμενων οχημάτων, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο R.
G., ο οποίος προς αποφυγή της σύγκρουσης επεχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, με συνέπεια να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του, στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, εν συνεχεία να εκτιναχθεί πάνω από το αυτοκίνητο του εναγομένου και ακολούθως να επιπέσει στο οδόστρωμα, όπισθεν του αυτοκινήτου, ενώ, η μοτοσυκλέτα του ανετράπη προς την δεξιά πλευρά της.
Λόγω δε της πτώσης του, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις συνεπεία των οποίων, επήλθε στις 19-1-2012, ο θάνατος του. Υπό τις άνω εκτεθείσες συνθήκες, η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια αμφότερων των οδηγών των άνω οχημάτων. Ειδικότερα, ο εναγόμενος οδηγός του υπ' αρ.
κυκλοφορίας …ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά την οδήγηση του οχήματος του δεν επέδειξε την σύνεση και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, και δη, δεν ακινητοποίησε, ως όφειλε, το όχημά του προ της υπάρχουσας στην πορεία του πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής αυτής (Ρ2 STOP), και στην συνέχεια, προοδευτικά, επιδεικνύοντας την δέουσα επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, να εισέλθει στην διασταύρωση (εκ νέου εκκίνηση του οχήματος του σύμφωνα με την από 9-7- 2014 τεχνική έκθεση προκύπτει ταχύτητα του οχήματος + 27χιλ/ώρα), έχοντας ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού που επρόκειτο να εισέλθει, καθόσον, αν είχε ενεργήσει κατά τον άνω τρόπο, θα είχε αντιληφθεί την μοτοσυκλέτα και θα επέτρεπε, ως όφειλε την διέλευσή της, καθόσον εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα - όπως ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται- αν και με σβηστά τα φώτα της, δυνάμενου όμως, του συνετού οδηγού, αν ενεργούσε συμφώνως με τα ανωτέρω συννόμως, να την αντιληφθεί, καθόσον στο σημείο εκείνο υπήρχε επαρκής δημοτικός τεχνητός φωτισμός (βλ.
από 14-1-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, άρθ. 12, 4 παρ. 3, 26 παρ. 1 ΚΟΚ ...) προσδιοριζόμενου του ποσοστού συνυπαιτιότητας του άνω οδηγού σε 70%. Συνυπαίτιος όμως, και σε ποσοστό 30% κρίνεται και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή την μοτοσυκλέτα του, η οποία σημειωτέον στερούνταν φώτων, αν και οδηγούσε νύχτα, επιπλέον ευρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,6g/L, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς του οχήματος του, και δη, να μειώσει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο, η οποία λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης κρίνεται ότι ήταν υπερβολική, ή να πραγματοποιήσει επιτυχή αποφευκτικό ελιγμό, εκτελώντας ατυχή ελιγμό προς τα αριστερά, με συνέπεια την ένδικη σύγκρουση (άρθ. 12, 19, 42 ΚΟΚ).
Συνεπώς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, η ένσταση των εναγομένων, συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμη η ένσταση των εναγομένων, περί συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού, λόγω του ότι αυτός δεν έφερε κράνος, καθόσον λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης η χρήση κράνους δεν θα μπορούσε να αποτρέψει το επελθόν αποτέλεσμα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 29-6-2017 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, και, δικάζοντας επί της από 26-8-2014 κύριας αγωγής, αφού δε δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του παθόντος στην πρόκληση του ατυχήματος και του τραυματισμού του κατά ποσοστό 30%, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης την οποία υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους τα αναφερόμενα ποσά.
Με τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που αναφέρθηκαν, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αναφορικά ιδίως με την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και την συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, οικείου των αναιρεσιβλήτων, στην πρόκληση του ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του, με αποτέλεσμα εξ αιτίας των ελλείψεων και των ασαφειών αυτών να στερείται η προσβαλλόμενη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που απαιτεί ο νόμος και να μην καθίσταται έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των διαπιστωθέντων από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση μετά της δέουσας πληρότητος πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία να δικαιολογείται η παραδοχή περί της πρόκλησης του ενδίκου ατυχήματος εξ υπαιτιότητος του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου με συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού της μοτοσυκλέτας.
Συγκεκριμένα δεν διευκρινίζεται το ακριβές σημείο που έλαβε χώρα η σύγκρουση των οχημάτων, αν αυτό ήταν εντός της διασταύρωσης, ή πιο μακριά και σε ποια εκ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας της δημοτικής οδού Παλαιόχωρας-Κουντούρας, πόσο τμήμα (σε μέτρα) του οδοστρώματος κατέλαβε το ΙΧΕ αυτοκίνητο κινούμενο, προκειμένου να διασχίσει αυτή, ώστε να προκύψει αν ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, καθόν χρόνο πλησίαζε στη διασταύρωση ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, είχε ήδη ολοκληρώσει την είσοδο του σ' αυτή (διασταύρωση) και είχε αρχίσει ήδη να κινείται προς Παλαιόχωρα καθώς και από πόση απόσταση έγινε (ή μπορούσε να γίνει) τούτο αντιληπτό από τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, έτσι ώστε να είναι δυνατός επιτυχής προς τα δεξιά αποφευκτικός ελιγμός, ενόψει και της παραδοχής περί πραγματοποίησης ατυχούς ελιγμού προς τα αριστερά, ή πλήρης ακινητοποίηση της με πέδηση.
