Legislator Case Law & Legislation
110/2008 AI generated

110/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 110/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, που ελέγχονται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 21 ΚΠολΔ), παρά το νόμο και κατά παράβαση της κρατούσας στην πολιτική δίκη αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ή την παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 13/1995).

Legislator headnote

AI generated

110/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Keywords

AI generated
termination agreement withdrawal from the contract revocable offer assignment of contract waiver of concession voluntary withdrawal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 110 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 110/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων :1) Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "........ Ο.Ε" που εδρεύει στην Παλλήνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Χ1, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αθανάσιος Παπαγεωργίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου : Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής ΑΛΝΟ Α.Ε"που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Χαρίκλεια Ξανθοπούλου-Κολονάρου .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 915/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1912/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Νοεμβρίου 2000 αίτησή τους και τους από 5 Σεπτεμβρίου 2006 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 11 Οκτωβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, που ελέγχονται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 21 ΚΠολΔ), παρά το νόμο και κατά παράβαση της κρατούσας στην πολιτική δίκη αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ή την παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 13/1995).

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί, τους οποίους οι διάδικοι δεν είχαν προβάλλει παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Η παρά το νόμο δε εσφαλμένη παραδοχή ισχυρισμού ως παραδεκτού, ιδρύει και τον από τον αριθ. 14 του 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΟλΑΠ 12/2000). Εξάλλου, η παράβαση των καθηκόντων.

που επιβάλλει το άρθρο 116 του ΚΠολΔ στους διαδίκους, στους νομίμους αντιπροσώπους τους και στους πληρεξουσίους τους, όπως είναι και αυτό του καθήκοντος αληθείας, μπορεί να έχει ως κύρωση, κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών, όχι όμως και το απαράδεκτο προβαλλόμενου ισχυρισμού, ο οποίος, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είναι αντιφατικός σε άλλον ισχυρισμό, που προβλήθηκε προηγουμένως.

Τούτο δε, διότι διαφορετικά ο διάδικος θα στερούνταν το κατοχυρωμένο και από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της συνταγματικής αυτής διάταξης, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 του ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, δεν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας και ως εκ τούτου δεν είναι απαράδεκτη η ένσταση, όταν η αντίφαση δεν υπάρχει προς άλλα επικαλούμενα γεγονότα, αλλά μόνο ως προς το νομικό χαρακτηρισμό αυτών των άλλων γεγονότων.

Έτσι, συγχωρείται η επικουρική προβολή ενστάσεως για την περίπτωση, που δεν ήθελε γίνει δεκτή η αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη του ισχυρισμό περί καταγγελίας των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής αυτών και της αναιρεσίβλητης για σπουδαίο λόγο, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστούσε αντένσταση καταλυτική της προβληθείσας από τους αναιρεσείοντες ενστάσεως περί ακυρότητας της καταγγελίας των πιο πάνω συμβάσεων, δεν είχε προταθεί νομίμως και παραδεκτώς από την αναιρεσίβλητη στο δικαστήριο της ουσίας.

Ειδικότερα, πρότειναν ότι ο ισχυρισμός αυτός, αν και περιλαμβανόταν στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, δεν προτάθηκε νομίμως και παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, διότι, κατά παράβαση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών που καθιερώνουν τα άρθρα 106 (αρχή συζητήσεως) και 116 (αρχή καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης) του ΚΠολΔ, ήταν αντιφατικός με τους προεχόντως προβληθέντες από την ίδια ισχυρισμούς της προς απόκρουση της αγωγής, καθόσον η τελευταία με τις προτάσεις της είχε αρνηθεί, πως είχε συνάψει τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες συμβάσεις αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της και ότι είχε καταγγείλει αυτές, για την περίπτωση δε που δεν γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός της για τη μη καταγγελία των εν λόγω συμβάσεων διανομής, προέβαλε ότι κατήγγειλε αυτές για σπουδαίο λόγο.

Όμως, δεν υπήρξε παράβαση της διατάξεως του άρθρου 106 του ΚΠολΔ και ο λόγος αναιρέσεως αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, η περί καταγγελίας των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής για σπουδαίο λόγο αντένστασή της προτάθηκε επικουρικά και υπό την αίρεση, ότι δεν θα ευδοκιμούσαν η προταθείσα προς υπεράσπισή της άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής και η επικαλούμενη ως γενόμενη από αυτή έκτακτη καταγγελία των επίμαχων συμβάσεων, η δε δικονομική αυτή συμπεριφορά της κατά τη διεξαγωγή της δίκης, επιτρεπόμενη από τον ΚΠολΔ, δεν προκάλεσε απαράδεκτο της αντενστάσεως αυτής, ούτε από το άρθρο 116 του ΚΠολΔ, αφού η παράβαση του καθήκοντος αληθείας δεν συνεπάγεται, όπως ειπώθηκε στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη.

