Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction error and evidence evaluation grounds regarding property ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in Rhodes regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific sworn affidavits submitted during the proceedings. The court ruled that the appellate court had explicitly acknowledged and weighed these documents in its reasoning, thereby refuting the claim of non-consideration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on erroneous jurisdiction is only admissible if the lower court incorrectly determined its own jurisdiction, while an appeal regarding evidence evaluation is inadmissible when the appellate court has already considered the evidence but failed to assign it the weight claimed by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 110 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 110/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Γ. του Δ., 2) Ε. Γ. του Δ., 3) Μ. Γ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαρρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κωστόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 23-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση: 59/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι αποφάσεις 205/2018 μη οριστική, 255/2019 οριστική, του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 05/11/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 255/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ρόδου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση των εναγόντων-εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων κατά της ενάγουσας -εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης και της αριθμ.59/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αφού δε εξαφάνισε την άνω απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχτηκε κατ'ουσία την ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή και απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσία την αναγνωριστική της κυριότητας του ίδιου επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
1.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητος εσφαλμένα έκρινε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενο σε παραδοχές της καθ' ύλην αρμοδιότητος ή αναρμοδιότητος αυτού του ιδίου.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ.ΑΠ 5/2003). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 255/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ρόδου, που δίκασε επί εφέσεως κατά της αριθμ. 59/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι εσφαλμένως το Μονομελές Εφετείο Ρόδου δεν δέχθηκε την καθ' ύλην αναρμοδιότητα του δικάσαντος στον πρώτο βαθμό Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αφού, κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο, καθ' ύλην αρμόδιο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο.
Η εν λόγω, όμως, αιτίαση, μη αναφερόμενη σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναφορικά με την δική του αρμοδιότητα, αλλά σε σφάλμα τούτου, σχετικά με την αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη και, συνεπώς, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
2. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 1265/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έβδομο και ένατο (κατά ένα μέρος), αναιρετικούς λόγους υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, και έκτο αναιρετικό λόγο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον ίδιο ως άνω αριθμό 19 και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες επικαλούμενοι, κατά λέξη, τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα στην 6" αυτής σελίδα μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής "Μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα της α' αγωγής κατά πλήρη κυριότητα λόγω αποδοχής κληρονομιάς από την μητέρα της Α. χήρας Π. Π. το γένος Γ. Ν., η οποία απεβίωσε στις 16-3-2006, με το υπ' αριθμ. …/…-3-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Πάχνου- Παπαφιλίππου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα...Στην κυριότητα δε της τελευταίας περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθμ.
…/…-9-1984 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Ζωίδου Πέρου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Όταν η Α. χήρα Π. Π. έφυγε από την ... και εγκαταστάθηκε στην … ανέθεσε την επίβλεψη και την προστασία του ακινήτου στην αδελφή της Κ. Ρ.. Μετά την απόκτηση του ακινήτου η ενάγουσα της α' αγωγής συνέχισε τις ως άνω πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και επειδή διέμενε στο ...