Περαιτέρω, δεν προσδιορίζεται η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας πριν φθάσει στη διασταύρωση και αν ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί (και από πόση απόσταση) αυτήν, ενόψει και της παραδοχής ότι η μοτοσυκλέτα στερούνταν φώτων. Επιπλέον, ενώ δέχεται ότι οι μόνες σωματικές βλάβες που υπέστη ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, συνεπεία της συγκρούσεως των οχημάτων και της βιαίας πτώσεώς του στο έδαφος, από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του, ήταν κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο, ακόμα και αν αυτός έκανε χρήση προστατευτικού κράνους, δεν θα αποφεύγονταν ο θάνατος του, μη αρκούσης της παραδοχής της, ότι λόγω της σφοδρότητας της συγκρούσεως η χρήση κράνους δεν θα μπορούσε να αποτρέψει το επελθόν αποτέλεσμα.
Με τις ασαφείς και ελλιπείς ως άνω αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σε αυτό προσώπων, δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν ορθά υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά, που το Εφετείο έκρινε, ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφάρμοσε, ήτοι των άρθρων 914, 297, 298, 300, 330 του Α.Κ.
και 4, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 έως 3 και 21 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, τους οποίους, συνεπώς, παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Συνεπώς, είναι βάσιμοι ο τρίτος και ο τέταρτος των λόγων της της υπό στοιχείο α' από 20-12-2019 αιτήσεως αναιρέσεως και ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο β'από 15-2-2021 αιτήσεως αναιρέσεως.
Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 2462/1997, κατά το οποίο "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο αμέσως με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 του Συντ. και 14 του Π.Κ.). Συνιστά ταυτοχρόνως έκφραση της συνταγματικής αρχής του Κράτους Δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως, που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά, στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.
Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.
Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά, ταυτοχρόνως, είναι μία ανεξάρτητη υποχρέωση της Πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, παραλλήλως, κατοχυρώνει τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή, πολύ περισσότερο, η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις Κρατικές Αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Αθωωτική δε ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή, ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες, μη ποινικές διαδικασίες, αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει, όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Επομένως, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτομάτως την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξαρτήτως, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.
Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις, που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικώς ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν, ενδεχομένως, σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.
Α.Π. 4/2020, Α.Π. 1381/2022, Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 1459/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 42/2002, Α.Π. 781/2022), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 705/2019, Α.Π. 412/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι, με την αιτίαση αυτή, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων της υπό στοιχείο α' αιτήσεως αναιρέσεως με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως (πρώτο μέρος), κατ' επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
ισχυρίζεται ότι για το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας εις βάρος του οδηγού της μοτοσικλέτας R. G., που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή ψυχικής οδύνης στους αναιρεσίβλητους, οικείους του θανόντος, κηρύχθηκε αθώος, δυνάμει της υπ' αριθ. 67/2018 αμετάκλητης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης.
Ότι, αν και πρόβαλε νόμιμα το γεγονός αυτό, εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής αποφάσεως αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική του ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή δεχόμενη την αστική του ευθύνη, με αποτέλεσμα η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής του ευθύνης να δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Ότι κατόπιν αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας. Ο λόγος όμως αυτός της αναιρέσεως, δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις αθωωτικές παραδοχές της ποινικής αποφάσεως αποκλείοντας, ως εκ τούτου, την αστική του ευθύνη, είναι απαράδεκτος.
Τούτο διότι, το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής αποφάσεως, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου, αφού σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει -μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα- σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Περαιτέρω, με το δεύτερο μέρος του ίδιου (πρώτου) λόγου ο αναιρεσείων, κατ'επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. (αληθώς από τον αριθμό 1γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.), μέμφεται το Εφετείο, ότι για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της κατ1 αυτού από αδικοπραξία αγωγής των αναιρεσιβλήτων, η οποία ταυτόχρονα είχε και το χαρακτήρα ποινικού αδικήματος, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 67/2018 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, με την.
οποία κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του θανάσιμα τραυματισθέντος οδηγού της μοτοσικλέτας R. G., οικείου τους, την οποία είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του. Περαιτέρω, το αναιρεσείον της υπό στοιχείο β' αιτήσεως αναιρέσεως, κατ'επίκληση της ίδιας πλημμέλειας (από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' του Κ.Πολ.Δ.), μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπ' όψη του την ως άνω αμετάκλητη απόφαση (υπ' αριθμ. 67/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης), με την οποία ο Μ. Δ.ς κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σ' αυτόν κατηγορίας (ανθρωποκτονίας εξ αμελείας του οδηγού της μοτοσικλέτας R. G.), την οποία είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κατά των αναιρεσειόντων αγωγή των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τον θανάσιμο τραυματισμό του οικείου τους R. G., κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ουδεμία μνεία κάνει της ως άνω αθωωτικής αποφάσεως, που δέχθηκε αντίθετα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο Μ.
Δ.ς δεν είχε υπαιτιότητα στην πρόκληση του θανατηφόρου ατυχήματος. Αναφέρει βεβαίως το Εφετείο, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, όμως από το γεγονός, ότι κατέληξε σε εντελώς διαφορετικό συμπέρασμα από αυτό του ποινικού δικαστηρίου, χωρίς καθόλου να μνημονεύει ή να αντικρούει την ανωτέρω απόφαση, που είχαν επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες, δεν καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και το ανωτέρω, κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο.
Επομένως, ο πρώτος (κατά το δεύτερο μέρος) λόγος της υπό στοιχείο α' από 20-12-2019 αιτήσεως αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο β'από 15-2-2021 αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που καθένας εκ των αναιρεσειόντων κατέθεσε για την άσκηση εκάστης των αιτήσεων αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, εκάστης αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων εκάστης εξ αυτών, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως (άρθρα 176, 183 και 191 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 20-12-2019 και από 15-2-2021 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 125/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Δέχεται τις αιτήσεις.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 125/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες εκάστης των αιτήσεων αναιρέσεως, του παραβόλου, που κατέθεσαν. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους εκάστης αιτήσεως αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων εκάστης εξ αυτών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000€) για κάθε αίτηση αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