το απαράδεκτο ισχυρισμών των διαδίκων, αλλά άλλες συνέπειες (άρθρο 205 αριθ. 2, 185 αριθ. 1 του ΚΠολΔ). Συνακολούθως δε, και εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα, το Εφετείο όχι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, και συνεπώς δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος. 2.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός και αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο, που δίκασε, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δεν δέχθηκε, ότι εφόσον για την κατάρτιση των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής συμφωνήθηκε από τους διαδίκους έγγραφος τύπος, στον τύπο αυτό έπρεπε να υποβληθεί και η γενόμενη από την αναιρεσίβλητη καταγγελία για σπουδαίο λόγο και ότι εφόσον αυτή έγινε προφορικά ήταν άκυρη.

Ο πρόσθετος λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες, αρκούμενοι να αναφέρουν στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων μόνο ότι "με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, καθώς και τις κατατεθείσες στο Εφετείο προσκόμισαν με επίκληση ως σχετικό 1 επικυρωμένο αντίγραφο της από 15.12.1989 επιστολής της αντιδίκου (έγγραφη εντολή) στην πρώτη από αυτούς, η οποία αναφέρει την έναρξη της συνεργασίας τους και τους οικονομικούς όρους της συνεργασίας αυτής", δεν προβάλλουν περαιτέρω, ότι τον παραπάνω ισχυρισμό τους, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, πρότειναν ως όφειλαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και ότι μετά την απόρριψή της αγωγής τους από το πρωτόδικο δικαστήριο τον επανέφεραν νομίμως στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

3. Επειδή, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι η ιδιόρρυθμη (άρθρο 361 ΑΚ) διαρκής ενοχική σύμβαση, επί της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός) υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικώς και για ορισμένη εδαφική περιοχή σε άλλον (διανομέα) τα προϊόντα παραγωγής του, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο.

Στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται και οι διατάξεις περί εντολής, ο δε παραγωγός έχει το δικαίωμα, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 725 του ΑΚ, να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο, σε περίπτωση δε που την καταγγείλει εκτάκτως χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου υποχρεούται σε αποζημίωση του διανομέα.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 588, 672, 725 752 και 766 του ΑΚ συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μια διαρκής έννομη σχέση για σπουδαίο λόγο, που υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως, δεν είναι ανεκτή η συνέχισή της.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 §§ 1 και 3 εδαφ. α του ΠΔ 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο εμπορικός αντιπρόσωπος, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 2 του άνω Π. Δ/τος, δικαιούται μετά τη λύση της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση υπό τους σε αυτή όρους, αλλά η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητας του εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε την καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνο.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 28/1997, ΟλΑΠ 30/1997).

Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : "Η πρώτη αναιρεσείουσα το Δεκέμβριο του 1989 κατάρτισε στην Αθήνα με την αναιρεσίβλητη προφορική σύμβαση, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέλαβε την κατ' αποκλειστικότητα διάθεση των προϊόντων της δεύτερης στην περιοχή των ....., όπου είχε το κατάστημα της.

Ειδικότερα, συμφωνήθηκε η αναιρεσίβλητη να προμηθεύει - πωλεί αποκλειστικώς στην πρώτη αναιρεσείουσα για τη συγκεκριμένη περιοχή, έναντι ορισμένου κάθε φορά τιμήματος, τα προϊόντα της, έπιπλα κουζίνας "ALNO", τα οποία εισήγε από τη γερμανική μητρική της εταιρία με την επωνυμία "ALNO A.G.", και η εκείνη με δική της ευθύνη να διαθέτει - μεταπωλεί τα προϊόντα αυτά στην ίδια περιοχή για δικό της λογαριασμό και με δικό της κίνδυνο.

