Legislator Case Law & Legislation
1109/2024 AI generated

1109/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1109/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-1991 (με αρ. πρωτ. 100/29-1-1991) τριτανακοπή και τους από 21-10-1991 (με αρ. πρωτ. 890/23-10-1991) πρόσθετους λόγους τριτανακοπής των δικαιοπαρόχων του υπό στοιχείο 1 ήδη αναιρεσιβλήτου και του δικαιοπαρόχου των υπό στοιχείο 2 και 3 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Κρήτης. Επ' αυτών, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 577/1992, 19/2019 μη οριστικές, 48/2021 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2022 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1109/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) του τρίτου των καθών η τριτανακοπή Μ. Φ. του Α., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων και β) Γ. Κ./νου Α., την από 14-7-1971 και αριθ. πρωτ. 368/ 971 διεκδικητική αγωγή, με αίτημα να αναγνωριστούν συγκύριοι των δύο περιγραφόμενων ακινήτων αγρών, εκτάσεως περίπου 20 στρεμμάτων έκαστος στην περιοχή ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1109 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1109/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. χήρας Π. Α., το γένος Ι. και Μ. Φ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Χριστίνας Κατσάνου, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Τ. του Ν. και της Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο του, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ..., της Περιφερειακής Ενότητας ..., 2) Μ. Φ. του Φ., κατοίκου ..., της Περιφερειακής Ενότητας ..., 3) Τ.-Φ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., της Περιφερειακής Ενότητας ..., αναφερόμενου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως ανηλίκου, εκπροσωπούμενου από τον πατέρα του Μ. Φ. του Φ., στο δε δικόγραφο των από 11-01-2021 προτάσεών του, το οποίο κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της ένδικης τριτανακοπής, ως ενεργούντος ατομικά για τον εαυτό του, αμφοτέρων δε των υπό στοιχείο 2 και 3, ως μοναδικών κληρονόμων του αρχικού τριτανακόπτοντος Φ. Φ. του Μ.. Οι ως άνω υπό στοιχεία 1, 2 και 3 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαχνάκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Α. ή Α. Φ. του Μ., κατοίκου ..., της Περιφερειακής Ενότητας ..., ως μοναδικού κληρονόμου του αρχικού διαδίκου, καθ' ου η τριτανακοπή, Μ. Φ. του Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μαράκη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-1991 (με αρ. πρωτ. 100/29-1-1991) τριτανακοπή και τους από 21-10-1991 (με αρ. πρωτ. 890/23-10-1991) πρόσθετους λόγους τριτανακοπής των δικαιοπαρόχων του υπό στοιχείο 1 ήδη αναιρεσιβλήτου και του δικαιοπαρόχου των υπό στοιχείο 2 και 3 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Κρήτης. Επ' αυτών, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 577/1992, 19/2019 μη οριστικές, 48/2021 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεση της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (Α.Π. 658/2011).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 77, 110 παρ.2 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο αναιρεσείων πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να απευθύνει την αναίρεση του εναντίον όλων των ομοδίκων που ήσαν αντίδικοι του κατά την πρωτόδικη δίκη, όχι όμως και εναντίον των ιδίων αυτού ομοδίκων, αφού την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικο τους αναιρεσείοντα θεωρούνται από το νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι (άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ), οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο (Α.Π 812/2013).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Οι δύο πρώτοι των καθ' ών η τριτανακοπή, Σ. Φ. του Π. και Ι. Φ. του Π., στη θέση των οποίων υπεισήλθαν οι αναιρεσείοντες, άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (τακτική διαδικασία), σε βάρος:

α) του τρίτου των καθών η τριτανακοπή Μ. Φ. του Α., στη θέση του οποίου υπεισήλθε ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων και β) Γ. Κ./νου Α., την από 14-7-1971 και αριθ. πρωτ. 368/ 971 διεκδικητική αγωγή, με αίτημα να αναγνωριστούν συγκύριοι των δύο περιγραφόμενων ακινήτων αγρών, εκτάσεως περίπου 20 στρεμμάτων έκαστος στην περιοχή ...

