Legislator Case Law & Legislation
110/2019 AI generated

110/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 110/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

110/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικαστικός συλλογισμός και δυνατόν η παραβίαση να εντοπισθεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ. ΑΠ 36/1988). Επίσης, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Keywords

AI generated
escrow deposit contract shareholders' agreement fixed-sum insurance letter of indemnity pledge agreement subcontractor payment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 110 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 110/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "....", ο οποίος εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Ευτυχίδου.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Β. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυρήνη Φωτοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3190/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1689/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 140 και 141 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Η πλάνη αυτή δύναται να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως. Επομένως, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως του δηλούντος πραγματική κατάσταση, προς την πλάνη δε υπό την ανωτέρω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσεως (άγνοια) της πραγματικής κατάστασεως, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται (ΑΠ 1655/2012).

Πλάνη υπάρχει και όταν ο δικαιοπρακτών εννοούσε τη δήλωσή του με νόημα διαφορετικό εκείνου που πράγματι έχει από το νόμο, ή αγνοούσε τις έννομες συνέπειες της δηλώσεώς του. Έτσι, αν κάποιος υπογράφει έγγραφο νομίζοντας εσφαλμένως ότι περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες, ενώ τούτο περιλαμβάνει περιεχόμενο διαφορετικό, βρίσκεται σε πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης αν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία ώστε το πρόσωπο που πλανήθηκε δεν θα την επιχειρούσε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση (ΑΠ 80/2007).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 11/2017).

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικαστικός συλλογισμός και δυνατόν η παραβίαση να εντοπισθεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ. ΑΠ 36/1988). Επίσης, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας δύνανται να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1353/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αν ορθώς εφάρμοσε το Νόμο. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1261/2018, 1148/2018).

Εν προκειμένω, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι εσφαλμένως εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, ως και ότι εσφαλμένως υπήγαγε σε αυτές τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, γιατί περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων Συνεταιρισμός Π.Ε. ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, έσφαλε κατά την κρίση του, εφ' όσον με τη προσβαλλόμενη απόφασή του: α) δέχθηκε ότι αρκούσε το γεγονός ότι η βούληση του αναιρεσιβλήτου, πεπλανημένη ή μη, είχε ήδη σχηματιστεί προγενεστέρως του χρόνου συνάψεως της δικαιοπραξίας, και μάλιστα από λόγους μη σχετιζόμενους προς τη δικαιοπραξία, προκειμένου να βρίσκεται σε πλάνη κατά την κατάρτιση της, εντεύθεν αξίωσε λιγότερα από αυτά που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 140 ΑΚ, β) δέχθηκε ότι υπήρξε πλάνη, ως εκδήλωση εσφαλμένης γνώσεως της πραγματικότητας υπό την έννοια της εξισώσεως του φαινομένου με την αληθή κατάσταση, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές, δεν υπήρξε καν η στοιχειοθέτηση της "γνώσεως" κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, λόγω ανύπαρκτης παραστάσεως, ενώ η συντρέχουσα μη γνώση (άγνοια) ήταν συνειδητή, ως ενδιάθετη κατάσταση, και μάλιστα, εν προκειμένω, λόγω γνώσεως της ανύπαρκτης παραστάσεως, γ) κατά την υπαγωγή των στοιχείων της ελάσσονος προτάσεως στη μείζονα πρόταση, χρησιμοποίησε τις επιστημονικές γνώσεις και τη λογική ακολουθία εσφαλμένως, διότι αφ' ενός παραβίασε κανόνες της επιστήμης, αναφορικά με τον σχηματισμό της γνώσεως μέσω της υφιστάμενης, κατά το επίμαχο χρονικό σημείο, εξωτερικής αναπαραστάσεως, και αφ' ετέρου παραβίασε κανόνες της εμπειρικής πραγματικότητας, εφ όσον, παραδεχόμενο την καθ' ολοκληρία απειρία του αναιρεσιβλήτου αναφορικά με τις τραπεζικές και εν γένει εμπορικές συναλλαγές και πρακτικές, και την άγνοιά του περί των νομικών εννοιών, οδηγήθηκε μη έλλογο συμπέρασμα ότι ουδόλως γεννήθηκαν αμφιβολίες στο πρόσωπο αυτού περί του περιεχομένου της συμβάσεως, υπό το πραγματικό, μάλιστα, δεδομένο της μη αναγνώσεως αυτού, δ) παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, εφ' όσον ο άπειρος εν γένει συναλλασσόμενος, - ως απλός τεχνικός του Ο.Τ.Ε και ήδη (κατά την υπογραφή της συμβάσεως) συνταξιούχος, χωρίς να έχει ουδεμία παράσταση αναφορικά με το περιεχόμενο εγγράφου, κατά το χρόνο που κομίζεται αυτό ενώπιον του προς υπογραφή, το οποίο έγγραφο περιέχει νομικές έννοιες, τις οποίες γνωρίζει ότι δεν δύναται να αντιληφθεί, λόγω και της συναλλακτικής άγνοιάς του, ο οποίος, εν συνέχεια, δεν προβαίνει σε ανάγνωση αυτού, - βρίσκεται σε πλήρη γνώση της άγνοιάς του, κατά την εμπειρική και λογική πορεία των πραγμάτων, ε) ενώ το περιεχόμενο του εγγράφου της συμβάσεως δεν αποτέλεσε στοιχείο εξωτερικής παραστάσεως, ταυτοχρόνως και όλως αντιφατικώς δέχθηκε ότι το ίδιο (περιεχόμενο) ήταν και σαφές, αφού δεν αποτέλεσε στοιχείο μη κατανόησης, μήτε πυρήνα αμφιβολιών.

