110/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated110/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 110 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 110/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: Ε. Π. του Γ., συζύγου Γ. Π., κατοίκου ... και 2) Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Κουνέλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-5-2008 και 7-12-2009 αγωγές προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2119/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 7155/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-12-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 3-11-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνου από αυτούς ως προς τον οποίο επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης η αναίρεσή της. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ως προς το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια και ως προς τους οποίους επομένως δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός (ΑΠ 596/2003). Στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης αφορούν επικαλούμενες πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, σε σχέση μόνο με το αποδεικτικό της πόρισμα, με το οποίο απορρίφθηκε η κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων αγωγή του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης της εικονικότητας της μεταξύ τους καταρτισθείσας δικαιοπραξίας. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη.
Από τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 180, 513 και 1033 ΑΚ, συνάγονται τα ακολούθα: Σε περίπτωση καταχωρισμένης σε συμβολαιογραφικό έγγραφο σύμβασης πώλησης ενοχικού χαρακτήρα και εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριο του ακινήτου σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήσαν εικονικές, υπό την έννοια όχι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήσαν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση της πώλησης είναι λόγω της εικονικότητας, δηλαδή λόγω της έλλειψης συναλλακτικής πρόθεσης στα πρόσωπα των μερών, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα και της σύμβασης της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας.
Επομένως κρίσιμα ζητήματα για την κατάφαση της εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου είναι, η εν γνώσει του πωλητή δήλωση βούλησης περί μεταβίβασης της κυριότητας αυτού, να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και να έχει ως σκοπό να δημιουργήσει σε άλλους την εντύπωση μεταβολής της νομικής του κατάστασης, χωρίς όμως να υπάρχει στον δηλούντα η πρόθεση τέτοιας μεταβολής ,αλλά και η γνώση της εικονικότητας από τον αγοραστή και η συμφωνία τους ότι η σύμβαση δεν παράγει έννομες συνέπειες. (ΑΠ1831/2014,2088/2013) Αντίθετα, δεν αποτελεί κρίσιμο ζήτημα η καταβολή ή μη του τιμήματος, ο τρόπος της τυχόν καταβολής ή το ύφος αυτού, εφόσον το τίμημα μπορεί να χαρισθεί, να αφεθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση καταβολής να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο.
Το γεγονός, όμως, της μη καταβολής ,είναι δυνατόν να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο για την εικονικότητα της πώλησης ή, αντίστροφα, το γεγονός της καταβολής να αποτελέσει τεκμήριο για το ότι η πώληση δεν είναι εικονική (ΑΠ 304/2016, 1153/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της άνω διάταξης, ανεπαρκής αιτιολογία υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή τους, ενώ αντιφατική αιτιολογία υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι όμως και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς εκτίμηση των αποδείξεων ,εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 251/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ,κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ),τα ακόλουθα: "0 εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) είχε τελέσει γάμο με την Ε. Δ., από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα την Π. και Μ. που γεννήθηκαν το 1979 και το 1983 αντίστοιχα.
Ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με την με αριθμ.5288/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η Ε. Δ. προς ικανοποίηση αξίωσης διατροφής που της επιδικάστηκε τελεσίδικα για τα ανήλικα, τότε τέκνα τους, των οποίων ασκούσε την επιμέλεια, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του εκκαλούντος, και δυνάμει της με αριθμ. .../23.1.2002 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβ/φου Σαλαμίνας Ε.
Κ., εκπλειστηριάσθηκε ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στην θέση "..." στην Σαλαμίνα, εκτάσεως 380τμ. Η πρώην σύζυγος άσκησε σε βάρος του εκκαλούντος, επίσης αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους και προς εξασφάλιση της αξίωσής της ζήτησε και πέτυχε με την έκδοση της με αριθμ. 15370/ 1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων] την εγγραφή προσημείωσης μέχρι του ποσού των 7.336,75 € επί του επιδίκου ακινήτου.
Συγκεκριμένα πρόκειται για ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στην ίδια περιοχή με το προαναφερόμενο στην Σαλαμίνα, επί της οδού ..., στη θέση "...", έκτασης 172 τμ., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου, μη άρτιο, επί του οποίου υπήρχαν αυθαίρετα ισόγεια κτίσματα 60 τμ., περίπου, που νομιμοποιήθηκαν με την από 15-7-1993 δήλωση του Γ.