στην θέση "...", που αποτελούν τμήματα του μείζονος περιγραφέντος ακινήτου τους, και να διαταχθεί η αποβολή εκάστου των εναγομένων από καθένα από αυτά και παντός τρίτου που έλκει δικαιώματα από τους εναγόμενους αυτούς. Εν συνεχεία οι ενάγοντες παραιτήθηκαν ως προς τον δεύτερο των εναγομένων (Γ. Α.), ως προς τον οποίο η αγωγή δυνάμει της 160/1972 απόφασης θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα.

Περαιτέρω, με την τελευταία αυτή απόφαση και την 57/1976 του ιδίου δικαστηρίου διατάχθηκε η διεξαγωγή αποδείξεων και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Τέλος, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 825/1981 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την άνω διεκδικητική αγωγή (ως προς τον πρώτο εναγόμενο).

Οι ενάγοντες της αγωγής αυτής άσκησαν κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης, την από 27-2-1982 έφεσή τους, ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, το οποίο με την 186/1983 απόφασή του ανέστειλε τη δίκη προκειμένου να επιδοθεί αντίγραφό της αγωγής στον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο και με την 467/1985 απόφαση διέταξε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη μετά την διενέργεια της οποίας, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 43/1989 απόφασή, η οποία εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δίκασε επί της από 14-07-1971 αγωγής την οποία δέχθηκε, αναγνώρισε τους ενάγοντες κυρίους επί τμήματος αγρού καταληφθέντος από τον πρώτο εναγόμενο Μ.

Φ., εκτάσεως 20 στρεμμάτων συνορευόμενο ανατολικώς με κτήματα δήθεν αγοραστού Α., δυτικώς με θάλασσα, βορείως κληρονόμων Δ. και νοτίως με Σ. και διέταξε την αποβολή του εναγόμενου από αυτό καθώς και παντός τρίτου εξ αυτού έλκοντος δικαιώματα ή επ' ονόματι του κατέχοντος. Ο εφεσίβλητος-εναγόμενος Μ. Α. Φ., μοναδικός κληρονόμος του οποίου είναι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος ‘Α.

ή Ά. Φ. του Μ., άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 15-03-1989 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμόν 975/1990 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο εκτέλεσης της παραπάνω (43/1989) αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Κρήτης, οι Ε. Σ. και Φ. Φ. άσκησαν ενώπιον του Εφετείου Κρήτης την από 28-1-1991 και αριθμό πρωτ. 100/1991 τριτανακοπή τους, εναντίον των διαδίκων της προαναφερόμενης αγωγής και κατά της με αριθμό 43/1989 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Κρήτης, καθώς και τους από 21-10-1991 με αριθ.

πρωτ. 890/1991 πρόσθετους λόγους επί της ως άνω τριτανακοπής και ζητούσαν: α) να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 43/1989 μη εκτελεσθείσα απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εξεδόθη χωρίς να λάβουν μέρος ή να προσκληθούν αλλά και με δόλο και συμπαιγνία των διαδίκων, ως βλάπτουσα αυτούς και θέτοντας σε κίνδυνο τ' έννομα συμφέροντα τους, διότι αντιμετωπίζουν την αποβολή τους από το περιγραφόμενο ακίνητο συγκυριότητάς τους κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και β) την αναγνώριση της (συγ)κυριότητας τους την οποία απέκτησαν με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο επί του περιγραφομένου ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στην έκταση των είκοσι (20) στρεμμάτων που αναγνωρίστηκαν (συγ)κύριοι οι δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή και υποχρεώθηκε ο τρίτος των καθών η τριτανακοπή να τους το αποδώσει.

Επί της τριτανακοπής αυτής και των προσθέτων λόγων εκδόθηκε η 577/1992 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή εκτελέσεως της τριτανακοπτόμενης απόφασης και η διεξαγωγή αποδείξεων. Εν συνεχεία εκδόθηκε η 16/2019 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, η οποία διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και χορήγησε νέα προθεσμία διάρκειας εξ (6) μηνών για διεξαγωγή αποδείξεων, επί θεμάτων που έταξε η προαναφερόμενη απόφαση.