Στην ανύπαρκτη δηλαδή γνώση ("αφού την υπέγραψε μη γνωρίζοντας το αληθές περιεχόμενο") πρόσθεσε το στοιχείο της κρίσεως ("....ούτε γιατί διατηρούσε αμφιβολίες ή δεν το είχε κατανοήσει"), το οποίο, ως επόμενο, συλλογιστικά, στάδιο, προϋποθέτει την ύπαρξη της γνώσεως. Επίσης, ναι μεν το Εφετείο παρατήρησε, μέσω της κρίσεώς του ότι, εν προκειμένω, συνέτρεχε εσφαλμένη πεποίθηση ("..υπολάμβανε εσφαλμένα.."), αίρει την ανωτέρω διαπίστωση δεχόμενο μη γνώση ("..άγνοια.."'), η οποία πραγματώθηκε μέσω της μη αναγνώσεως.

Περαιτέρω, προκειμένου να θεμελιώσει μη συνειδητή άγνοια, προσδίδει την κρίση περί "μη κατανόησης", η οποία εσφαλμένως τοποθετείται ως συνεπακόλουθο της μη ανάγνωσης και στ) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, καθ' όσον - καίτοι οι ουσιώδεις αναφορές περί: ι) του είδους του εγγράφου ("σύμβαση εγγύησης"), ιι) του ιστορικού της πιστώσεως (" αριθμός σύμβασης πίστωσης και ποσό αυτής"), και ιι) του ποσού της αναληφθείσας οικονομικής υποχρεώσεως ("παρέχει εγγύηση..κάθε οφειλής..

προερχόμενης από τις προαναφερθείσες συμβάσεις") παρατίθενται στις πρώτες δύο παραγράφους του κειμένου της συμβάσεως - το ανωτέρω δικαστήριο, μολονότι έχει εκκινήσει το συλλογισμό του από την οντολογική κρίση περί άγνοιας του περιεχομένου του εγγράφου, αποφαίνεται ότι "ακόμη και αν διάβασε την επικεφαλίδα, δεν συνεπάγεται ότι αντελήφθη και την έννοιά της", συνεχίζοντας δε τον ίδιο, ως άνω συλλογισμό, και προκειμένου να αιτιολογήσει τα σχετικά με την αναγραφή του ποσού της εγγύησης (1.500.000 ευρώ) επανέρχεται στην παραδοχή του ότι: "..όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων δεν διάβασε τη σύμβαση".

Επίσης, αντιφατικώς δέχθηκε ότι μολονότι είχε συμβληθεί ως εγγυητής σε προηγούμενο χρονικό διάστημα σε τέσσερα δάνεια, "...δεν τον καθιστά έμπειρο συναλλασσόμενο και γνώστη των ανωτέρω νομικών εννοιών".

