Legislator Case Law & Legislation
110/2020 AI generated

110/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 110/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

110/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 110 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Φ.Σ.

Αριθμός 110/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη και Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Σεπτεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1Σ. Π. του Γ., κατοίκου ...., 2.Φ. χήρας Γ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσια δικηγόρο Γεώργιο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 2. Ε. Π. του Θ., κατοίκου ..., 3.Κ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 4.Σ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 5. Δ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 6.Θ. Π. του Θ., κατοίκου ...., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Απολλωνίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3//2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 47/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας που έκρινε καθ ύλην αναρμόδιο το ως άνω Ειρηνοδικείο Απολλωνίων και παρέπεμψε την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιόν του, 48/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας και 120/2013 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2016 αίτησή τους, που επανήλθε για συζήτηση μετά από ματαίωση με την από 4-1-2019 κλήση τους Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, , η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς (ΑΠ 47/2018). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 226 παρ. 3 εδ.

γ' Κ.Πολ.Δικ. ο γραμματέας γράφοντας την υπόθεση στο πινάκιο σημειώνει το όνομα και το επώνυμο των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους, καθώς και το αντικείμενο της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο στην τακτική διαδικασία δεν αποτελεί στοιχείο της προδικασίας, ούτε προϋπόθεση του παραδεκτού της ίδιας της διαδικαστικής πράξης αλλά μόνο προϋπόθεση της συζητήσεως (ΑΠ 938/2009, 1350/2006).

Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 576 § 1 και 2 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. (ΑΠ593/2016, 625/2015, 307/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με την νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ' αναβολή δικάσιμο (ΑΠ593/2016). Τέλος, κατά την § 3 εδ.β' του άρθρου 576 (που προστέθηκε σ'αυτό με το άρθρο 62 του ν. 4139/20.3.2013), αν στη δίκη μετείχαν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 6/2019, 307/ 2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, και την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, προκύπτει ότι υπόκειται προς κρίση η από 25/07/2016 αίτηση, των Σ. Π. και Φ. χήρας Γ. Π. κατά των Δ. Π., Ε. Π., Κ. Π., Σ. Π., Δ. Π. και Θ.

Π., για αναίρεση της 120/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις ασκηθείσες από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις, επικυρώνοντας την εκδοθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, με αριθμό 48/2011 απόφαση, που δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν εν μέρει την ασκηθείσα από τους αναιρεσιβλήτους αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή και την σωρευόμενη στο αγωγικό δικόγραφο αρνητική αγωγή .

Η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως είχε αρχικά ορισθεί , με επιμέλεια των αναιρεσειουσών, για τη δικάσιμο της 06/12/2017 και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19/09/2018, κατά την οποία δεν εκφωνήθηκε, διότι δεν είχε εγγραφεί στο πινάκιο. Στη συνέχεια τη συζήτηση της υποθέσεως επέσπευσαν οι αναιρεσείουσες με την από 04/01/2019 κλήση, και ορίστηκε νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, 18/09/2019.

Κατά τη δικάσιμο αυτή όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, οι καθ'ών η κλήση- αναιρεσίβλητοι, Ε., Κ., Σ., Δ. και Θ. Π., Θ. Π., δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν και τους είχε επιδοθεί ,νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω κλήσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου της Προεδρεύουσας Αρεοπαγίτη του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασίας Μαγιάκου, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αριθμ. 1504Γ'/07-05-2019, 1509Γ', 1511Γ, 1512Γ'/08-05-2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λευκάδας Ν.

Π. και την αριθμ. 11373Ζ'/09/05/2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Βαφειάδη, καθώς επίσης στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως με κλήση τους για τη συζήτησή της, κατά την προαναφερόμενη αρχική δικάσιμο της 6ης Δεκεμβρίου 2017, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθμ.11456 Β, 11457Β.11458Β/ 04-09-2017, 11461Β/ 05-09-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λευκάδας Ν.

Π. και την 6637Β/01-08-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Κοπανά. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα νομική σκέψη, να προχωρήσει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ,παρά την απουσία των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, που έχουν κλητευθεί (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολ.Δ).

Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες, έχοντας πληροφορηθεί τον επισυμβάντα στις 01/12/2016, μετά δηλαδή την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, θάνατο του αρχικώς 1ου εκ των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, Δ. Π., (βλ. σχετικό απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του, και πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του δημάρχου Λευκάδας) και αφού θεώρησαν διακοπείσα εκ του λόγου αυτού τη δίκη, ως πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν αναγκαστικά τη δίκη (άρθρο 291 παρ. 1εδ.

