Legislator Case Law & Legislation
110/2022 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against state agency's appeal rejection on contract law grounds.

Case Number 110/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting its lawsuit against the state-owned restructuring agency. The bank argued that the agency's claim was abusive under Article 281 of the Civil Code, but the court found this defense legally invalid because the bank neither accepted nor explicitly contested the agency's right to raise such a defense. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the law and ordered the bank to pay reduced legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 559, 578 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A party's failure to accept or explicitly contest an opponent's claim of abuse of right renders that claim inadmissible, and the appeal is unfounded if the lower court correctly ruled on the inadmissibility despite an erroneous reasoning.

Keywords

AI generated
abuse of right Article 281 Civil Code inadmissible defense appeal dismissal legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1382/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 110 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 110/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Oκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε.", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Κ. ΑΕ" λόγω συγχώνευσης των δύο εταιριών με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Κ. ΑΕ" από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τ. E. E. Α. Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Ανάπτυξης και τον Υπουργό Οικονομικών, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Νασοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-05-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2797/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1191/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 17-01-2014 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 785/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3783/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-07-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3783/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθ. 2797/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 15/5/2000 αγωγή της κατά της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων Α.Ε.", και εξαφάνισε εν μέρει την απόφαση αυτή ως προς τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα, τα οποία όρισε σε μικρότερο ποσό, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 44 παρ. 1 και 2 του Ν. 1892/1990, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 181 παρ. δ' του Ν. 3588/10-7-2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", αλλά κατά το άρθρο 182 παρ. 2 του ιδίου κώδικα εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται επί των εκκρεμών κατά την έναρξη ισχύος του διαδικασιών, "Συμφωνίες πιστωτών και επιχείρησης, περιλαμβανομένης σε μια από τις περιπτ.

α, β, γ ή δ της παρ. 1 του άρθρ. 5 του Ν. 1386/1983, που ρυθμίζουν ή περιορίζουν χρέη αυτής, δεσμεύουν και τους μη συμβεβλημένους πιστωτές, το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης, εφόσον: α) οι συμβεβλημένοι πιστωτές εκπροσωπούν το 60% του συνόλου των απαιτήσεων ,στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται το 40% των τυχόν εμπραγμάτως ασφαλισμένων, όπως οι απαιτήσεις αυτές εμφανίζονται στα τηρούμενα από την επιχείρηση βιβλία και τον ισολογισμό της τελευταίας πριν από τη σχετική συμφωνία εταιρικής χρήσης, β) συναινούν γραπτά οι εταίροι ή μέτοχοι, στους οποίους ανήκει κατά πλειοψηφία το καταβεβλημένο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης, γ) επικυρωθούν από το Εφετείο της έδρας της επιχείρησης, με απόφαση εκδιδόμενη κατά τη διαδικασία των άρθρ. 739 επ.

του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ύστερα από αίτηση της επιχείρησης ή ενός τουλάχιστον από τους συμβεβλημένους πιστωτές ή το Δημόσιο, τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, κύριας και επικουρικής, τις τράπεζες και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, δανειστές της επιχείρησης. Η απόφαση του Εφετείου εκδίδεται μέσα σε είκοσι ημέρες και δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης (παρ. 1).

Υφιστάμενες εγγυήσεις, υποθήκες, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και προνόμια συνδεόμενα με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης κατά την αναγκαστική εκτέλεση ή την πτώχευση, διατηρούνται υπέρ της νέας απαίτησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την κατά την πρώτη παράγραφο συμφωνία, αν ο εξασφαλιζόμενος με αυτά πιστωτής δεν συμφώνησε διαφορετικά (παρ. 2)".

Υπαγόμενες επιχειρήσεις στις ανωτέρω περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 5 Ν. 1386/1983 είναι όσες έχουν αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία τους για οικονομικούς λόγους, όσες είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχουν πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διοίκηση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής και όσες παρουσιάζουν έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους.

Από τις διατάξεις αυτές και την προφανή νομοθετική σκοπιμότητά τους, προκύπτει ότι, εάν η (υπερχρεωμένη) επιχείρηση συμφωνήσει με πιστωτές της τον περιορισμό των χρεών της κατά τους όρους και υπό τις προϋποθέσεις του Νόμου, επικυρωθεί δε η σχετική συμφωνία από το αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), αφενός μεν η συμφωνία δεσμεύει και τους τυχόν αντιταχθέντες σ' αυτή και τους μη μετασχόντες στη σύμβαση και στη δίκη πιστωτές, αφετέρου δε οι αντίστοιχες απαιτήσεις των πιστωτών αποσβήνονται οριστικώς και ex lege κατά το πέραν του περιορισμού μέρος αυτών.