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα ακόλουθα:

''...Δυνάμει της με αριθμό …55/3-9-2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ο εναγόμενος Πιστωτικός Συνεταιρισμός χορήγησε στην, μη διάδικο, εταιρία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", συμφερόντων του γιου του ενάγοντος Ι. Β., πίστωση μέχρι του ποσού των 1.500.000 ευρώ. Το παραπάνω ποσό περιλάμβανε:

α) πιστωτικό όριο ποσού 600.000 ευρώ, για την έκδοση εγγυητικών επιστολών και β) πιστωτικό όριο ποσού 600.000 ευρώ, για κεφάλαιο κίνησης, πλέον ποσού για ενδεχόμενη αύξηση ορίου και τόκων. Η ως άνω πίστωση εγκρίθηκε, από το εγκριτικό κλιμάκιο του εναγόμενου, να διασφαλιστεί ενοχικά με προσωπικές εγγυήσεις, πλέον εκχωρηθησόμενων (κατά την υπογραφή της σύμβασης) πιστοποιήσεων Δημοσίου ή ΟΤΑ, με απόδοση 80%.

Την εν λόγω σύμβαση πίστωσης υπέγραψαν αυθημερόν, ως εγγυητές, ο γιός και η σύζυγος του ενάγοντος, Ι. Β., μηχανικός, μέτοχος και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, και Μ. Β., αντίστοιχα. Κατά την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης, το παραπάνω εγκριθέν όριο ήταν "ανοιχτό", αφού, αφενός οι ενοχικές εξασφαλίσεις των εγγυήσεων που δόθηκαν δεν συνιστούσαν τραπεζικό κάλυμμα με απόδοση και αφετέρου δεν είχαν εκχωρηθεί ακόμη πιστοποιημένοι λογαριασμοί από αναληφθέντα έργα του Δημοσίου.

Με τα παραπάνω δεδομένα δεν μπορούσε να γίνει ανάληψη, καθώς, η οποιαδήποτε χρήση της χορηγούμενης πίστωσης προϋπέθετε, σύμφωνα με τους σχετικούς όρους της σύμβασης, αντίστοιχη κάλυψη, είτε με εκχώρηση πιστοποιημένου λογαριασμού, είτε με εμπράγματη εξασφάλιση. Έτσι, όταν λίγες ημέρες μετά την σύναψη της ως άνω σύμβασης, η πιστούχος "...." αντιμετώπισε πρόβλημα άμεσης εκταμίευσης ποσού 150.000 ευρώ, προκειμένου να συνεχίσει το έργο που είχε αναλάβει στη ... (κατασκευή κτιρίου …), το εγκριτικό κλιμάκιο του εναγόμενου, ζήτησε, για την εκταμίευση του ποσού αυτού από τον ως άνω αλληλόχρεο λογαριασμό, την κάλυψη του ποσού με εγγραφή εμπράγματου βάρους επί ακινήτου, καθώς η εταιρεία δεν διέθετε, κατά την ως άνω χρονική περίοδο, τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις.

Επειδή δε, ουδείς από τους ενεχόμενους στη σύμβαση εγγυητές είχε στην κυριότητά του ακίνητο επί του οποίου θα μπορούσε να εγγράφει το ως άνω βάρος, ο Ι. Β. ζήτησε τη συνδρομή του πατέρα του. Πράγματι, ο ενάγων, προκειμένου να βοηθήσει την επιχειρηματική δραστηριότητα του γιου του, δέχθηκε να συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, για ισόποσο, πλέον τόκων, κεφάλαιο, επί ακινήτου του και συγκεκριμένα επί ενός αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας του, ευρισκόμενου στη θέση "…" στην …., έκτασης 5.689 τετραγωνικών μέτρων, αξίας περίπου 500.000 ευρώ.

Έτσι, στις 28/9/2009, ο ενάγων μετέβη στο επί της Λεωφόρου …. υποκατάστημα του εναγόμενου, όπου ο αρμόδιος υπάλληλος και εκπρόσωπος του εναγόμενου Ν. Κ., τον ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να εγγράφει προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου του για ποσό 180.000 ευρώ, ήτοι 150.000 ευρώ για το κεφάλαιο που θα εκταμιευόταν και 30.000 ευρώ για τόκους, έξοδα κλπ.