Μετά το πέρας των αποδείξεων και την επαναφορά της υπόθεσης προς περαιτέρω συζήτηση το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση 48/2021, η οποία ανακάλεσε την διάταξη της 576/1992 μη οριστικής απόφασης περί αποδείξεως του ότι οι καθών η τριτανακοπή με δόλο και συμπαιγνία πέτυχαν την έκδοση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, απέρριψε τους πρόσθετους λόγους και δέχθηκε την τριτανακοπή, ακύρωσε την τριτανακοπτόμενη απόφαση, ως προς τους τριτανακόπτοντες στη θέση του δεύτερου εκ των οποίων ήδη είχαν υπεισέλθει οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε κυρίους "των παρακάτω εδαφικών τμημάτων από την ευρύτερη έκταση των 198 στρεμμάτων, η οποία βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Καλαμακίου της Κοινότητας ...

και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Δ., νότια με Σ., ανατολικά με δημόσιο δρόμο και δυτικά με θάλασσα και συγκεκριμένα: 1)τον Ε. Σ. του Ι. ακινήτου εκτάσεως 1800 τ.μ. συνορευόμενου νότια με κοινοτικό δρόμο, βόρεια και δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Φ. και ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Φ. και Τ. - Φ. Μ.. 2) τους Μ.

Φ. του Φ. και Τ. - Φ. Μ. του Μ., μόνους καθολικούς διαδόχους του αρχικώς πρώτου τριτανακόπτοντος Φ. Φ. του Μ., που συνέχισαν στη θέση του την δίκη, συγκυρίους ακινήτου εκτάσεως 2250 τ.μ. συνορευόμενου βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Φ., νότια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ά. Φ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ε.

Σ..

Από την πιο πάνω επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι υφίσταται αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των αναιρεσειόντων και του τέταρτου των αναιρεσιβλήτων, αφού οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων Σ. Φ. του Π. και Ι. Φ. του Π. και ο δικαιοπάροχος του έβδομου των αναιρεσιβλήτων Μ. Φ.ς του Αγγελή, ήταν καθών η τριτανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (42/2021 Εφετείο Αν. Κρτήτης).

Συνεπώς η από 3-2-2022 ένδικη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τους πρώτους κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τέταρτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος θεωρείται ότι και αυτός άσκησε το ένδικο τούτο μέσο, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί. Ωστόσο, εκ του γεγονότος αυτού (ότι η αίτηση στρέφεται και προς αυτόν), θεωρείται ότι αυτός κλήθηκε στη συζήτηση της αιτήσεως, όπως το άρθρο 76 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ αξιώνει, στην οποία παραστάθηκε (Α.Π 1076/2019).

Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583 και 586 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι κάθε τρίτος, ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ' αυτόν η δίκη από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της εκδοθείσας απόφασης, που πρέπει να είναι οριστική και να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης, εφόσον αυτή προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά τον χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα κατά το άρθρο 69 Κ.Πολ.Δικ., με βάση το οποίο θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση, καθόσον αυτό αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 583, σε αντίθεση με τα ένδικα μέσα, όπου η επίκληση απαιτείται μόνον, όταν αυτά ασκούνται από το νικητή διάδικο.

Τέτοιο δικαίωμα μπορεί να είναι και το δικαίωμα κυριότητας, που απέκτησε ο τριτανακόπτων με έκτακτη χρησικτησία, μέχρι το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης, ο οποίος είναι ο κρίσιμος χρόνος, γιατί κατά το χρόνο αυτό, αποκρυσταλλώνεται το δικαίωμα (Α.Π. 880/2023). Ο τρίτος που δεν συμμετείχε στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το δεδικασμένο, μπορεί να ασκήσει ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση τριτανακοπή, απευθυνόμενη καθ' όλων των διαδίκων που μετείχαν στη δίκη, χωρίς άλλη προϋπόθεση, ενώ δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων, δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο α) για τους διαδίκους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται με αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, παρά μόνο μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται η αναψηλάφηση (άρθρ. 333 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) για εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, μόνο αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρ. 586 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 23/1995).