Αναβίωση δε των απαιτήσεων, κατά το αποσβεσθέν μέρος αυτών δεν επέρχεται παρά μόνον αν στη συμφωνία για τον περιορισμό τους έχει διαληφθεί διαλυτική αίρεση, η οποία στη συνέχεια πληρούται, ή αν με νόμιμο τρόπο ακυρωθεί η συμφωνία ή εξαφανισθεί η επικυρωτική αυτής δικαστική απόφαση (Α.Π. 1848/2014, Α.Π. 1475/2013).

Η δέσμευση από τη συμφωνία και την απόφαση του Εφετείου, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 2, επεκτείνεται και στις υφιστάμενες εγγυήσεις της απαίτησης, που ρυθμίστηκε ή περιορίστηκε, οι οποίες διατηρούνται υπέρ της νέας απαίτησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τη συμφωνία, εκτός εάν ο πιστωτής, που εξασφαλίζεται με αυτήν, είχε συμφωνήσει διαφορετικά.

Από την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης σαφώς συνάγεται ότι στην έννοια της εγγύησης περιλαμβάνεται, όχι μόνο η εγγύηση που ρυθμίζεται από τα άρθρα 847-870 Α.Κ. αλλά και κάθε άλλη εγγυητική σύμβαση που καταρτίζεται κατά το άρθρο 361 Α.Κ. στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων, τέτοια δε είναι και η σύμβαση παροχής εγγυητικής επιστολής.

Αυτή εκδίδεται συνήθως, αλλά όχι αποκλειστικά, από τις τράπεζες και αποτελεί ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής, το οποίο διέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 847 επ. Α.Κ., εφ' όσον συμβιβάζονται και από τις διατάξεις περί παραγγελίας του ΕμπΝ και εντολής του Α.Κ. (Α.Π. 761/2020, Α.Π. 1884/2013).

Η δημιουργούμενη με την έκδοσή της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας του οφειλέτη, αλλά στην άμεση καταβολή από τον χορηγήσαντα την εγγυητική επιστολή στον δανειστή του ποσού, που καλύπτει η εγγυητική επιστολή (Α.Π. 761/2020).

Περαιτέρω η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής σε πρώτη ζήτηση, έχει την έννοια ότι ο χορηγήσας την επιστολή εγγυάται προς το δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης διζήσεως.

Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης του Α.Κ., λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των εν λόγω διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 Α.Κ. αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι ο παρέχων την εγγυητική επιστολή υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης διζήσεως, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη.

Στην περίπτωση αυτή επέρχεται ευρεία αποσύνδεση της εγγυητικής επιστολής και της εξ αυτής υποχρέωσης από τη βασική σχέση. Η δικαστική δε ή εξώδικη επιδίωξη του δανειστή να εισπράξει το ποσό της εγγύησης - εγγυητικής επιστολής έχει ενιαία ιστορική και νομική βάση με αντίστοιχη απαίτηση αυτού κατά του οφειλέτη από τη μεταξύ τους έννομη σχέση (Α.Π. 761/2020, Α.Π. 16/2008).

Έτσι εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" - που συνήθως εκδίδεται με τη μεσολάβηση Τράπεζας - στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού ο χορηγήσας την εγγυητική επιστολή, που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δε μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς το δανειστή, επικαλούμενος ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο να αντιτάξει από τη σχέση κάλυψης ενστάσεις του εντολέα της πρωτοφειλέτη.

Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει το χαρακτήρα της ως εγγυητική σύμβαση εξασφαλιστική των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση (Α.Π. 761/2020, Α.Π. 1884/2013, Α.Π. 1793/2008, Α.Π. 16/2008). Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις, που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (Ολ.ΑΠ 7/2002, Α.Π. 41/2021, Α.Π. 109/2019).

Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και επομένως ισχυρισμοί αρνητικοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (Α.Π. 109/2019, ΑΠ 985/2017). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 218/2020). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστός και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόστηκε (Α.Π. 695/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας την από 14/4/2011 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 2797/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά από παραπομπή της υπόθεσης σ' αυτό με την υπ' αριθ. 785/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 1191/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την ανωτέρω έφεση, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία Τ.