ανέθεσε την επίβλεψη του ακινήτου στην ίδια την Κ. Ρ....". Με τις παραδοχές της αυτές η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίζει την αναιρεσίβλητη ως νομέα του επιδίκου ακινήτου και αναφέρει ότι ασκούσε τις ίδιες πράξεις νομής, παραλείπει όμως να διαλάβει περί ουσιώδους ζητήματος, ποιες ήταν οι συνεχιζόμενες ως άνω πράξεις νομής οι οποίες προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό ενός αγρού και ειδικότερα εάν εκαλλιεργείτο ή δεν εκαλλιεργείτο;
Όταν μάλιστα αναφέρει ότι αναχωρήσασα για το ... ανέθεσε την επίβλεψη του ακινήτου στην ίδια την Κ. Ρ., η οποία όμως δεν ετύγχανε κάτοικος ...ς, αλλά κάτοικος …, εξ αντικειμένου μη έχουσας την δυνατότητα να επιβλέπει από την …, ακίνητο ευρισκόμενο στην .... Είναι δε απαραίτητη η αναφορά και η εξειδίκευση των ασκουμένων πράξεων νομής και του τρόπου επίβλεψης του επιδίκου ακινήτου, καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίζει την αντίδικο νομέα του ακινήτου, ως εκ τούτου δεν περιέχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες επί του παραπάνω κρίσιμου ζητήματος επί του οποίου στηρίζεται το διατακτικό της και ως εκ τούτου αναιρετέα έχει καταστεί κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως (2ος λόγος) ", " Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο είναι αγρός χέρσος, ακαλλιέργητος, ότι η δικαιοπάροχος μας κατά τον χρόνο της μεταβίβασης σε εμάς του επιδίκου ακινήτου δεν ήταν κυρία του επιδίκου ακινήτου, αλλά η εφεσίβλητη "αποκτώντας το ως άνω ακίνητο με παράγωγο τρόπο εξαιτίας κληρονομικής διαδοχής της μητέρας της που είχε καταστεί κυρία του ως άνω ακινήτου, τόσο λόγω αγοραπωλησίας όσο και με χρησικτησία και συνεχίζοντας την χρησικτησία της δικαιοπαρόχου της με το να ασκεί συνεχώς μέχρι την κατάθεση της ένδικης αγωγής όλες τις εμφανείς και υλικές πράξεις νομής που προσιδιάζουν στον κύριο, με διάνοια κυρίου έγινε κυρία του ακινήτου αυτού τόσο με παράγωγο (λόγω αποδοχής κληρονομιάς) όσο και πρωτότυπο (λόγω της έκτακτης χρησικτησίας) τρόπο, του ως άνω ακινήτου...".Με τις παραδοχές της όμως αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη αιτιολογία, άλλως έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπέσασα έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ και αναιρετέα ως εκ τούτου έχει καταστεί (3ος λόγος)", "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται στην 7η αυτής σελίδα ότι "...ο ισχυρισμός όμως των εκκαλούντων ότι οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν πράξεις νομής, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου στο επίδικο και συγκεκριμένα ότι από το 1969 μέχρι το 2008 σπερνόταν με ζωοτροφές από τον Σ.
Π. και από το 2000 από τον υιό του και εξετασθέντα πρωτοδίκως στο ακροατήριο μάρτυρα, μέχρι την έναρξη των οικοδομικών εργασιών, ελέγχεται ως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν επιβεβαιώνεται. Ούτε αποδείχθηκε ανάμειξη τους και ενασχόληση με το επίδικο. Τούτο διότι η μητέρα και δικαιοπάροχος της ενάγουσας είχε προβεί στην έκδοση της υπ' αριθμ.
…/1987 άδειας οικοδομής επί του εν λόγω ακινήτου, της οποίας προηγήθηκε κατά λογική αναγκαιότητα επιτόπια μετάβαση, αυτοψία και σύνταξη διαγραμμάτων". Οι παραδοχές όμως αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κατά λογική αναγκαιότητα προηγήθηκε επιτόπια μετάβαση στην ..., επί του προκειμένου δεν οδηγεί στο συμπέρασμα της απόφασης, διότι παρόμοια επίσκεψη δεν ήταν αναγκαία, όταν μάλιστα στην ασκηθείσα αγωγή της αντιδίκου εναντίον μας, με ημερομηνία 29-7-2013 και με αριθμ. 505/1-8- 2013 όχι μόνο αναφέρεται το από 20- 8-1984 τοπογραφικό διάγραμμα της Αρχιτέκτονα Μηχανικού Ν.
και του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Κ. Τ., αλλά και είναι συνημμένο στην εν λόγω αγωγή. Με τις παραδοχές της δε αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ουσιώδους ζητήματος για την έκβαση της προκειμένης δίκης και αναιρετέα έχει καταστεί σύμφωνα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. (5ος λόγος)", "Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι:" όταν η Α.