Στη δεύτερη αυτή περίπτωση εντάσσονται και οι ειδικοί διάδοχοι μετά την εκκρεμοδικία. Επίσης, η τριτανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 587 Κ.Πολ.Δ., εισάγεται στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρεμπιπτόντως στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, αν το Δικαστήριο αυτό είναι ισόβαθμο ή ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π 1029/2020).

Στην περίπτωση που ο τρίτος προσβάλλει την απόφαση, η οποία αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο, η τριτανακοπή υποκαθιστά την αναγνωριστική αγωγή του άρθρου 70 ΚΠολΔ και τη διεκδικητική αγωγή, εφόσον αυτός (τρίτος) ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι κύριος ή συγκύριος του επιδίκου ακινήτου και απλώς επιδιώκει την ανατροπή των βλαπτικών συνεπειών της απόφασης απέναντι σ' αυτόν (Α.Π. 880/2023).

Εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάζει την τριτανακοπή, διότι την προσβαλλόμενη απόφαση εξέδωσε το Δικαστήριο τούτο, δεν σωρεύεται παραδεκτώς άλλη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, όπως αίτημα αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής, γιατί προσκρούει στο άρθρο 12 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο αποκλείει την υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας.

Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ και 70, 117, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο αγωγής διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου, απαιτείται, αλλά και αρκεί, ως προς την περιγραφή του πράγματος, να προσδιορίζεται τούτο στο δικόγραφο της αγωγής κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε ουδεμία αμφιβολία να γεννάται για την ταυτότητά του.

Αν δε φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται και ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο (Α.Π. 299/2011). Η περιγραφή αυτή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, εφ' όσον τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (Α.Π. 562/2019, Α.Π. 933/2012).

Για την πληρότητα και το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άνω, κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα ακινήτου, την αμφισβήτηση της κυριότητάς του από τον εναγόμενο ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, για το ορισμένο αυτής αρκεί να γίνει επίκληση της συμβάσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του άμεσου δικαιοπαρόχου του, κυρίου του μεταβιβαζόμενου ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη κύριος ο δικαιοπάροχος αυτός του ενάγοντος, διότι μόνο σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τον εναγόμενο και της κυριότητας αυτού υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει με τις προτάσεις της συζήτησης τον τρόπο της κτήσης αυτής (ΑΠ 1103/2018, ΑΠ 1203/2012).

Αν ο εναγόμενος με τις προτάσεις του της πρωτοβάθμιας δίκης αμφισβητήσει όχι μόνο την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά ειδικά και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του (άμεσου ή και απωτέρων) επί του επιδίκου, τότε ο ενάγων, αν δεν το έχει κάνει καθ' υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής, είναι υποχρεωμένος, με τις προτάσεις της ίδιας πρωτοβάθμιας δίκης, να καθορίσει, με σαφή έκθεση γεγονότων, τον τρόπο κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του και, αν είναι ανάγκη, και των απώτερων δικαιοπαρόχων του, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., φθάνοντας μέχρι πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας, όπως είναι η τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, να επικαλεστεί δε τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες, υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο σαν δικό του (ΑΠ 1589/2008).

Η παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει την αγωγή με τον άνω τρόπο ή καθ' υποφοράν στην αγωγή των άνω στοιχείων, επιφέρει την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης (Α.Π. 1214/2020). Η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τους αριθμούς 8 ή, αναλόγως 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 509/2023, Α.Π. 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 29/2021, Α.Π. 480/2010).

Από το άρθρο 556§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει δηλαδή στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 765/2008, Α.Π. 57/1998).

Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αποφάσεως που έκρινε την αγωγή ορισμένη, πρέπει οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθμ. 8, και 14 του Κ.Πολ.Δ λόγοι αναιρέσεως, να διαλαμβάνουν το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, τα πραγματικά περιστατικά που ελλείπουν και τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη της αγωγής στον νόμο που (εν συνόλω ή κεχωρισμένα) είχαν με αποτέλεσμα την αδυναμία του εναγόμενου να αμυνθεί και ως προς ποίο σημείο ειδικότερα κρίθηκε ότι ήταν πλήρης, (Α.Π 509/2023).

Τέλος δε πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (Α.Π 982/2021).