Κ. Α.Ε., καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ... δυνάμει της .../23-5-1988 συμβάσεως πιστώσεως δι' ανοικτού - αλληλόχρεου λογαριασμού, χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία Ε. Α.Β.Ε. πίστωση μέχρι του ποσού των 450.000.000 δραχμών. Η ως άνω εταιρία είχε ήδη, από το έτος 1984, υπαχθεί, ως υπερχρεωμένη και προβληματική επιχείρηση, στις διατάξεις του ν. 1386/1983, υπό το καθεστώς της προσωρινής διοίκησης του Οργανισμού Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων, στη δικονομική θέση του οποίου, ως ειδικός διάδοχος, υπεισήλθε το Ελληνικό Δημόσιο.

Ο ως άνω Οργανισμός, στα πλαίσια των διατάξεων του.... ν. 1386/1983, εξέδωσε την .../1/24.5.1988 εγγυητική επιστολή προς την Τ. Κ., με την οποία εγγυήθηκε, ανεπιφύλακτα, υπέρ της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, την πληρωμή παντός καταλοίπου, που ήθελε τυχόν προκόψει κατά το κλείσιμο του παραπάνω λογαριασμού μέχρι του ποσού των 450.000.000 δραχμών, ήτοι για ίσο ποσό με την προαναφερόμενη πίστωση.

Με την ίδια επιστολή, παραιτήθηκε, ρητά και ανεπιφύλακτα, από την ένσταση του ευεργετήματος της διζήσεως, ενώ δήλωσε ότι τηρεί το παραπάνω ποσό στη διάθεση της ανωτέρω Τράπεζας και ότι αναλαμβάνει τη ρητή υποχρέωση να το καταβάλει σε "πρώτη ζήτηση". Όμως, η συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία Ε. Α.Β.Ε. δεν υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις, που είχε αναλάβει έναντι της Τράπεζας Κρήτης από την ως άνω σύμβαση πιστώσεως δι' αλληλόχρεου λογαριασμού, με αποτέλεσμα η Τράπεζα να της επιδώσει, την 22.8.1989, επιστολή κλεισίματος λογαριασμού, με την οποία την καλούσε να της καταβάλει το κατά τη στιγμή εκείνη κατάλοιπο του λογαριασμού, που ανερχόταν σε 203.889.846 δραχμές.

Περαιτέρω, η Τ. Κ. με την από 18.8.1989 επιστολή της, που επιδόθηκε, την 22.8.1989, δήλωσε προς τον Οργανισμό Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων τη μερική κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής για το ποσό των 195.863.365 δραχμών, το οποίο αποτελούσε το κατά την 18.8.1989 χρεωστικό υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού και ζήτησε την καταβολή του πλέον τόκων και εξόδων προς αυτήν εντός τριών ημερών, πλην όμως, ο ως άνω Οργανισμός μέχρι σήμερα δεν της το έχει καταβάλει.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 23.12.1996 συνήφθη μεταξύ του ως άνω Οργανισμού και της εταιρίας Ε. Α.Β.Ε. συμφωνία ρύθμισης χρεών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44 ν. 1892/1990, σύμφωνα με την οποία η ανωτέρω εταιρία ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει, σε δόσεις, τις απαιτήσεις των πιστωτών της, οι οποίες περιορίστηκαν σε ποσοστό 25,359%.

Η συμφωνία αυτή επικυρώθηκε, με την υπ' αριθ. 6396/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η συμφωνία αυτή, αφ' ενός, δεσμεύει και τους τυχόν αντιταχθέντες σε αυτή και τους μη μετάσχοντες στη σύμβαση και στη δίκη πιστωτές, αφ' ετέρου, οι αντίστοιχες απαιτήσεις των πιστωτών αποσβήνονται οριστικώς και ex lege κατά το πέραν του περιορισμού μέρος αυτών.

Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή δεν παύει να είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως, που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή και, συνεπώς, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται ο εγγυητής. Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθ' όσον, αφ' ενός η απαίτηση της ως άνω Τράπεζας από την κύρια οφειλή εκ της συμβάσεως του αλληλόχρεου λογαριασμού απεσβέσθη, κατά το πάνω από το 25,359% ποσοστό, αφ' ετέρου, κατά το ποσοστό αυτό (25,359%), υπήχθη στη σύμβαση ρύθμισης χρεών, με καταβολή σε δόσεις, η επίδικη εγγυητική επιστολή, ως εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως, καταλαμβάνεται και αυτή από τον ανωτέρω συμβιβασμό, σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής γεννήθηκε, το έτος 1989, δηλ.