Επίσης, στην ευθύνη της τελευταίας ανήκε η μέριμνα για την οργάνωση της επιχειρήσεώς της και βαρυνόταν με τις σχετικές δαπάνες, η ίδια δε καθόριζε το τίμημα μεταπωλήσεως, έτσι ώστε η διαφορά μεταξύ αυτού και του τιμήματος της κτήσεως να αποτελεί το μικτό κέρδος της. Κατά την ίδια σύμβαση η πρώτη αναιρεσείουσα θα μετείχε στις δαπάνες διαφημίσεως των σχετικών προϊόντων και τέλος είχε συμφωνηθεί, ότι η ίδια, σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και για την ικανοποίηση εξειδικευμένων αναγκών πελατών, θα μπορούσε να πωλεί στους πελάτες της προϊόντα, που δεν διέθετε η αναιρεσίβλητη.

Με τα δεδομένα αυτά, η σύμβαση που συνήψαν η πρώτη αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη ήταν σύμβαση αποκλειστικής διανομής, εκπληρωτέας με επί μέρους διαδοχικές πωλήσεις, και εφόσον δεν ορίστηκε σε αυτή, ότι θα ίσχυε για ορισμένο χρόνο, επρόκειτο για σύμβαση αόριστης διάρκειας, που ως εκ τούτου μπορούσε αυτή να λυθεί με καταγγελία.

Όμοια ακριβώς σύμβαση καταρτίστηκε από το δεύτερο αναιρεσείοντα και την αναιρεσίβλητη το Δεκέμβριο του 1997, για την από αυτόν ατομικώς διάθεση - πώληση των ίδιων προϊόντων εκείνης στην περιοχή των βόρειων προαστίων Αττικής, την οποία αυτός εγκατέστησε στη συμβολή της οδού ...... Οι δύο συμβάσεις αυτές λειτούργησαν μέχρι τις 29.3.1999, οπότε η αναιρεσίβλητη τις κατήγγειλε.

Η καταγγελία έγινε με δήλωσή της που περιήλθε στους αναιρεσείοντες και με άμεση διακοπή της προμηθείας τους με προϊόντα της, εξαιτίας δε τούτου η αναιρεσίβλητη έπαυσε να αναφέρει στις διαφημίσεις της τις διευθύνσεις των καταστημάτων των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, της οποίας ομόρρυθμο μέλος με εταιρικό μερίδιο 95% ήταν ο δεύτερος αναιρεσείων, στις 9.3.1999 πρόσφερε προς πώληση από το κατάστημα της στην ......

σε πρόσωπο με το όνομα Φ1 προϊόντα (έπιπλα κουζίνας) αξίας 3.090.000 δραχμών, από το οποίο ποσό μόνο 245.000 δραχμές αντιστοιχούσε σε προϊόντα της αναιρεσίβλητης. Το υπόλοιπο ποσό αντιστοιχούσε στην αξία των προσφερομένων προς πώληση εμπορευμάτων, που αποτελούσαν προϊόντα κουζίνας της ανταγωνίστριας της αναιρεσίβλητης γερμανικής εταιρίας "BAU - FOR - MAΤ".

Οι δύο αναιρεσείοντες δεν αρνήθηκαν τη συναλλαγή αυτή, αλλά υπαινικτικά πρότειναν, ότι υπό το ενδιαφέρον προς αγορά της ανωτέρω Φ1 κρυπτόταν ενέργεια της αναιρεσίβλητης. Το κρίσιμο, όμως, και ουσιώδες στοιχείο δεν ήταν, αν υποκρυπτόταν ενέργεια της αναιρεσίβλητης, αλλά αν οι αναιρεσείοντες πωλούσαν προϊόντα της παραπάνω ανταγωνίστριας εταιρίας, περιστατικό που ήταν αληθές, χωρίς μάλιστα να πρόκειται για εντελώς εξαιρετική περίπτωση για την ικανοποίηση αναγκών του πελάτη, για την οποία αυτοί είχαν από τη σύμβαση σχετική δυνατότητα.

Τέτοια, όμως, περίπτωση ούτε επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες ούτε αποδείχθηκε.