Με το πρώτο και δεύτερο σκέλη του τέταρτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες των άρθρων 559 αριθμ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα ότι στο δικόγραφο της τριτανακοπής-αγωγής δεν διασαφηνίζεται και δεν καθορίζεται με πληρότητα σε ποιο ακριβώς σημείο του μείζονος ακινήτου των 198 στρεμμάτων, βρίσκεται το επίδικο ακίνητο των τριτανακοπτόντων, ούτε αναφέρουν όλα τα περιστατικά που δικαιολογούν την κτήση κυριότητας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία του τριτανακόπτοντα και ότι τους ισχυρισμούς τους αυτούς περί αοριστίας, προέβαλαν οι δικαιοπάροχοι τους με τις ενώπιον του Δικαστηρίου προτάσεις κατά την πρώτη συζήτηση και με τις μετ' απόδειξη συζητήσεις πλην όμως η αγωγή κρίθηκε αρκούντως ορισμένη.

Με το περιεχόμενο αυτό οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται με πληρότητα και ακρίβεια το περιεχόμενο της αγωγής-τριτανακοπής και των προσθέτων λόγων. Επίσης, δεν προσδιορίζεται ο χρόνος πρότασης του ισχυρισμού περί αοριστίας. Αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε και με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης και με αυτές της μετ' απόδειξη, χωρίς να προσδιορίζονται χρονικά και δεδομένου ότι δεν προσκομίζονται οι προτάσεις των δύο πρώτων των καθών η τριτανακοπή της πρώτης συζήτησης (παρά μόνο οι μετ' απόδειξη) δεν είναι δυνατή η επισκόπηση και ο έλεγχος τους, ώστε να διακριβωθεί εάν πράγματι προβλήθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση, όπως απαιτείτο κατ' άρθον 269 του Κ.Πολ.Δ όπως ίσχυε κατά τον χρόνο προσδιορισμού και συζήτησης της τριτανακοπής και των πρόσθετων λόγων.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο, δηλαδή δέσμευση από την αναγνωριζόμενη στην απόφαση έννομη συνέπεια παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας, δηλαδή τόσο από την καταψηφιστική, όσο και από την αναγνωριστική ή διαπλαστική απόφαση.

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 1/2005). Το δεδικασμένο αφορά το δικαίωμα, το οποίο είχε προβληθεί με την αγωγή με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική αιτία και την συνακόλουθη νομική αιτία των οποίων έγινε η επίκληση, δηλαδή, το ίδιο νομικό γεγονός, το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό κλπ.

της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Από τη διάταξη, επίσης, του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει, ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας.

Ιστορική αιτία είναι τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνεται η αγωγή, νομική δε αιτία η διάταξη του νόμου από την οποία απορρέει το προστατευμένο δικαίωμα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 225 παρ.1 και 2 και 325 αριθ.2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης αυτής, ο ειδικός δε διάδοχος του διαδίκου είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο (άρθρα 319, 488, 614, 858, 1298, 1490 παρ.2 ΑΚ, 210 Ε.Ν.), είτε με πολιτειακή βούληση (όπως λ.χ.

με κατακύρωση σε πλειστηριασμό), δεν αποκτά μεν την ιδιότητα του διαδίκου, δικαιούμενος να ασκήσει παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη, αφού ο νόμος δεν κάνει διάκριση), δεσμεύεται όμως από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη δίκη εκείνη (Α.Π. 1415/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (Ολ.

Α.Π. 963/1985, Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α.Π. 12/2000), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 2001/2009, Α.Π. 558/2008). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όχι μόνον όταν τα "πράγματα" δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996) και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σε αυτή (Ολ. Α.Π. 294/1981) και το δικαστήριο της ουσίας τα έλαβε υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως (Α.Π. 728/2010), όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσεως ή λήψεως υπόψη γεγονότων, μη περιεχομένων στην αγωγή ή προτάσεως νέων ισχυρισμών, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου 269 του ΚΠολΔ - το οποίο ήδη έχει καταργηθεί με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015).

Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που προτάθηκε απαραδέκτως, τον οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν, ιδρύονται παράλληλα και οι δύο αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 8 και τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 376/2018, Α.Π. 724/2011, Α.Π. 389/2010, Α.Π. 728/2010, Α.Π. 128/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου και αποφασίζει, με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, Σύμφωνα με το άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε κατά τον χρόνο ορισμού της συζήτησης της ένδικης τριτανακοπής "Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.

Ως την πρώτη συζήτηση της αγωγής μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (Ολ.

Α.Π. 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (Α.Π 696/2021ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1636/201,Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011, Α.Π. 1261/1993). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης, από το άρθρο 111 του Κ.Πολ.Δ., αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το, κατά τα ανωτέρω, απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής, με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.

Α.Π. 2/1994, ΑΠ 1183/2015, Α.Π. 962/2012, Α.Π. 389/2010). Δεν συνιστά μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η παροχή διευκρινίσεων επ` αυτής με τις προτάσεις του ενάγοντος, την οποία ρητώς επιτρέπει η διάταξη του άρθρου 224 του Κ.Πολ.Δ.(Α.Π 816/2022), εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π 693/2022, Α.Π. 74/2018, Α.Π. 1530/2008, Α.Π. 559/2008). Η παραπάνω δε διάταξη εφαρμόζεται όχι μόνο επί αγωγής αλλά και σε κάθε άλλο ένδικο βοήθημα, όπως είναι η τριτανακοπή.

Αυτονόητη προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, είναι, στην ως άνω μεταβολή, να προέβη ο διάδικος και, στη συνέχεια, να κρίνει αυτήν παραδεκτή το Δικαστήριο της ουσίας και να την ερευνήσει περαιτέρω (Α.Π 816/2022, Α.Π. 1152/2017 Α.Π. 1765/2005). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 585 Κ.Πολ.Δ. "1.

Οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτηση στο ακροατήριο εφαρμόζονται και στην ανακοπή. 2. Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (Α.Π 742/2023).

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τα δύο πρώτα σκέλη του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου τους, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη την μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένδικης τριτανακοπής.

Ειδικότερα κατά τις αιτιάσεις του λόγου αυτού, κατά τους ισχυρισμούς της ένδικης τριτανακοπής οι τριτανακόπτοντες ιστορούσαν ότι το ακίνητο τους, του οποίου έγιναν (συγ)κύριοι κατ' ισομοιρία, με πρωτότυπο και με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του 2.218/19-12-1980 συμβολαίου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, κατόπιν αγοράς από τον τρίτο των καθών η τριτανακοπή Μ.

Φ., ευρίσκεται εντός του επίδικου ακινήτου των είκοσι στρεμμάτων του οποίου την κυριότητα αναγνωρίζει στους δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπτόμενη απόφαση και της οποίας το δεδικασμένο επεκτείνεται και σ'αυτούς και ότι υπήρχε δόλος και συμπαιγνία των καθών η τριτανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση.

Παρά δε τα ανωτέρω ιστορούμενα οι τριτανακόπτοντες μετέβαλαν την ιστορική βάση της τριτανακοπής με τις από 11-01-2021 προτάσεις τους, κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση, στις οποίες υποστήριξαν ότι δεν υπήρξε μεταξύ των καθών η τριτανακοπή συμπαιγνία και η διαφορά τους ήταν πραγματική και αφορούσε αδιανέμητο τμήμα του όλου αρχικού ακινήτου των 100 μουζουρίων, το οποίο βρισκόταν μπροστά στη θάλασσα από το οποίο ο τρίτος των καθών η τριτανακοπή τους πώλησε το επίδικο, μεταβάλλοντας με τον τρόπο αυτό απαραδέκτως την ανωτέρω ιστορική βάση της τριτανακοπής και το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη, τους ως άνω απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμούς των τριτανακοπτόντων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του πιο πάνω αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι: Με την από 28-01-1991 τριτανακοπή και με αριθμ. 100/1991 και τους από 21-10-1991 και με αριθμ. 890/1991 πρόσθετους λόγους, οι τριτανακόπτοντες ζητούσαν να ακυρωθεί η τριτανακοπτόμενη απόφαση και αναγνωριστούν αυτοί (συγ)κύριοι του περιγραφόμενου ακινήτου.