χήρα Π. Π. έφυγε από την ... και εγκαταστάθηκε στη …, ανέθεσε την επίβλεψη και την προστασία του ακινήτου στην αδελφή της Κ. Ρ.. Μετά την απόκτηση του ακινήτου η ενάγουσα της α'αγωγής συνέχισε τις ως άνω πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και επειδή διέμενε στο ... ανέθεσε την επίβλεψη του ακινήτου στην ίδια την Κ.
Ρ. ..." Πέραν του ότι δεν αναφέρεται ποιες ήταν οι ασκούμενες πράξεις νομής και κατοχής από την επιβλέπουσα, η προσβαλλομένη δεν διαλαμβάνει καμιά απολύτως αιτιολογία επί του ουσιώδους ζητήματος για την έκβαση της δίκης, με ποιο τρόπο από τη … επέβλεπε το ακίνητο στη ..., για ποιο λόγο η επιβλέπουσα συνεχώς το ακίνητο δεν αντιλήφθηκε ότι οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την ανέγερση των οικοδομών μας, επί του οικοπέδου διήρκεσαν πέραν της διετίας και όταν πλέον είχαν φθάσει σχεδόν στο στάδιο της αποπεράτωσης. (6ος λόγος)", "Η προσβαλλόμενη απόφαση αποδεχόμενη το συγκεκριμένο σημείο της κατάθεσης του μάρτυρα Ι.
Ν.. "...ότι το γραφείο μου εξέδωσε την άδεια σε συνεργασία με τον Μ.....είναι ένα χέρσο ακίνητο, το έδαφος είναι μη γόνιμο και μη καλλιεργήσιμο. Για την έκδοση της οικοδομικής άδειας ο Μ.ς μετέβη στη ... και το τοπογράφησε. Δεν το είδε καλλιεργημένο...". Με βάση δε την εν λόγω κατάθεση η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τους αγωγικούς ισχυρισμούς μας οι οποίοι και απεδείχθησαν από όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, ότι εμείς και οι δικαιοπάροχοι μας ασκούσαμε πράξεις νομής με διάνοια αποκλειστικού κυρίου στο επίδικο και συγκεκριμένα ότι από το 1969 μέχρι το 2008 σπερνόταν με ζωοτροφές από τον Σ.
Π. και από το 2000 από τον υιό του και εξετασθέντα πρωτοδίκως στο ακροατήριο μάρτυρα, μέχρι την έναρξη των οικοδομικών εργασιών ... Οι αιτιολογίες όμως αυτές της προσβαλλομένης απόφασης ότι είναι χέρσος αγρός, μη γόνιμος και μη καλλιεργήσιμος είναι ανεπαρκείς καθόσον ο χέρσος αγρός αντίθετα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γόνιμος και εφόσον είναι αγρός είναι και καλλιεργήσιμος και ώς εκ τούτου οι αιτιολογίες της απόφασης είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, επί- ουσιώδους ζητήματος για την έκβαση της δίκης και έχει υποπέσει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ και αναιρετέα ως εκ τούτου έχει καταστεί. (7ος λόγος), >>, "....
Το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα συνίσταται στο εξής "..Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ατόμων που επικοινώνησα και την επί τόπου επίσκεψη, διαπιστώθηκε ότι στην γειτονική περιοχή του οικοπέδου, υπάρχουν αγροί διαχωρισμένοι με ξηρολιθιές, στους οποίους εδώ και πολλά χρόνια καλλιεργούνται καρποφόρα δέντρα.
Επίσης υπάρχει χαμηλή βλάστηση, όπου χρησιμοποιείται για ζωοτροφή". Πέραν των συμπερασμάτων, στα οποία καταλήγει ο πραγματογνώμονας, αναφέρεται επίσης στην διάνοιξη δρόμου από το 2012, ο οποίος οδηγεί από την τσιμεντοστρωμένη δημοτική οδό προς το επίδικο, προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταφορά υλικών και μηχανημάτων, σε φωτογραφίες που ελήφθησαν προγενέστερα και κατά την διάρκεια κατασκευής του κτιρίου και επίσης διαπίστωσε ότι έχει κατασκευαστεί χωμάτινος δρόμος, πλάτους περίπου 40 μέτρων, στην νοτιοανατολική πλευρά του οικοπέδου, που οδηγεί στην τσιμεντοστρωμένη Δημοτική οδό.