πριν την επικύρωση της συμφωνίας πιστωτών και επιχείρησης, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να δεσμεύεται από τη σχετική ρύθμιση". Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά είχε δεχθεί και η εκκαλούμενη απόφαση και το Εφετείο τα ενσωμάτωσε στο δικό του σκεπτικό γιατί, όπως αναφέρει, αφορούν στην ύπαρξη της απαίτησης και κατά την 785/2015 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου δεν αποτελούν εκκληθέν με την έφεση κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης.

Ακολούθως επί των δύο πρώτων λόγων έφεσης της αναιρεσείουσας το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρεία υπό την επωνυμία Τ. Κ. Α.Ε., της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη, ως άνω, η εκκαλούσα εταιρία υπό την επωνυμία [ήδη] Τ. E. E. Α.Ε., κατά τη συζήτηση της επικύρωσης της από 23.12.1996 συμφωνίας ρύθμισης των χρεών μεταξύ των εταιριών Ε.

Α.Β.Ε. και ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε., ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, είχε ασκήσει την από 18.4.1997 κύρια παρέμβαση, με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αίτησης επικύρωσης, ως καταχρηστικής, άλλως, την τροποποίηση της συμφωνίας, έτσι ώστε να μην περιλάβει την απαίτησή της κατά της εταιρίας Ο.Α.Ε.

Α.Ε. από τη σύμβαση εγγύησης. Με την 6396/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση και επικυρώθηκε η συμφωνία ρύθμισης των χρεών, εξακολουθεί δε, αυτή η συμφωνία, να ισχύει μετά και την τροποποίησή της, ως προς το χρόνο έναρξης των εξοφλητικών δόσεων, η οποία [τροποποίηση] επικυρώθηκε, με την 1932/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Επομένως, η εκκαλούσα, παρά τη γνώση της ότι υφίσταται η συμφωνία του άρθρου 44 του ν. 1892/1990 περί του περιορισμού των απαιτήσεων στο 25,359% και της ρύθμισης του ποσοστού αυτού χρέους, με την καταβολή του σε δόσεις και ότι καταλαμβάνει, η συμφωνία αυτή και την απαίτησή της από την εγγυητική επιστολή, μετά την απόρριψη της κυρίας παρεμβάσεως της εταιρίας Τ.

Κ. ΑΕ, με την 6396/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επιδιώκει, ήδη, με την ένδικη από 15.5.20/30 αγωγή, την απαίτησή της. Υπό τις ως άνω συνθήκες, η επιδίωξη αυτή είναι καταχρηστική, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος...". Ακολούθως το Εφετείο εξέτασε την αντένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να επικαλεσθεί τον από τον νόμο περιορισμό της επίδικης απαίτησης από την εγγυητική επιστολή, την οποία είχε προτείνει πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα και απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη δεχθέν ότι τα περιστατικά, που τη συγκροτούν δεν συνιστούν ένσταση αλλά αιτιολογημένη άρνηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και έτσι δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 281 Α.Κ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης, με τους οποίους η τελευταία παραπονείτο για την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασης του άρθρου 281 Α.Κ. που είχε προβάλει το αναιρεσίβλητο και για την απόρριψη της δικής της ένστασης του άρθρου 281 Α.Κ.

και έτσι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε δε την απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της για τα δικαστικά έξοδα κατά παραδοχήν του τρίτου λόγου έφεσης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361, 851 Α.Κ. και 44 παρ. 2 Ν. 1892/90, καθ' όσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε το αναιρεσίβλητο, αφού, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επίδικη εγγυητική επιστολή "σε πρώτη ζήτηση" υπάγεται στον περιορισμό των οφειλών της οφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.