β' ΚΠολ.Δ.), κάλεσαν σε (αναγκαστική) επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης, με την επίδοση , νομίμως και εμπροθέσμως , για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (18/09/2019), της ανωτέρω από 04/01/2019 κλήσης προς συζήτηση, τη σύζυγο του θανόντος Χρυσοστόμη Πατίτσα το γένος Γεωργίου Πραμαγγιούλη και τον γιό του Θεοφάνη Πατίτσα, ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς 1513Γ/08-05-2019, 1514Γ/08-05- 2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λευκάδας Ν.

Π.. Κατά την εγγραφή ,ωστόσο, της υπόθεσης στο πινάκιο σημειώθηκαν σ' αυτό μόνο τα ονόματα και τα επώνυμα των προαναφερόμενων αναιρεσιβλήτων, όχι όμως και το όνομα και το επώνυμο των άνω κληρονόμων του 1ου αναιρεσιβλήτου ,που αναφέρονταν στην προαναφερόμενη από 04/01/2019 κλήση, η οποία γράφτηκε από το γραμματέα στο πινάκιο του Γ' Πολιτικού τμήματος, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης με αύξ.

αριθμό 15. Έτσι, κατά την παρούσα δικάσιμο δεν εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο ως προς την 1η και τον 2ο από τους καθ'ων η κλήση, στους οποίους, πρέπει να επισημανθεί ,οι αναιρεσείουσες δεν επέδωσαν αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον δεν προσκομίζουν τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως, ούτε εξάλλου αντίγραφο αυτής (αναιρέσεως) είχαν επιδώσει στον αποβιώσαντα ,μετά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, σύζυγο και πατέρα, αντίστοιχα, των ανωτέρω καθ'ων η κλήση, Δ.

Π. και πρώτο αναιρεσίβλητο (σχετ. η με αριθμό 11462Β/5-9-2017 έκθεση ματαιωθείσας επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λευκάδας Ν. Π., ΑΠ1499/2011). Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, ο 1ος αναιρεσίβλητος Δ. Π. απεβίωσε μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, η δε στο πρόσωπό του ικανότητα διαδίκου και παράστασης επί δικαστηρίου, που υπήρχε κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, εξέλειπε κατά την επ'ακροατηρίω συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενόψει του θανάτου του .

Συνεπώς , πρέπει , να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον αποβιώσαντα 1ο αναιρεσίβλητο Δ. Π. (ΑΠ631/2018) και κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν.4139/2013 , αφού χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ανωτέρω 1η και 2ο των καθ'ών η κλήση, Χ.

Π. και Θ. Π., καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή και αρνητική της κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, που συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς (Χ. και Θ.

Π.), και να προχωρήσει , όπως ,ήδη έχει αναφερθεί, παρά την απουσία τους, η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους ήτοι τις αναιρεσείουσες - εναγόμενες και τους υπολοίπους αναιρεσιβλήτους- ενάγοντες (ΑΠ1290/2018,307/2015). Ι. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 Κ. Πολ. Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης ( Ολ.

ΑΠ 25/2003, ΑΠ 22/2005). Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων προς υποστήριξη των απόψεών τους, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (πραγματικά επιχειρήματα) ή από τον νόμο (νομικά επιχειρήματα), ούτε η επίκληση του περιεχομένου εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών μέσων, έστω και αν στηρίζουν λόγους έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 918/2017).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρου 457 παρ. 2και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξή της προσβολής του ως πλαστού.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα εξής: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρο 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου για τη γνησιότητά του.

Ο αντίδικός αυτού έχει το βάρος της δηλώσεως για άρνηση της γνησιότητας, ο δε διάδικος της αποδείξεως αυτής, αν αμφισβητηθεί (ΑΠ 20/2017) και β) εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή, η γνησιότητα της οποίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για τη γνησιότητα του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, τεκμήριο που ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΑΠ 724/2010, 1798/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 8περ.β'Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων , δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες από τις αναιρεσείουσες πραγματικούς ισχυρισμούς τους και συγκεκριμένα: << α) ότι ο επίδικος χώρος τους ανήκει (αναιρεσείουσες), γεγονός που αποδεικνύεται από την 20/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Απολλωνίων και την 12/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, στις οποίες αποφάσεις θα αναφερόταν εάν υπήρχε υπόλοιπο κοινόχρηστης έκτασης, αλλά και στα επ' αυτών δικόγραφα των αναιρεσιβλήτων, όπως στην υπ' αριθμ. 6/2003 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Απολλωνίων, στην οποία οι αναιρεσίβλητοι δεν αναφέρονται σε συγκυριότητα επί του επιδίκου κατόπιν της με το από 26-8-1951 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής, αλλά ομιλούν για δουλεία που συστήθηκε με αυτό, ότι δεν υφίσταται τέτοιο υπόλοιπο κοινόχρηστης έκτασης και ότι ο επίδικος χώρος που αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη αποτελεί τον αύλειο χώρο της ιδιοκτησίας τους (αναιρεσειουσών), β) ότι η πραγματική και υφισταμένη κατάσταση του ακινήτου και των επιμέρους αυτού τμημάτων και κτισμάτων δεν είναι η αποτυπούμενη και παρουσιασθείσα στο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Θ.