Κατά τον έλεγχο των γειτονικών ιδιοκτησιών του οικοπέδου διαπίστωσε ότι υπάρχουν καλλιέργειες καρποφόρων δέντρων. Ενώ λοιπόν ο πραγματογνώμονας, τρίτος και αμέτοχος στην υπόθεση και μάλιστα με κάθε δυνατή λεπτομέρεια αναφέρεται για την κατάσταση της περιοχής δηλαδή καλλιέργειες και ύπαρξη καρποφόρων δέντρων, παρά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης, με την γενική και αόριστη αιτιολογία ότι η περιοχή είναι ως επί το πλείστον βραχώδης και όχι κατάλληλη για καλλιέργεια.
Η αιτιολογία όμως αυτή είναι παντελώς ελλιπής διότι αναφέρεται γενικά και αόριστα στην περιοχή και όχι στο συγκεκριμένο ακίνητο, είναι δε παντελώς ελλιπής διότι στην πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται επιπλέον στην ύπαρξη και καλλιέργεια καρποφόρων δέντρων, επίσης δε για το επίδικο αναφέρεται σε χωμάτινο δρόμο, από τον οποίον διήρχοντο τα αυτοκίνητα για την μεταφορά των οικοδομικών υλικών.
Με τις παραδοχές της όμως αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες περί ζητήματος, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και αναιρετέα έχει καταστεί σύμφωνα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. ( 9ος κατά ένα μέρος λόγος)". Οι ανωτέρω (2ος, 3ος, 5ος, 6ος και 7ος) λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθώς επίσης είναι απαράδεκτες οι διαλαμβανόμενες, σε ένα μέρος του 9ου λόγου, ως άνω αιτιάσεις, εξαιτίας της αοριστία τους, καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και, μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, έτσι, ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του, εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, και επί πλέον δεν διαλαμβάνονται, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση της κυριότητας της αναιρεσίβλητης και όχι των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο, παρά μόνο, όλως, μεμονωμένες και κατ'επιλονή αποσπασματικές παραδοχές αυτής.
Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι: "Με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα κατά δύο συντρέχοντες τρόπους, τόσο με σύμβαση όσο και με χρησικτησία, είναι παντελώς αντιφατικές και η αποδοχή της μιας νομικής βάσης έρχεται σε αντίφαση με την άλλη λόγω των διαφορετικών τιθεμένων προϋποθέσεων.
Πέραν δε τούτου γενικά και αόριστα αναφέρεται ότι ασκούσε τις εμφανείς υλικές πράξεις χωρίς όμως να. εξειδικεύεται ποιες είναι οι ασκούμενες εμφανείς πράξεις νομής. Ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα του άρθρου 523 και 1041 του ΑΚ, των οποίων οι προϋποθέσεις δεν συμπίπτουν και ούτε η αναιρεσίβλητη είχε προβάλει δια της αγωγής της παρόμοιο ισχυρισμό και αναιρετέα έχει καταστεί σύμφωνα με τον από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, διότι δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, με πληρότητα, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση της κυριότητας της αναιρεσίβλητης και όχι των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο, παρά μόνογ, εκθέτει, μία αποσπασματική, κατ'επιλογή της, παραδοχή, που δεν αρκεί για να στηρίξει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.
3. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 20 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή, σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου "σφάλμα ανάγνωσης" με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.
ΑΠ 2/2008). Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δικ., εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Για να είναι δε ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, γ) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, δ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων ε) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση (ΑΠ 333/2011), ενώ για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το περιεχόμενο του(ΑΠ 1414/2010).
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, δεν συνιστούν έγγραφα εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 620/2014), οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, τα πρακτικά συνεδριάσεως των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ΑΠ 224/2015), εκτός από τις περιεχόμενες σ' αυτά (πρακτικά και εκθέσεις) δηλώσεις των διαδίκων ( ΑΠ 586/1977), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων Ειδικότερα, με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη παραμόρφωσε το περιεχόμενο: 1) των καταθέσεων των μαρτύρων Μ.