Π., σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1337/1983. Το άνω ακίνητο εμφαίνεται με τον αριθμ.23 και περιμετρικά περικλείεται με τα στοιχεία ... στο από Οκτωβρίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Κ., που προσαρτάται στο κατωτέρω μνημονευόμενο με αριθμ. ...-11-2004 συμβόλαιο. Η ως άνω αγωγή της Ε. Δ. έγινε τελεσίδικα εν μέρει δεκτή με την με αριθμ. 6013/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο εκκαλών υποχρεώθηκε να της καταβάλει το ποσό των 11.304 € νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής της η οποία δημοσιεύθηκε στις 31-8-2004. 0 εκκαλών, δυνάμει του προαναφερομένου με αριθμ. ....11.2004 συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Θ.
Α., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … και με τον αριθμ…., και καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό γραφείο Σαλαμίνας με ΚΑΕΚ ..., πώλησε και μεταβίβασε στην πρώτη εναγόμενη-εφεσίβλητη Ε. Π. (ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων), το παραπάνω προσημειωμένο ακίνητο.
Εν τω μεταξύ η δανείστρια Ε. Δ. έτρεψε σε υποθήκη την προαναφερόμενη εγγραφείσα προσημείωση στο εν λόγω ακίνητο στις 26-11-2004, για το ποσό των 7.336,76 € και στις 8-12-2004, μετά δηλαδή την μεταβίβαση του ακινήτου, ενέγραψε υποθήκη για το υπόλοιπο ποσό της απαίτησής της, δηλ. για 3.967,24€. Στις 17-5-2005 κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη- εφεσίβλητη η με αριθμ. .../2005 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικ.
επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Σ., σύμφωνα με την οποία κατασχέθηκε αναγκαστικά το ως άνω ακίνητο, ενώ στις 31-5-2005 [δηλαδή μερικούς μήνες μετά την μεταβίβαση του ακινήτου] της κοινοποιήθηκε αντίγραφο εξ απογράφου της με αριθμ. 6013/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με επιταγή προς εκτέλεση, σύμφωνα με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει στην Ε.
Δ. το ποσό των 18.515€ που αντιστοιχούσε στην συνολικά επιδικασθείσα απαίτηση, μαζί με τόκους και έξοδα. Η εφεσίβλητη άσκησε την από 2-3-2005 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της παραπάνω αναγκαστικής εκτέλεσης ισχυριζόμενη ότι δεν ήταν υποχρεωμένη για την εξόφληση ολόκληρης της οφειλής του δικαιοπαρόχου της -εκκαλούντος, αλλά μόνο για το μέρος για το οποίο ασφαλιζόταν με εμπράγματη ασφάλεια, δηλ.
με την υποθήκη. Στην συνέχεια η δικηγόρος της επισπεύδουσας δανείστριας Ε. Α. εισέπραξε στις 31-3-2005 για λογαριασμό της το ποσό των 7.336,76€ από την εφεσίβλητη αποδεχόμενη ότι για το ποσό αυτό ευθύνεται η τελευταία. Μεταξύ της εφεσίβλητης και του εκκαλούντος υπήρχε μακροχρόνια γνωριμία, η οποία ξεκίνησε από την επαγγελματική συνεργασία μεταξύ του εκκαλούντος και του πατέρα της εφεσίβλητης Γ.
Π. (ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων) ο οποίος ήταν εργολάβος και απασχολούσε στα συνεργεία του τον εκκαλούντα, ως ελαιοχρωματιστή. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε στενή φιλική σχέση μεταξύ των δύο οικογενειών. Οι σφοδρές δικαστικές διενέξεις και αντιδικίες που υπήρχαν μεταξύ του εκκαλούντος και της πρώην συζύγου του ήταν γνωστές στην οικογένεια της εφεσίβλητης λόγω της προαναφερόμενης φιλικής σχέσης που συνέδεε τις δύο οικογένειες ενώ ο πατέρας της Γ.