Κατόπιν αυτού ο ενάγων υπέγραψε, χωρίς να την διαβάσει και χωρίς να του παρασχεθεί οποιαδήποτε ενημέρωση από τους εκπροσώπους της εναγομένης, την με αριθμό …55/Α/28-9-2009 σύμβαση παροχής εγγύησης, με την οποία εγγυήθηκε, ως πρωτοφειλέτης, για κάθε ποσό οφειλής που θα προερχόταν από την με αριθμό ….55/3-9-2009 σύμβαση πίστωσης, ήτοι για το συνολικό ποσό των 1.500.000 ευρώ.

Ωστόσο η δήλωσή του αυτή δεν συμφωνούσε, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούληση του, η οποία κατευθυνόταν στο να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης για ποσό 180.000 ευρώ, επί του προαναφερθέντος ακινήτου του. Η πλάνη του δε αυτή ήταν ουσιώδης καθώς αναφερόταν σε σημείο τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Ειδικότερα, ο ενάγων, όταν υπέγραφε την ως άνω σύμβαση εγγύησης υπολάμβανε, εσφαλμένα, ότι παρείχε δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου του, προκειμένου να εκταμιευθεί το ποσό των 150.000 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα υπέγραφε σύμβαση εγγύησης που τον δέσμευε, ενοχικώς, για το ποσό του 1.500.000 ευρώ. Στην πεπλανημένη αυτή αντίληψη ο ενάγων οδηγήθηκε επειδή:

α) μόλις 25 ημέρες νωρίτερα είχε υπογραφεί, μεταξύ του εναγόμενου και της εταιρείας "...", η προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, στην οποία είχαν συμβληθεί, ως εγγυητές, η σύζυγος και ο γιός του και, συνεπώς, ήταν λογικό να πιστεύει ότι, αν απαιτείτο και τρίτος εγγυητής, θα του είχε ζητηθεί εξ αρχής να υπογράψει κι εκείνος τη σύμβαση, β) μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή η πιστούχος εταιρεία ουδέν ποσό είχε εισπράξει, για πρώτη δε φορά παρέστη ανάγκη να λάβει το ποσό των 150.000 ευρώ, για την εκταμίευση του οποίου ζητήθηκε, επί πλέον των υπαρχουσών εγγυήσεων, εμπράγματη εγγύηση και, συνεπώς, ήταν επίσης λογικό να θεωρεί ότι κλήθηκε να υπογράψει και υπέγραψε το έγγραφο με το οποίο συναινούσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, γ) η υπογραφή της συναινετικής προσημείωσης υποθήκης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε οριστεί την επομένη ακριβώς ημέρα (29/9) και, συνεπώς, ήταν λογικό να πιστεύει, ως ο μη έχων γνώση της ακολουθούμενης διαδικασίας μέσος συνετός συναλλασσόμενος άνθρωπος, ότι την προτεραία θα έπρεπε να υπογράψει στην Τράπεζα για την συναίνεσή του αυτή, δ) λόγω της ιδιότητάς του ως δημόσιος υπάλληλος (τεχνικός του ΟΤΕ και ήδη συνταξιούχος), δεν είχε γνώση νομικών εννοιών, ούτε και εμπειρία σε αντίστοιχες εμπορικές συναλλαγές.

Είναι, δε χαρακτηριστική η κατάθεση του μάρτυρα του εναγόμενου, (υπαλλήλου του υποκαταστήματος της Λεωφόρου …), ο οποίος στην ερώτηση του δικαστηρίου "τον κάλεσε η τράπεζα, χρειαζόταν και τρίτο εγγυητή δηλαδή ενώ είχε ήδη δύο" απάντησε "ήθελε να προστεθεί ένα ακίνητο η εταιρεία για να πάρει κάποια χρήματα ανοιχτά" και στη συνέχεια στην επισήμανση του δικαστηρίου "στο κάτω κάτω υπήρχαν άλλοι δύο εγγυητές για το ίδιο δάνειο" απάντησε "το νέο δεδομένο ήταν μόνο ότι επειδή εκείνη τη στιγμή η …..