Β., αλλά εκείνη που αποτυπώνεται στο προσαγόμενο από αυτές (αναιρεσείουσες) διάγραμμα του μηχανικού Γ. Δ. και ότι για το λόγο αυτό ζητήσαν τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και ειδικότερα ότι το σχεδιάγραμμα Β. αποτυπώνει ότι δεν έχει καταργηθεί η δίοδος, ενώ η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική, καθόσον η αποτύπωση του πορτονιού είναι σε άλλη θέση έτσι ώστε φαίνεται ότι δεν έχουν δίοδο οι αναιρεσίβλητοι στην ιδιοκτησία τους, ενώ αυτό στη πραγματικότητα δεν ισχύει.

γ) ότι από το υπ' αριθμ. ... δωρητήριο συμβόλαιο προς τον 6° ενάγοντα, στο οποίο δεν αναφέρεται η επίδικη δίοδος, αλλ' αντιθέτως αναφέρεται χρησικτησία του δωρητού από πεντηκονταετίας, γεγονός που ανατρέπει τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί διανομής με το από 28-8-1951 ιδιωτικό συμφωνητικό, δ) ότι και αληθές υποτιθέμενο το παραπάνω συμφωνητικό, δεν αναφέρει τον επίδικο χώρο ως κοινόχρηστο, αλλά ομιλεί για άλλα τμήματα του κοινού οικοπέδου, ενώ η αναιρεσιβαλλομένη θεωρεί ότι το παραπάνω συμφωνητικό δεν είναι κρίσιμο για τη διάγνωση της διαφοράς και ε) της μη γνησιότητας του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού>>.

Ο ανωτέρω ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ,στο σύνολό του, ως απαράδεκτος , καθόσον οι περιεχόμενοι σ' αυτόν με στοιχεία α' έως και ε' ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών δεν είναι αυτοτελείς , δηλαδή <<πράγματα>> κατά την έννοια του νόμου, αλλά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και πραγματικά επιχειρήματα, συνεχόμενα με την αιτιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ1627/2011 1309/2011), ειδικότερα δε η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής στο άνω ιδιωτικό ,περί διανομής, έγγραφο συνιστά άρνηση πραγματικού γεγονότος ,που είχε το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει ο διάδικος που επικαλέσθηκε και προσκόμισε το έγγραφο, εν προκειμένω οι αναιρεσίβλητοι -ενάγοντες, και ως εκ τούτου δεν έχει χαρακτήρα <<πράγματος>>, κατά την έννοια της άνω διατάξεως, δηλαδή αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού, που συνθέτει την ιστορική βάση και άρα στηρίζει το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 239/2017 20/2017).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή, όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1120/2018, 644/2015, 487/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο, λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα <<ότι ο επίδικος χώρος είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος, αναφέρεται δε συμπερασματικά στο από 28/08/1951 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής, από το οποίο κρίνει ότι κάποτε υπήρχε κοινόχρηστος διάδρομος, που είναι κατασκευασμένο και πλαστό και στο τοπογραφικό του μηχανικού Θ.

Β. , που θεωρεί ορθό , παρά την αμφισβήτησή τους, και την προσκόμιση του ορθού σχεδιαγράμματος του μηχανικού Γ. Δ.>>. Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στην πιο πάνω κρίση του ύστερα από την εκτίμηση των αναφερόμενων σε αυτή αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα).

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης , εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι αποδίδεται πλημμέλεια στο Εφετείο για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων , είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , διότι με αυτές πλήττεται ευθέως η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων , η οποία καθ'εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ1 Κ.Πολ.Δ).

ΙII. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 180/2017, 566/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, κατά τις με στοιχεία α',β',γ'και ε' αιτιάσεις, οι αναιρεσείουσες μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου και αρνητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αυτές κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα :

α) το από Απριλίου τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Δ., β) το με αριθμ. 1544/1983 δωρητήριο συμβόλαιο προς τον 6ο ενάγοντα, γ)τα έγγραφα που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό τους (αναιρεσειουσών) περί της μη γνησιότητας του από 26/08/1951 ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής και ειδικότερα το αριθμ. 15575/1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..