Π., επανειλημμένα είχε καταθέσει στις δίκες μεταξύ των δύο πρώην συζύγων ως μάρτυρας του εκκαλούντος, καθώς ακόμα και προς αντίκρουση της αγωγής της Ε. Δ. για συμμετοχή στα αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Ο πατέρας της, ενημερώθηκε για την βούληση του εκκαλούντος να πωλήσει το ακίνητο του, και προσφέρθηκε να το αγοράσει η θυγατέρα του -εφεσίβλητη στο όνομά της, ήταν παρών δε στις διαπραγματεύσεις και στην υπογραφή του σχετικού συμβολαίου.
Η εφεσίβλητη γνωρίζοντας τις δικαστικές διεκδικήσεις της Ε. Δ. σε βάρος του πρώην συζύγου της - εκκαλούντος, βεβαιώθηκε από τη δικηγόρο της που διενήργησε τον έλεγχο τίτλων του εν λόγω ακινήτου, πριν την κατάρτιση του συμβολαίου, ότι υπήρχε εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης για την εξασφάλιση της προαναφερόμενης απαίτησής της, για το ποσό των 7.336,76€, που αποτελούσε και το μόνο ενυπόθηκο βάρος που έφερε το ακίνητο, το οποίο όμως ήταν και το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του εκκαλούντος, από το οποίο θα μπορούσε η τελευταία να ικανοποιήσει την ως άνω απαίτησή της .Ο εκκαλών αντιλαμβανόμενος ότι πρόκειται άμεσα να επισπεύσει η πρώην σύζυγος του σε βάρος του μοναδικού περιουσιακού του στοιχείου, αναγκαστική εκτέλεση, όπως έγινε με το προηγούμενο ακίνητο που διέθετε στην ίδια περιοχή, και να το απωλέσει, αποφάσισε, άμεσα, να το εκποιήσει, για να του απομείνει τουλάχιστον το τίμημα από την πώλησή του .Όλα τα παραπάνω λήφθηκαν υπόψη από τα συμβαλλόμενα μέρη και συμφώνησαν να καταβληθεί τίμημα μικρότερο από την αντικειμενική αξία του ακινήτου, η οποία υπολογίσθηκε από τη ...
σε 33.236,496, λαμβανομένου υπόψη :1] της ύπαρξης του ανωτέρω εμπραγμάτου βάρους ύψους 7.336,766, καθώς και 2] επίσης της εκ μέρους της αγοράστριας ανάληψης της υποχρέωσης να καταβάλει από το χρόνο της πώλησης και εφεξής το ετήσιο πρόστιμο διατήρησης των αυθαιρέτων κατασκευών που υπήρχαν στο πωλούμενο ακίνητο... .Τελικά συμφωνήθηκε το τίμημα των 19.896,496, το οποίο καταβλήθηκε από την αγοράστρια σε δύο δόσεις των 10.000€ και συγκεκριμένα στις 2-11-2004 και στις 15-11- 2004 αντίστοιχα....Το ποσό αυτό η εφεσίβλητη συγκέντρωσε από δάνειο, ύψους 10.000€ που έλαβε από τον Κ.
Π., και εξέδωσε για την αποπληρωμή του και προς εγγύηση δύο γραμμάτια λήξης 1-5-2008 και 1-8-2005 αντίστοιχα. Πώλησε δε για τον σκοπό αυτό στην Δ. Α. μαζί με την αδελφή της, το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, του με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνιδιοκτησίας τους, αντί του συνολικού ποσού των 5.000€ το οποίο χρησιμοποίησε εξολοκλήρου για την κάλυψη του τιμήματος του εν λόγω ακινήτου....,ενώ το υπόλοιπο ποσό και την κάλυψη των εν γένει εξόδων, το κάλυψε από τις οικονομίες της από τα εισοδήματα από την εργασία της ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρία "...".
Στις 16-11-2004 η εφεσίβλητη - αγοράστρια κατέβαλε στην ... φόρο μεταβίβασης ποσό 1.945,276....,κάλυψε τα έξοδα παράστασης, στην κατάρτιση του ενδίκου συμβολαίου, της δικηγόρου του εκκαλούντος Π. Μ.. Επίσης στην εφεσίβλητη επιβλήθηκε κατά το οικονομικό έτος 2005, από τη ... φόρος ανερχόμενος στο ποσό των 6.505,096, ο οποίος προέκυψε για το λόγο ότι δεν δικαιολόγησε τη διαφορά μεταξύ της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, επί της οποίας υπολογίσθηκε ο φόρος μεταβίβασης και του ποσού που καταβλήθηκε ως τίμημα, προστέθηκε δε διαφορά αυτή στο πραγματικό εισόδημά της ως διαφορά τεκμηρίων διαβίωσης.