δεν είχε πιστοποιήσεις τις οποίες μπορούσε να εκχωρήσει, ό,τι είχε δηλαδή το είχε ήδη εκχωρήσει και σε άλλες τράπεζες, χρειαζόταν ανοιχτά χρήματα και υπήρχε αυτό το ακίνητο που ήταν του κυρίου Σ. Β. που προστέθηκε στην όλη συνεργασία". Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας, σε ερώτηση που του έγινε για το αν κάποιος από την τράπεζα προέτρεψε τον ενάγοντα να διαβάσει τη σύμβαση πριν την υπογράψει απάντησε ότι "σαν διαδικασία είναι αυτή που τηρείται πάντα, δηλαδή μέχρι να βγει μια φωτοτυπία της ταυτότητας ή οτιδήποτε ας πούμε έχουν όλο τον χρόνο...", χωρίς να είναι σε θέση να βεβαιώσει ότι ο ενάγων διάβασε τη σύμβαση (και παρεκτός του ανεπαρκέστατου χρόνου που, ούτως ή άλλως, διατίθεται, κατά τα λεγόμενα του μάρτυρα, στον συναλλασσόμενο για την ανάγνωση κειμένου από το οποίο προκύπτει τόσο σημαντική δέσμευση).

Από όλα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν ...

προκύπτει με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι ο ενάγων βρισκόταν σε ουσιώδη πλάνη όταν υπέγραφε την ως άνω σύμβαση εγγύησης, αφού την υπέγραψε μη γνωρίζοντας το αληθές περιεχόμενό της, όχι όμως επειδή εν γνώσει του το αγνοούσε ούτε γιατί διατηρούσε αμφιβολίες ή δεν το είχε κατανοήσει, αλλά έχοντας πεπλανημένη αντίληψη, αφού υπολάμβανε εσφαλμένα ότι παρείχε, ως τρίτος, εμπράγματη ασφάλεια με το ακίνητό του και ότι η ευθύνη του περιοριζόταν μόνο στη δέσμευση του ακινήτου αυτού για το προαναφερθέν ποσό.

Να επισημανθεί, επίσης, ότι, ούτε ο εναγόμενος εξηγεί για ποιο λόγο απαιτείτο η επί πλέον παροχή τρίτης ενοχικής εγγύησης, πέραν των δύο που είχαν ήδη δοθεί, αφού ούτε από τους όρους χρήσης της σύμβασης προβλεπόταν κάτι τέτοιο, ούτε από την απόφαση του εγκριτικού κλιμακίου του εναγόμενου ζητήθηκε. Τα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω δεν αναιρούνται:

α) από το γεγονός ότι στο έγγραφο που ο ενάγων υπέγραψε υπήρχε η επικεφαλίδα "ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΓΓΥΗΣΗΣ", καθώς, ακόμα κι αν ο ενάγων διάβασε την επικεφαλίδα αυτή, δεν συνεπάγεται ότι αντελήφθη και την έννοιά της, αφού ο μη έχων νομικές γνώσεις δεν είναι ευχερές να αντιληφθεί τις δυσχερείς αυτές νομικές έννοιες (εγγύηση, προσημείωση, ενοχική/εμπράγματη δέσμευση κλπ), αλλά ούτε και το είδος της καταρτιζόμενης σύμβασης, β) από την αναγραφή του ποσού της εγγύησης (1.500.000 ευρώ), το οποίο αναφερόταν στην πρώτη σελίδα της σύμβασης, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων δεν διάβασε το έγγραφο, αφού ήταν πεπεισμένος ότι αυτό αφορούσε την προσημείωση υποθήκης, γ) από το γεγονός ότι είχε συμβληθεί ως εγγυητής και σε άλλα τέσσερα δάνεια (τρία καταναλωτικής και ένα στεγαστικής πίστης), δύο εκ των οποίων είχαν συναφθεί σε χρόνο πρωθύστερο της επίδικης σύμβασης εγγύησης, καθώς το γεγονός ότι συμβλήθηκε, ως εγγυητής, σε δάνεια μικρών ποσών που έλαβαν τα παιδιά του (12.000 ευρώ και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα, όσον αφορά τα δάνεια που προηγήθηκαν του επίδικου), δεν τον καθιστά, αναπόδραστα, έμπειρο συναλλασσόμενο και γνώστη των ανωτέρω νομικών εννοιών (διαφορά μεταξύ εμπράγματης και ενοχικής εγγύησης κλπ), ώστε να μπορεί να αντιληφθεί το ακριβές είδος της εγγύησης που παρείχε.