Συνεπώς, επρόκειτο για συνειδητή παραβίαση της συμβάσεως από τους αναιρεσείοντες, την οποία μάλιστα αυτοί επιχείρησαν να συγκαλύψουν με την αναφορά στην έγγραφη, επί εντύπου της αναιρεσίβλητης, προσφορά τους, ότι επρόκειτο για μοντέλο της "ALNO". Η ενέργεια αυτή των αναιρεσειόντων αποτελούσε μέρος γενικότερου σχεδίου τους προς παραβίαση των με την αναιρεσίβλητη υφιστάμενων συμβάσεων διανομής.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, επ' ευκαιρία της διοργανώσεως στο εκθεσιακό κέντρο της HELEXPO στη Θεσσαλονίκη της έκθεσης FURNITEC από 18 - 21 Μαρτίου 1999, απέστειλαν σε όλους τους ανά την Ελλάδα διανομείς της αναιρεσίβλητης επιστολή με το ακόλουθο περιεχόμενο : "Αξιότιμοι κύριοι και κυρίες, η εταιρία μας βρίσκεται στο χώρο του επίπλου κουζίνας για αρκετά χρόνια με εμπειρία όσον αφορά τις τάσεις της αγοράς, την ποιότητα και το design.

Αντιπροσωπεύουμε αποκλειστικά στην Ελλάδα την BAU - FOR - MAT, ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια επίπλων στη Γερμανία. Στόχος μας είναι ένα αξιόπιστο δίκτυο πωλήσεων σ' όλη την Ελλάδα χωρίς δέσμευση στους συνεργάτες μας, για προώθηση αποκλειστικά και μόνο των δικών μας προϊόντων, αλλά για ελεύθερη και ουσιαστική συνεργασία για το κοινό όφελος.

Θα ήταν ευχαρίστησή μας να έλθετε να γνωρίσετε εμάς και τα προϊόντα μας στην προσεχή έκθεση Θεσσαλονίκης FURNITEC, στην οποία συμμετέχουμε από 18 - 21 Μαρτίου στο εκθεσιακό κέντρο της HELEXPO, περίπτερο ...... Υ.Γ. Εσωκλείουμε μια πρόσκληση. Για οποιαδήποτε διευκρίνιση επικοινωνήστε μαζί μας στα τηλέφωνα ..... Φιλικότατα.

Για τη MOBEL ART Χ1 Υπεύθυνος πωλήσεων". Η επιστολή αυτή περιήλθε στα χέρια του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης από το διανομέα της με το όνομα ......., από το δε περιεχόμενό της καθίσταται πρόδηλη η ανταγωνιστική προς την εκείνη συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, που επιχείρησαν να απογυμνώσουν αυτή από διανομείς προς όφελος δικό τους και της υπ' αυτών ήδη αντιπροσωπευόμενης BAU - FOR - MAT.

Οι αναιρεσείοντες προσπάθησαν να διασκεδάσουν την κατάσταση, ισχυριζόμενοι, ότι προέβησαν στην ανωτέρω ενέργεια, διότι από το Φεβρουάριο του 1999 είχε εκδηλωθεί πρόθεση της αναιρεσίβλητης να δραστηριοποιηθεί στον κλάδο της λιανικής πώλησης και έτσι αποφάσισαν να διερευνήσουν τη δυνατότητα συνεργασίας με τη BAU -FOR - MAT.

Η άποψη αυτή και υπό την προβαλλόμενη εκδοχή, που δεν συμβιβάζεται με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της επιστολής, είναι αβάσιμη, αφού οι αναιρεσείοντες είχαν ήδη αρχίσει να συνεργάζονται με την BAU - FOR - MAT, της οποίας μάλιστα διέθεταν και προϊόντα της από τα καταστήματα τους, όπως συνέβη με την αναφερθείσα αγοράστρια Φ1.

Μετά τις ενέργειές τους αυτές η αναιρεσίβλητη στις 29.3.1999 κατήγγειλε τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, που είχε συνάψει με τους αναιρεσείοντες. Η καταγγελία έγινε συνεπεία της προηγηθείσας συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων, εξαιτίας της οποίας, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως, δεν ήταν ανεκτή η συνέχιση της συνεργασίας τους.

Αποτελεί, επομένως, η συμπεριφορά αυτή σπουδαίο λόγο, που επιτρέπει στην αναιρεσίβλητη, ως παραγωγό, να καταγγείλει εκτάκτως τις αορίστου διάρκειας επίμαχες συμβάσεις αποκλειστικής διανομής των αναιρεσειόντων διανομέων της, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 725 του ΑΚ, χωρίς να υποχρεούται σε αποζημίωσή τους.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ωφέλεια της αναιρεσίβλητης από την πελατεία των αναιρεσειόντων, μετά τη λύση των συμβάσεων, διότι η πελατεία αυτή παρέμεινε πελατεία εκείνων και ότι οι αναιρεσείοντες προήγαγαν σημαντικά τις υποθέσεις της αναιρεσίβλητης με τους υπάρχοντες πελάτες ή ότι διατηρήθηκαν ουσιαστικά οφέλη στην αναιρεσίβλητη.