Π. και Ι. Ν.., που διαλαμβάνονται στα πρακτικά συνεδριάσεως της 5ης Απριλίου 2019 και 2)των εκθέσεων φωτοερμηνείας των Ε Φ. και Α. Σ.. Ο ανωτέρω λόγος ως προς τις αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτος και, συνεπώς, απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην μείζονα πρόταση, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, που περιέχουν τις καταθέσεις των πιο πάνω μαρτύρων, αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και δεν συνιστούν έγγραφα, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ., ως προς δε την δεύτερη αιτίαση είναι αόριστος, καθόσον για την πληρότητά του δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων (κατά λέξη παρατιθέμενο), το δεκτό γενόμενο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα αυτά, ούτε εκτίθεται ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίστηκαν, κατά νόμιμο τρόπο, στο Δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, ως προς την δεύτερη αιτίαση, ο ανωτέρω λόγος είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την δικανική του κρίση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, ύστερα από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (μάρτυρες, λοιπά έγγραφα) και δεν στήριξε την παραπάνω κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προαναφερόμενα έγγραφα (ΑΠ 1372/2014, 1366/2006), ενώ ως προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αυτού οι αναιρεσείοντες δεν προσκομίζουν με επίκληση τα εν λόγω, φερόμενα, ως παραμορφωμένα, έγγραφα.
Επίσης, με τον ένατο, κατά το ένα μέρος, αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η πληττόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Μ. Λ.. Ο ανωτέρω λόγος, ως προς την άνω αιτίαση, είναι απαράδεκτος καθόσον κατά τα αναφερόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, η κατά το άρθρο 387 Κ.Πολ.Δικ.
έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν συνιστά έγγραφο, αλλά αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ( άρθρο 339. Κ.Πολ.Δικ.), και, ως εκ τούτου/ δεν πλήττεται με τον ερευνώμενο, από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγο.
Συνεπώς ο ένατος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολο του.
4 .Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δέκατο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη την ένσταση εικονικότητας του …/1984 πωλητηρίου συμβολαίου, επειδή δεν είχε καταβληθεί τίμημα από τη θυγατέρα ενάγουσα προς την πωλήτρια μητέρα της, την οποία απέρριψε με την αιτιολογία ότι τον σχετικό ισχυρισμό έπρεπε να προβάλλουν με αγωγή όχι με ένσταση".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο, όπως από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει, δεν ασχολήθηκε με τέτοια ένσταση (ΑΠ 1991/2017), την οποία άλλωστε δεν είχαν προτείνει, ως εναγόμενοι, για την αντίκρουση της από 29/7/2013 αγωγής της αναιρεσίβλητης, οι ήδη αναιρεσείοντες, ούτε και με λόγο έφεσης επανέφεραν τέτοιο ισχυρισμό στο Εφετείο, ενώ εξάλλου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η προς την ενάγουσα μεταβίβαση του επιδίκου έγινε με κληρονομική διαδοχή και όχι με πώληση.
5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον ενδέκατο λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, τις αριθμ.
…,… και …/…-03-2019 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Φ., Μ. Π. και Δ. Σ., αντίστοιχα, καθώς επίσης την …/…-01-2014 ένορκη βεβαίωση, η οποία είχε δοθεί στο πλαίσιο της δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων, που επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους και προσκόμισαν στο Δικαστήριο της ουσίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "...
τις με επίκληση προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες αριθμ. …,… και …/…-03-2019 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Φ., Μ. Π. και Δ. Σ., αντίστοιχα, καθώς επίσης την …/…-01-2014 ένορκη βεβαίωση", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, κάνοντας ειδική αναφορά στο περιεχόμενο της 288/19-03-2019 ένορκης βεβαίωσης (8η σελίδα της προσβαλλομένης), χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθεμιάς από αυτές.
Κατόπιν τούτων, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.ε' ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 05/11/2019 αίτηση για αναίρεση της 255/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