Να αναφερθεί, επίσης, ότι το αν ο ενάγων έλαβε ή όχι αντίγραφο της ένδικης σύμβασης μετά την υπογραφή της και αν την ανέγνωσε εκ των υστέρων, είναι άνευ εννόμου επιρροής, καθώς εκείνο που ενδιαφέρει για την κατάφαση ή μη της πλάνης του είναι η αντίληψη που είχε κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης...''. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 2-1-2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 3190/2015 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 4-4-2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκε η σύμβαση εγγυήσεως.

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, καθ' όσον υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου της διατάξεως αυτής, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, εφ' όσον από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, και συνεπώς καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος.

Ειδικότερα, η προσβαλλομένη έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όσον αφορά στην ελαττωματικότητα της δηλώσεως βουλήσεως του αναιρεσιβλήτου και στην ακυρότητα της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εγγυήσεως.

Συγκεκριμένα, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η θεμελίωση της ως άνω ακυρότητας συνίσταται στο γεγονός ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος βρισκόταν σε ουσιώδη πλάνη κατά το χρόνο καταρτίσεως της ως άνω συμβάσεως εγγυήσεως, εφ' όσον την υπέγραψε μη γνωρίζοντας το αληθές περιεχόμενό της, διότι υπελάμβανε εσφαλμένως ότι παρείχε, ως τρίτος, εμπράγματη ασφάλεια με το ακίνητό του και ότι η ευθύνη του περιοριζόταν μόνο στη δέσμευση του ακινήτου αυτού για το προαναφερθέν ποσό.

Συμφώνως προς τις ως άνω παραδοχές τα περιστατικά, τα οποία συνιστούσαν το ελάττωμα της βουλήσεως του ενάγοντος ως συμβληθέντος και προκάλεσαν την αθέλητη διάσταση μεταξύ αυτής και της δηλώσεως, συνέτρεχαν κατά το χρόνο καταρτίσεώς της και τελούσαν σε αιτιώδη συνάφεια με αυτήν, ανεξαρτήτως του αναφερομένου γεγονότος ότι είχαν σχηματισθεί σε χρόνο προγενέστερο εκείνου του χρόνου συνάψεως της δικαιοπραξίας, εντεύθεν η προσβαλλόμενη δεν αξίωσε λιγότερα από αυτά που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 140 ΑΚ, ούτε ταύτισε την γνώση του δικαιοπρακτούντος εκτός δικαιοπραξίας, με την (ανεπίγνωστη) άγνοια κατά την κατάρτισή της, ως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Επίσης, κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών δεν παρεβίασε τους κανόνες επιστήμης, αναφορικά με τον σχηματισμό της γνώσης, ούτε παραβίασε κανόνες εμπειρικής πραγματικότητας, εκ του γεγονότος ότι, καίτοι δέχθηκε απειρία του αναιρεσιβλήτου ως προς τις τραπεζικές συναλλαγές, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι δεν γεννήθηκαν αμφιβολίες σ'αυτόν περί του περιεχομένου της συμβάσεως, ως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του στην κύρια παραδοχή και αιτιολόγηση ότι ο ενάγων βρισκόταν σε ουσιώδη πλάνη όταν υπέγραφε την ως άνω σύμβαση εγγυήσεως, αφού την υπέγραψε μη γνωρίζοντας το αληθές περιεχόμενό της, έχοντας πεπλανημένη αντίληψη, αφού υπολάμβανε εσφαλμένα ότι παρείχε, ως τρίτος, εμπράγματη ασφάλεια με το ακίνητό του και ότι η ευθύνη του περιοριζόταν μόνο στη δέσμευση του ακινήτου αυτού για το προαναφερθέν ποσό.