Έτσι υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό που αντιστοιχεί στον παραπάνω φόρο με τις νόμιμες προσαυξήσεις, γεγονός που ενισχύει την παραδοχή ότι είχε τη βούληση να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της ένδικης αγοραπωλησίας....Το ότι η εφεσίβλητη ανέθεσε σε δικηγόρο τον έλεγχο των τίτλων του υπό αγορά ακινήτου, διαπραγματεύτηκε το τίμημα και τελικά το κατέβαλε, όπως προαναφέρθηκε, κάλυψε τα έξοδα παράστασης της δικηγόρου του πωλητή κατά την κατάρτιση του συμβολαίου, αλλά και της δικής της νομικής παραστάτριας, επιβαρύνθηκε και κατέβαλε φόρο υπεραξίας, καθώς και τον φόρο μεταβίβασης καταδεικνύει ότι κατά την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων, είχε την πρόθεση να συμβληθεί σοβαρά στην αγοραπωλησία και μεταβίβαση της κυριότητας, δηλ.
ότι η δήλωση βούλησή της έγινε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι μετά την κατάρτιση των ως άνω δικαιοπραξιών [ενοχικής και εκποιητικής], δηλ. τον Νοέμβριο του 2004 της παρέδωσε ο εκκαλών την νομή του ακινήτου, η οποία από τότε την ασκεί συνεχώς, αδιαλείπτως και με διάνοια κυρίου, χωρίς να υπάρξει καμία όχληση [εξώδικη ή δικαστική] από αυτόν, μάλιστα δε από το έτος 2007 το εκμισθώνει στην Ε.
Λ. του Π. Παρά μόνο, το έτος 2008 προκύπτει ότι συνέταξε μία επιστολή, στην οποία για πρώτη φορά παραπονείται για την μη επαναμεταβίβαση του ακινήτου, χωρίς όμως να αποδεικνύεται πότε και εάν την απέστειλε στην εκκαλούσα και η τελευταία την παρέλαβε, η δε ένδικη αγωγή του κατατέθηκε δύο ημέρες πριν από τη συζήτηση της από 7-5-2008 ....
συνεκδικαζόμενης αγωγής της πρώην συζύγου του Ε. Δ. με την οποία επιδιώκει τη διάρρηξη των εν λόγω δικαιοπραξιών. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε η εφεσίβλητη κατέβαλε στην πληρεξούσια δικηγόρο της πρώην συζύγου του εκκαλούντος, στις 31-3-2005 [δηλ. λίγους μήνες μετά την μεταβίβαση του ακινήτου] το ποσό των 7.336,76€ για την εξόφληση της ισόποσης απαίτησής της, που εξασφαλιζόταν με την τραπείσα σε υποθήκη, προσημείωση, γεγονός το οποίο δεν αρνείται ο εκκαλών.
Πλην όμως αυτή η ενέργεια της εφεσίβλητης δεν μπορεί αλλιώς να δικαιολογηθεί παρά μόνο με την παραδοχή ότι η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου σε αυτή έγινε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, και για αυτό δέχθηκε να καλύψει την οφειλή αυτή. Από την άλλη ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί [προφορικά] να αναμεταβιβαστεί το ακίνητο σε αυτόν μετά την λήξη των δικαστικών εκκρεμοτήτων που είχε με την πρώην σύζυγο του, εκκρεμότητες όμως οι οποίες ούτε μέχρι σήμερα δεν έχουν λήξει, διότι δεν υπάρχει άλλη εμφανής περιουσία στο όνομά του, από την οποία θα μπορούσε αυτή να ικανοποιήσει την απαίτησή της, αφού το ακίνητο που είχε επίσης στην Σαλαμίνα, εκπλειστηριάσθηκε από την δανείστρια σύζυγο του για την ικανοποίηση άλλης απαίτησής της και ο ίδιος συνομολογεί ότι είναι άπορος.