Α.Ε." σε ποσοστό 25,359% αυτών, με από το νόμο απόσβεση του υπερβάλλοντος, με βάση την επικυρωθείσα από το Εφετείο συμφωνία του άρθρου 44 του ν. 1892/1990, καθώς επίσης και στη ρύθμιση του ποσοστού αυτού σε δόσεις και, συνεπώς, η μεταγενέστερη επιδίωξη είσπραξης από την αναιρεσείουσα του ποσού που είχε ρυθμισθεί σε δόσεις, ενώ αυτή γνώριζε την ως άνω συμφωνία, δεδομένου ότι είχε απορριφθεί η κυρία παρέμβαση που είχε ασκήσει ενώπιον του Εφετείου που επικύρωσε αυτήν, είναι καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που προαναφέρθηκαν και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής τους, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί συνδρομής των προϋποθέσεων για να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε το αναιρεσίβλητο. Η παραδοχή δε της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας έχει αποσβεσθεί σύμφωνα με τον νόμο για το ποσοστό οφειλής που υπερβαίνει το 25,359%, δεν είναι αντιφατική προς την έτερη παραδοχή αυτής ότι η αναιρεσείουσα ασκεί καταχρηστικά την αγωγή της για το ποσοστό οφειλής του 25,359% το οποίο ρυθμίστηκε σε δόσεις, γιατί κάθε παραδοχή αφορά σε διαφορετικό τμήμα της οφειλής.

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τόσο κατά το κύριο όσο και κατά το επικουρικό σκέλος του είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 8α' Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1392/2019).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης.

Το εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 2147/2014, Α.Π. 496/2010).

Επομένως, εάν το Εφετείο ενεργώντας καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης ερευνά κεφάλαια της υπόθεσης που δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση του εναγομένου, ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 785/2015, ΑΠ 367/2011). Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Με τον λόγο αυτό ελέγχεται η παράβαση νόμου, δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή η εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων. Δεν ιδρύεται όμως αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου, δηλαδή αν δεν προκύπτει από το περιεχόμενό της ότι το δικαστήριο της ουσίας απασχολήθηκε με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου (Ολ.ΑΠ 1339/1985, Α.Π. 169/2019) και συνεπώς είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (Α.Π. 169/2019, Α.Π. 591/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον προέβη σε κρίση ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας από την επίδικη εγγυητική επιστολή είχε καταληφθεί από τη συμφωνία της Ε.

Α.Ε. με τους πιστωτές της και είχε αποσβεστεί για το άνω του 25,359% ποσοστό, δεχόμενο έτσι ανυπαρξία της απαίτησής της, χωρίς το κεφάλαιο αυτό να έχει μεταβιβασθεί στο Εφετείο με έφεση ή αντέφεση του αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απλώς ανέφερε και ενσωμάτωσε στην απόφασή του τις παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης, στις οποίες περιλαμβανόταν και η παραδοχή ότι με τη συμφωνία ρύθμισης των οφειλών της Ε.

Α.Ε., που επικυρώθηκε από το Εφετείο Αθηνών, αποσβέστηκε από το νόμο και η επίδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας από την εγγυητική επιστολή για το άνω του 25,359 ποσοστό, κάνοντας ρητά μνεία ότι οι παραδοχές αυτές δεν προσβάλλονται με την έφεση, ενώ στη συνέχεια νομίμως ερεύνησε τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας, που αφορούσαν το κεφάλαιο της καταχρηστικότητας της απαίτησης για το κάτω του 25,359% ποσοστό και, συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν προτάθηκαν με την έφεση και δεν παραβίασε το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής.

Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, κατά το επικουρικό σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η συμφωνία περιορισμού των απαιτήσεων των πιστωτών της Ε. Α.Ε. κατελάμβανε και την απαίτηση από την επίδικη εγγυητική επιστολή, παραβίασε το δεδικασμένο, που προέκυπτε από την εκκαλούμενη απόφαση, ότι υπήρχε απαίτησή της κατά της αναιρεσιβλήτου, αφού το κεφάλαιο αυτό της απόφασης δεν είχε προσβληθεί με έφεση.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχεται οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου. Ανεξαρτήτως αυτού, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με την έφεση απόφασή του, έκρινε ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας από την εγγυητική επιστολή για το άνω του 25,359% ποσοστό έχει αποσβεστεί, σύμφωνα με το νόμο, με την επικυρωθείσα από το Εφετείο συμφωνία περιορισμού και ρύθμισης των οφειλών της Ε.