Η περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση αναφορά ότι ο ενάγων βρισκόταν σε ουσιώδη πλάνη όταν υπέγραφε την ως άνω σύμβαση εγγυήσεως, αφού την υπέγραψε μη γνωρίζοντας το αληθές περιεχόμενό της, "όχι όμως επειδή εν γνώσει του το αγνοούσε, ούτε γιατί διατηρούσε αμφιβολίες ή δεν το είχε κατανοήσει.." δεν αποτελεί εσφαλμένη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, ως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά προσδιορίζει κατ' αρνητικό τρόπο τα στοιχεία εκείνα, τα οποία δεν θεμελιώνουν, κατά νόμο, πλάνη ως προς την δικαιοπρακτική βούληση.

Δηλαδή το Δικαστήριο της ουσίας, εξέφερε την κρίση ότι εκ των αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε υπ' όψη αποδεικνύεται ότι δεν συνέτρεξαν τα αρνητικά προσδιοριστικά της πλάνης στοιχεία αλλά τα θετικά τοιαύτα, τα οποία συνιστούσαν το ελάττωμα της βουλήσεως του ενάγοντος ως συμβληθέντος και προκάλεσαν την αθέλητη διάσταση μεταξύ αυτής και της δηλώσεως, κατά τα προεκτεθέντα.

Συμφώνως προς τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές, κατά την κατάρτιση της ειρημένης συμβάσεως, υπήρξε πλάνη του συμβληθέντος αναιρεσιβλήτου ως εκδήλωση εσφαλμένης γνώσεως της πραγματικότητας υπό την έννοια της εξισώσεως του φαινομένου με την αληθή κατάσταση, ενώ δεν συνέτρεξε εν προκειμένω στο πρόσωπο του ειρημένου συνειδητή άγνοια.

Τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά περί υπάρξεως ουσιώδους πλάνης ως προς την δικαιοπρακτική βούληση του ανωτέρω ορθώς, κατά λογική ακολουθία, υπήγαγε το δικαστήριο στον κανόνα της διατάξεως του άρθρου 140 ΑΚ, και έκρινε ότι συντρέχει η προβλεπόμενη έννομη συνέπεια της ακυρότητας της συναφθείσης συμβάσεως.

Επίσης, ο ανωτέρω υπό στοιχ. δ' ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αιτιάται την προσβαλλομένη για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας - βάσει των οποίων ο συμβληθείς αναιρεσίβλητος βρίσκεται σε πλήρη γνώση της άγνοιας του περιεχομένου του εγγράφου ή σε κατάσταση αμφιβολιών περί του τι περιέχει το έγγραφο - είναι απαράδεκτος, εφ' όσον αναφέρεται στη διαπίστωση υπό του δικαστηρίου της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, τα οποία στηρίζουν την κρίση τούτου περί υπάρξεως πλάνης του συμβληθέντος αναιρεσιβλήτου ως εκδηλώσεως εσφαλμένης γνώσεως της πραγματικότητας.

Περαιτέρω, η υπό του αναιρεσείοντος επικαλούμενη αιτίαση περί αντιφατικότητας των αιτιολογιών τής προσβαλλομένης στηρίζεται στην υπ' αυτού εσφαλμένως θεωρουμένη προϋπόθεση ότι στις παραδοχές της αποφάσεως, που καλύπτουν το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου, περιλαμβάνονται και οι αναφορές της "όχι όμως επειδή εν γνώσει του το αγνοούσε ούτε γιατί διατηρούσε αμφιβολίες ή δεν το είχε κατανοήσει..".

Τέτοιες όμως παραδοχές δεν περιλαμβάνονται στο αποδεικτικό πόρισμα, κατά τα προαναφερθέντα, εντεύθεν δεν τίθεται ζήτημα αντιφατικών αιτιολογιών. Επίσης, ως εκ της παραδοχής ότι η βούληση του ενάγοντος ήταν μόνο η παροχή προσημείωση υποθήκης του ακινήτου δεν απορρέει κατά νόμο υποχρέωση του δικαστηρίου να παραθέσει στην αιτιολογία της προσβαλλομένης στοιχεία περί του ύψους της εγγυήσεως ως αιτίας της προσημειώσεως.

Εξ άλλου, οι λοιπές αιτιάσεις αναφέρονται στα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, και δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.

Συνεπώς, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτός, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-7-2017 αίτηση του Συνεταιρισμού Π.Ε. με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1689/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