Πέραν αυτών, οι αναιρεσείοντες προέβησαν στις ανωτέρω ενέργειες, μολονότι γνώριζαν, ότι αυτές απαγορεύονταν από τις συμβάσεις διανομής. Γνώριζαν, επίσης, ότι με την ενέργεια τους να αποσπάσουν τους διανομείς της αναιρεσίβλητης θα ζημίωναν την τελευταία, με την οποία διατηρούταν ακόμη ο ενοχικός δεσμός τους.

Οι πράξεις τους, επομένως αυτές, έγιναν από υπαιτιότητα. Το στοιχείο αυτό επέτρεπε στην αναιρεσείουσα την καταγγελία για σπουδαίο λόγο, περιστατικό που, σύμφωνα με το άρθρο 9 § 2 περ. α του π.δ. 219/1991, απέκλειε την κατά την § 1 του άρθρου αυτού αποζημίωση των αναιρεσίβλητων". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο α) ως προς το περιεχόμενο των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και ειδικότερα των όρων αυτών, που απέκλειαν την ανταγωνιστική προς την αναιρεσίβλητη παραγωγό εταιρία συμπεριφορά των αναιρεσειόντων διανομέων, β) για την επιδειχθείσα από τους τελευταίους υπαιτίως ανταγωνιστική συμπεριφορά αα) το μεν με τη διάθεση σε συγκεκριμένο πελάτη από το κατάστημα της πρώτης αναιρεσείουσας, στην οποία ο δεύτερος αναιρεσείων ήταν εταίρος με εταιρικό μερίδιο 95%, καθ' υπέρβαση της παρασχεθείσας σε αυτή, για εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις και για ικανοποίηση εξειδικευμένων αναγκών πελατών, δυνατότητας να πωλεί σε πελάτες της προϊόντα που δεν διέθετε η αναιρεσίβλητη, προϊόντων της ανταγωνιστικής γερμανικής εταιρίας BAU - FOR - MAT, και ββ) το δε με την ανάληψη της εμπορικής αντιπροσώπευσης σε όλη την Ελλάδα (άρα και για τις περιοχές, όπου αντιπροσώπευαν την αναιρεσίβλητη) της αναφερθείσας ανταγωνιστικής γερμανικής εταιρίας BAU - FOR - MAT και με παράλληλη προσπάθεια απόσπασης των διανομέων της από το δίκτυο της αναιρεσίβλητης, αν και ήταν σε ισχύ οι συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και οι ίδιοι γνώριζαν, ότι με την ενέργεια τους να αποσπάσουν από την αναιρεσίβλητη τους διανομείς της ανά την Επικράτεια θα ζημίωναν αυτή, γ) ως προς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, που επέτρεπε στην αναιρεσίβλητη να καταγγείλει εκτάκτως τις αόριστης διάρκειας συμβάσεις αποκλειστικής διανομής αυτών, διότι λόγω της προηγηθείσας ανταγωνιστικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων δεν ήταν ανεκτή, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως η συνέχιση της συνεργασίας τους, και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως ως προς αμφότερες, τις επικουρικώς ασκηθείσες, βάσεις της από τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και τις διατάξεις των άρθρων 1 επ.

και 9 του ΠΔ 219/1991 για τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αφού τα γενόμενα ανωτέρω δεκτά, χωρίς αντιφάσεις, πραγματικά περιστατικά καλύπτουν όλα τα κατά νόμο στοιχεία, που ήταν αναγκαία για τους κανόνες δικαίου που εφήρμοσε.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζεται, ότι Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

4. Επειδή, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο πρόσθετο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται, προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 του ΑΚ). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες.

Περαιτέρω, οι περιεχόμενες στον ίδιο πρόσθετο λόγο αιτιάσεις, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος, που δικαιολογούσε την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία των επίμαχων συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, είναι προεχόντως αόριστος, αφού στο οικείο δικόγραφο δεν αναφέρονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας και ποιοι συγκεκριμένοι κανόνες της λογικής φέρονται ότι παραβιάστηκαν, με συνέπεια να είναι ανέφικτος ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος.

5. Επειδή, μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.11.2004 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "....ΟΕ" και του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 1.912/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