Α.Ε., χωρίς κατά το μέρος αυτό η πρωτόδικη απόφαση να προσβληθεί με λόγο έφεσης από την αναιρεσείουσα και, ως εκ τούτου, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, νομίμως ερεύνησε μόνον το κάτω του 25,359% ποσοστό της οφειλής, για το οποίο και είχε ασκήσει έφεση η αναιρεσείουσα, παραπονούμενη για την απόρριψη της αγωγής της και κατά το μέρος αυτό της απαίτησής της, λόγω παραδοχής της προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της.

Επομένως, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, το Εφετείο περιορίστηκε να ερευνήσει μόνον το εν λόγω κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσε το βάσιμο ή μη της ανωτέρω ένστασης του αναιρεσιβλήτου, κατά το οποίο η υπόθεση μεταβιβάστηκε με την έφεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να διαλάβει κρίση περί ανυπαρξίας της απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά το συγκεκριμένο ποσοστό, ο ως άνω, από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την από το άρθρο αυτό αντένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, την οποία παραδεκτά πρότεινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και την οποία, μετά την απόρριψή της, επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο έφεσής της και έτσι απέρριψε την αγωγή της, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι είναι νόμιμη η αντένσταση και να κάνει δεκτή την αγωγή της, απορρίπτοντας την ένσταση του αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα, με την αντένσταση αυτή η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι ήταν ο ΟΑΕ, ο οποίος αρχικώς προκάλεσε στη δικαιοπάροχό της Τράπεζα την απόφαση για τη χορήγηση στην ήδη υπερχρεωμένη και προβληματική Ε. Α.Ε. πίστωση ύψους δρχ. 450.000.000,00, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλει ο ίδιος την εξ αυτής οφειλή σε περίπτωση υπερημερίας της πιστούχου, μετά ταύτα δε, και αφού είχε ήδη ενεργοποιηθεί η υποχρέωσή του ΟΑΕ από την επίδικη εγγυητική επιστολή, ήταν και πάλι ο ίδιος ο ΟΑΕ, ως κύριος πιστωτής της Ε.

Α.Ε., που μεθόδευσε την υπαγωγή της πιστούχου στη ρύθμιση του άρθρου 44 ν. 1892/1990, ζητώντας και επιτυγχάνοντας τον περιορισμό των υφισταμένων υποχρεώσεων της πιστούχου σε ποσοστό 25,359%, ώστε να περιγράψει την κατ' αυτού (ΟΑΕ) αξίωση της δικαιοπαρόχου της Τράπεζας, η οποία απέρρεε από την αρχικώς χορηγηθείσα και ήδη καταπεσούσα επίδικη εγγυητική επιστολή και ότι, ενόψει αυτών, παρίσταται καταχρηστική η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου επίκληση ότι ο ex lege περιορισμός της απαίτησης της ως άνω οφειλέτριας εταιρείας καταλαμβάνει και την επίδικη από την εγγυητική επιστολή απαίτηση αυτής (αναιρεσείουσας).

Με αυτό το περιεχόμενο η πιο πάνω αντένσταση της αναιρεσείουσας είναι μη νόμιμη, καθόσον αυτή δεν επικαλέστηκε αλλά ούτε και αποδέχθηκε την ύπαρξη δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να προβάλει ως καταχρηστική την αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας, με βάση τον περιορισμό, λόγω της συμφωνίας, και της ένδικης απαίτησης της αναιρεσείουσας από την εγγυητική επιστολή, αλλά, αντιθέτως, ουσιαστικά αρνήθηκε την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, και συνακόλουθα την ένσταση αυτού και, συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι η συγκεκριμένη ένσταση της αναιρεσείουσας προβλήθηκε, επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι υφίσταται πράγματι τέτοιο δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου να προβάλει την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ κατά της αξίωσης της αναιρεσείουσας προς είσπραξη της ένδικης απαίτησής της από την εγγυητική επιστολή, και πάλι, η αντένσταση αυτή της αναιρεσείουσας είναι μη νόμιμη, καθόσον τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση αυτής ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν συγκροτούν τη νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκηθέντος από το αναιρεσίβλητο ως άνω δικαιώματος και, κατά συνέπεια, ο παραπάνω τέταρτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, αφού το διατακτικό της απόφασης που απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας είναι ορθό, έστω και αν το αιτιολογικό αυτής είναι εσφαλμένο, και δεν υπάρχει έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου (βλ.

ΑΠ 1382/2019). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται και όταν η δίκη αποβαίνει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/7/2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 3783/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