Εξάλλου ο λόγος της εσπευσμένης πώλησης - μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου ήταν ακριβώς αυτός, δηλαδή να μην μπορέσει η Ε. Δ. να ικανοποιήσει την απαίτησή της με τον εκπλειστηριασμό του μοναδικού περιουσιακού του στοιχείου και προτίμησε να το πωλήσει, επωφελούμενος το τίμημα πώλησής του. Άλλωστε ο ίδιος είχε δημοσιεύσει αγγελία στην εφημερίδα "..." πώλησης του επιδίκου ακινήτου στο από 10-10-2004 φύλλο της.
Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι η δημοσίευση αυτή έγινε από τον δεύτερο εφεσίβλητο, πατέρα της πρώτης, προκειμένου να δημιουργήσει την εντύπωση προς τους τρίτους ότι η μεταβίβαση αυτή είναι πραγματική και όχι εικονική, επικαλούμενος προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η αναγραφόμενη τηλεφωνική σύνδεση επικοινωνίας δεν ανήκει στον ίδιο, αλλά σε άγνωστο πρόσωπο.
Πλην όμως, και ο ίδιος ο εκκαλών αφού συμβλήθηκε σε άκυρη αγοραπωλησία ως εικονική, προκειμένου να διασώσει το ακίνητο του από επισπευδόμενο πλειστηριασμό από την πρώην σύζυγο του- δανείστρια, είχε συμφέρον να πείσει τους τρίτους, άρα και αυτήν ότι η εν λόγω αγοραπωλησία είναι "σπουδαία" δηλ. πραγματική και όχι "κατά φαινόμενο" δηλ.
εικονική. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν αποδείχτηκε ως αληθινός ο ισχυρισμός του, δηλ. ότι η αγγελία δημοσιεύτηκε με πρωτοβουλία του δευτέρου εφεσίβλητου, αλλά και η τηλεφωνική σύνδεση που δημοσιεύτηκε δεν θα μπορούσε να είναι η δική του [...], αφού αυτή είχε καταργηθεί λόγω οφειλών του από τις 11-7-2003. Από την άλλη μεριά ο εκκαλών παρότι επικαλείται ότι ο πατέρας της εφεσίβλητης [δεύτερος εφεσίβλητος] κατά το παρελθόν είχε επιδείξει επαναλαμβανόμενη αδικαιολόγητη ασυνέπεια κατά της διάρκεια της επαγγελματικής τους συνεργασίας ως προς την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών του, εντούτοις δεν δύναται να αιτιολογήσει πειστικά γιατί δέχθηκε να μεταβιβάσει το εν λόγω μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο, που κατά τους ισχυρισμούς του είχε αποκτήσει με μεγάλο κόπο και στερήσεις, στην θυγατέρα του, χωρίς καμία ουσιαστικά εγγύηση και διασφάλισή του [π.χ.
έγκυρη ανάληψη υποχρέωσης επαναμεταβίβασης κλπ], ενώ θα μπορούσε να το μεταβιβάσει στα ενήλικα τότε τέκνα του ή εν πάση περιπτώσει σε κάποιο πρόσωπο που θα ήταν συνεπές, φερέγγυο, και κατά την κρίση του, έμπιστο. Ο ισχυρισμός του, ότι δεν έγινε η μεταβίβαση προς τα τέκνα του γιατί θα μπορούσε να στραφεί σε βάρος τους η δανείστρια -πρώην σύζυγος του και να ζητήσει τη διάρρηξη της ως καταδολιευτική δεν κρίνεται πειστική, αφού όπως προκύπτει η τελευταία άσκησε ήδη την προαναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αγωγή διάρρηξης και σε βάρος της εφεσίβλητης.......σύμφωνα με τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι και ο ενάγων είχε τη θέληση να προβεί στην πώληση και μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου, και συνεπώς οι δικαιοπρακτικές δηλώσεις του που περιλαμβάνονται στις προσβαλλόμενες δικαιοπραξίες έγιναν σπουδαία και όχι φαινομενικά και ως εκ τούτου με αυτές μεταβιβάστηκε η κυριότητα στην εφεσίβλητη-αγοράστρια.