Α. Σ. και η από 04/02/1974 επιστολή του Π. Π. προς τον Μητροπολίτη ..., και ε) το από Μαρτίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του ανωτέρω μηχανικού. Ο λόγος αυτός , κατά το άνω μέρος του , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , καθόσον από την παραδεκτή , κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "...

όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι ..." , σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω με στοιχεία α', β', γ' και ε' έγγραφα, παρά την μη ειδική μνεία των με στοιχεία α', γ' και ε' εγγράφων, που οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Ο λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε αίτημα με το οποίο εζητείτο να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στην διακριτική του ευχέρεια (ΑΠ40/2008).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 355 και 368 παρ.2 ΚΠολ.Δ, προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 368 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγ/να ή πραγ/νες, αν κάποιος από τους διάδικους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγμ/νης εφόσον τούτο (δικαστήριο) κρίνει ότι πρόκειται περί ζητήματος που απαιτεί "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Επομένως εάν δεν υπάρχει τέτοια παραδοχή του δικαστηρίου, η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη του οικείου αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί κάποιον από τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ.(ΑΠ 194/2017, 592/2016 , 1372/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο ως άνω τρίτο λόγο της αναιρέσεως και κατά τη με στοιχείο δ' αιτίαση αυτού , από τον αριθμό 9γ'του ίδιου άρθρου, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του και όχι από τον αριθμό 11γ'που αναφέρεται στο αναιρετήριο ,αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια ότι απέρριψε το αίτημά τους περί της ανάγκης διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, Ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , καθόσον η κρίση του Δικαστηρίου να δεχθεί ή να απορρίψει σχετικό αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ανήκει στην διακριτική και, συνακόλουθα, ανέλεγκτη αναιρετικά ευχέρεια του Δικαστηρίου της ουσίας, ενώ ,αφού δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

IV.Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (AΠ1597/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 4ο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ., διότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα περί του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χαρακτήρα του επιδίκου, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αποδίδοντας στο από 26/08/1951 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής ,εσφαλμένα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από εκείνη των ίδιας αποδεικτικής δύναμης υπόλοιπων αποδεικτικών μέσων .

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα( καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, τοπογραφικά διαγράμματα), εκτιμώντας ελεύθερα το περιεχόμενό του, χωρίς να του προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη, ούτε απαγόρευσε την ανταπόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του.

V. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ547/2018,826/2018).

Στην προκείιμενη περίπτωση με τον 5ο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ πλημμέλλεια, με την έννοια της ελλιπούς -ανεπαρκούς αιτιολογίας και ειδικότερα μέμφονται το Εφετείο ότι απέρριψε ,σιωπηρά, χωρίς αιτιολογία τους με αριθμούς 2,3,4 και 5 λόγους της εφέσεώς τους, με τους οποίους (λόγους), κατά τα εκτιθέμενα στον άνω αναιρετικό λόγο, προέβαλαν τους ισχυρισμούς, α) <<να μην ληφθεί υπόψη το ανακριβές και λανθασμένο διάγραμμα του μηχανικού Θ.

Β. και να γίνει δεκτό το αίτημα περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, β) να μην ληφθεί υπόψη η εσφαλμένη έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και γ) ότι η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη την πραγματική και υφιστάμενη κατάσταση στο ακίνητο βάσει της οποίας το πορτόνι ( είσοδος της ιδιοκτησίας τους) βρίσκεται περίπου τέσσερα μέτρα πιο κάτω απ'ότι απεικονίζεται και ότι οι αντίδικοι εισέρχονται άνετα στην ιδιοκτησία τους>>.

Οι επικαλούμενες με τον ως άνω λόγο πλημμέλειες, (ανεπάρκεια αιτιολογιών), της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρονται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή σε ζητήματα, με την έννοια που αναφέρθηκε στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, αλλά ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα στην αιτιολόγηση και ανάλυση των αποδείξεων και στη στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως , πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο( άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) . Δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειουσών δεν επιδικάζονται ,διότι λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων δεν υπάρχει σχετικό αίτημα .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δ. Π..

Διατάσσει το χωρισμό ως προς τους απολιπομένους Χ. χα Δ. Π. και Θ. Π. του Δ., πρώτη και δεύτερο, αντίστοιχα, των καθ'ων η κλήση , κληρονόμων του αρχικά πρώτου αναιρεσιβλήτου Δ. Π..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους ανωτέρω.

Απορρίπτει την από 25/07/2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 120/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους .

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 04η Νοεμβρίου 2019 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 05η Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