Ο απώτερος σκοπός του [η ύπαρξη ή μη του οποίου δεν αποτελεί στοιχείο της εικονικότητάς] ήταν να αποτραπεί η εκπλειστηρίασή του από την δανείστρια Ε. Δ. και να αποφύγει την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, αφού ήταν το μόνο εμφανές περιουσιακό του στοιχείο.
Συνεπώς σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις πρέπει το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας των ενδίκων δικαιοπραξιών λόγω εικονικότητάς τους και συνακόλουθα και το αναγνωριστικό αίτημα κυριότητας να απορριφθούν ως αβάσιμα...".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή του με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η ακυρότητα, λόγω εικονικότητας της ανωτέρω δικαιοπραξίας μεταβίβασης της κυριότητας του προπεριγραφόμενου ακινήτου αιτία πώλησης στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ, αφού την έκανε δεκτή και την εξαφάνισε κατά το σκέλος της, που είχε απορρίψει την σωρευόμενη αναγνωριστική της κυριότητάς του αγωγή ως απαράδεκτη, την απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 138, 513 και 1033ΑΚ, ώστε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους.
Ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.19ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, Α)με τις υπό του αριθμούς 1 και 2 αιτιάσεις του, για αντιφατική αιτιολογία, ως προς τις παραδοχές της απόφασης σε σχέση, αντίστοιχα: α) με το ύφος του καταβληθέντος από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων τιμήματος, ότι δηλαδή ενώ υφίσταται παραδοχή ότι το ύψος αυτού ανήλθε σε 19.896,496 ευρώ, παράλληλα δέχεται ότι με τις έγγραφες αποδείξεις και την υπεύθυνη δήλωσή του ο ίδιος βεβαιώνει ότι εισέπραξε 20.000 ευρώ και β) με την κάλυψη από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων των εξόδων της παράστασης της δικηγόρου του, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τα σχετικά έξοδα καλύπτει ο πωλητής και Β) με τις υπό τους αριθμούς 3 και 4 αιτιάσεις του, για ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς τις παραδοχές της απόφασης, σε σχέση, αντίστοιχα:
α)με την πληρωμή από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων το έτος 2005 του πρόσθετου φόρου του πωληθέντος σ' αυτήν ακινήτου και β) με τη καταβολή στην Ε. Δ. του ποσού των 7.336,76 ευρώ για την εξόφληση της ενυπόθηκης απαίτησής της, αφού τα ανωτέρω περιστατικά είναι μεταγενέστερα της επίμαχης δικαιοπραξίας και δεν δικαιολογούν την δικαιοπρακτική βούληση της αναιρεσίβλητης για την κατάρτισή της.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι επικαλούμενες με αυτόν ελλείψεις και αντιφάσεις αναφέρονται στην ανάλυση, αιτιολόγηση και στα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, εφόσον το πόρισμα του Εφετείου, ότι δεν αποδείχθηκε η έλλειψη συναλλακτικής πρόθεσης στα πρόσωπα των συμβληθέντων στην επίδικη δικαιοπραξία αγοραπωλησίας, είναι σαφές.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2008).
Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις, που έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, που προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα σε συγκεκριμένη δίκη αλλά λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν σε άλλη δίκη, δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μη καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 2065/2009, 227/2008, 833/2007, 722/2004).Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τις .../24-11-2009 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών ,τις οποίες είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του,το περιεχόμενο των οποίων ήταν κρίσιμο για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ,έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες (όπως προκύπτει τόσο από τις ενώπιον του Εφετείου από 22-5-2013 προτάσεις του αναιρεσείοντος, όσο και από το περιεχόμενο των από 19-11-2009 κλήσεων προς εμφάνιση των διαδίκων, κατ' αυτές) είχαν ληφθεί όχι για να χρησιμεύσουν στην συγκεκριμένη, ανοιγείσα με την από 7-12-2009 αγωγή του, δίκη, αλλά, προς αντίκρουση άλλης αγωγής, ήτοι της εναντίον του ασκηθείσας, από 7-5-2008 αγωγής της Ε.
Δ., με συνέπεια, να μην απαιτείται η ειδική μνεία αυτών από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4 Δεκεμβρίου 2014 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της 7155/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