Ειδικότερα δε ανέφεραν στην ένδικη τριτανακοπή τους ότι "Επειδή κατά τα πιο πάνω το περιεχόμενο της πρσσβαλλομένης 43/1989 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, που αναφέρει στο αιτιολογικό της ότι ολόκληρο το κτήμα που ανήκε στον Ε.. Φ. και περιγράφεται προς βορρά με ιδιοκτησία Γ. Δ. προς Νότο με Σ., προς Ανατολάς με Δημόσιο Δρόμο που οδηγεί προς Κ.

και Τ. και Δυτικά με θαλασσα, συνολικής εκτάσεως 198.393,36 τ.μ., που το ιδιοκατείχαν και το ενέμοντο ανέκαθεν τα παιδιά του Ε.. Φ., στον οποίο αρχικά ανήκε και από τον οποίο το εκληρονόμησαν οι κατιάντες του, ανήκει στο Σ. Π.. Φ. και Ι. Π.. Φ., είναι πεπλανημένο σφαλερό και αντιπραγματικό.

Επειδή μέσα στο κτήμα αυτό κείνται οι ιδιοκτησίες μας προερχομένη από κληρονομιά του Ε.. Φ. έχοντας την πιο κάτω περιγραφόμενη έκταση και θέση και προέλευση για τον καθένα από εμάς και ειδικότερα. Ο πρώτος και δεύτερος από εμάς (Ε. Σ.ς και Φ. Φ.) με το υπ' αριθμ. 2.218/19-12-80, συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χριστόφορου Ρασιδάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Βόρρων στον τόμο 202 με αριθμ.

μεταγραφής 22.234 αγόρασαν κατ' ισομοιρία και εξ αδιαθέτου, από τον Μ. Φ. του Α., κατ. Κ., ακίνητο εκτάσεως 4.050 τ.μ. που βρίσκεται στην Κτηματική Περιφέρεια της Κοινότητας Κ. Ειρηνοδικείου Μοιρών, που συνορεύει βόρεια και σε πλευρά Γ-Δ μήκους 81,00μ, με κληρονόμους Α. Φ., νότια και σε πλευρά Α-Β μήκους 81 μ με κοινοτική οδό, Ανατολικά και σε πλευρά Β-Γ μήκους 50 μ με κληρονόμους Α.

Φ. και δυτικά και σε πλευρά Α-Δ μήκους 50 μ. με κληρονόμους Α. Φ. και πέραν τούτων με ιδιοκτησίες Ν. Χ. και Κ./νου Π., όπως αυτό αποτυπώνεται..... Επί του παραπάνω ακινήτου και σε τμήμα του, έχει ανεγείρει πρώτος από εμάς σκελετό διόροφης οικοδομής το οποίο προορίζει για ξενοδοχείο και έχει κτίσει επίσης οικία παραθεριστική, εμβαδού 70 τ.μ περίπου και στο υπόλοιπο τμήμα του ο δεύτερος από εμάς έχει αναγείρει σκελετό διόροφης οικοδομής την οποία προορίζει για Ξενοδοχείο.

Το παραπάνω ακίνητο το απόκτησε ο προκτήτορας μας Μ.. Φ. από κληρονομιά του κατά το έτος 1942 αποβιώσσντος άνευ διαθήκης πατέρα του Α. Φ. του Σταύρου και της Κυριακής, κατοίκου εν ζωή Κ. έπειτα από άτυπη προφορική διανομή μεταξύ όλων των κληρονόμων του αρχικού δικτοπαροχου Ε.. Φ., μεταξύ των οποίων και οι κληρονόμοι του Α.

Φ., ένας εκ των οποίων ήταν και ο δικαιοπάροχός μας Μ.. Φ.. Η παραπάνω διανομή έλαβε χώρα το 1958. Επειδή το ακίνητό μας βρίσκεται εντός του επιδίκου, του οποίου την κυριότητα αναγνωρίζει στους δύο πρώτους των καθών η τριτανακοπτόμενη απόφαση της οποίας το δεδικασμένο επεκτείνεται και σε μας μιας και προσβάλλει άμεσα το δικαίωμα κυριότητας νομής και κατοχής μας που έχομε νόμιμα, επί του πιο πάνω ακινήτου του οποίου τη νομή και κατοχή ασκούσαμε ανελειπώς και αδιαταράκτως με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και βάσει νόμιμου τίτλου από το έτος 1980, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.

Επειδή δεν ελάβαμε γνώση και μέρος στις δίκες μεταξύ των δύο πρώτων των καθ'ων και του δικαιοπαρόχου μας Μ.. Φ., αποτέλεσμα των οποίαν ήταν να συμπεριληφθεί παρανόμως το ακίνητο μας επί του επιδίκου, εν γνώσει του Μ. Φ., ο οποίος εγνώριζε την αλήθεια και την πραγματικότητα (ότι δηλαδή είχαμε γίνει νομότυπα κύριοι αυτού χωρίς να ενοχληθούμε τόσα χρόνια), παρόλα αυτά, την απέκρυψε δολίως και σε συμπαιγνία με τους δύο πρώτους των καθ'ων και τότε ενάγοντες, με σκοπό την προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας νομής και κατοχής μας επί του πιο πάνω περιγραφόμενου ακινήτου.

Επειδή θίγεται άμεσα το δικαίωμα κυριότητας νομής και κατοχής μας επί του πιο πάνω ακινήτου μας, το οποίο η τριτονακοπτόμενη απόφαση πεπλανημένως και εσφαλμένως και εξ αιτίας του δόλου και της συμπαιγνίας των τότε διαδίκων και νυν καθών που περιγράφω λεπτομερέστατα παρακάνω συμπεριέλαβε στο επίδικο. Επειδή οι παραδοχές αυτές της αποφάσεως αυτής προκαλούν βλάβη και θέτουν σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα μας επί των ιδιοκτησιών αυτών, διότι ήδη μάλιστα απειλούν οι καθών ότι θα διεκδικήσουν τις ιδιοκτησίες μας .....

Επειδή οι καθ' ων ενέργησαν με δόλο προς εξαπάτηση του Δικαστηρίου ....." Στους δε πρόσθετους λόγους αναφέρεται ότι "....Στην τριτανακοπή μας σαφώς αναφερόμεθα στο δόλο των καθών .....ανεξάρτητα από το ότι το στοιχείο του δόλου απαιτείται μόνο για όσους αντλούν τα δικαιώματά τους από τον Μ. Φ. και εμπίπτουν στα επιδικαζόμενα 20 στρέμματα με την προσβαλλόμενη απόφαση στους α και β των καθών, όπως είναι όσοι περιλαμβάνονται στην συνεκδικαζόμενη τριτανακοπή με αριθμ.

πρωτ 100 (Σ., Φ.)......Η βλάβη δε για όλους στηρίζεται στο αιτιολογικό της απόφασης κατά τα πιο πάνω. Για δε τους από μας αναφερόμενους στην τριτανακοπή των Σ.-Φ., η βλάβη προκύπτει και από το αιτιολογικό και από το διατακτικό....". Επίσης η υπ' αριθμ. 577/1992 απόφαση, με την οποία ετάχθησαν θέματα αποδείξεως, ως προς το περιεχόμενο της τριτανακοπής αναφέρει ότι "Η υπό κρίση τριτανακοπή και του συνεκδικαζομένου προσθέτου λόγου αυτής με την οποία ζητείται α) η ακύρωση της μη εκτελεσθείσας υπ' αριθμ. 43/1989 αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου που εξεδόθη χωρίς να λάβουν μέρος ή να προσκληθούν οι τριτανακόπτοντες αλλά και με δόλο και συμπαιγνία των διαδίκων και εδέχθη διεκδικητική ακινήτου 20 στρεμμάτων αγωγή των α και β των καθών κατά του γ τούτων, ως βλάπτουσας αυτούς και θέτουσα σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα τους διότι αντιμετωπίζουν την απειλή αποβολής εξ ακινήτων, περιλαμβανομένων στην επιδικασθείσα έκταση και ανηκόντων σ αυτούς κατά κυριότητα και β) η αναγνώριση της κυριότητάς τους επί των εν λόγω ακινήτων την οποία απέκτησαν κατά παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο δια προσμετρήσεως το χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, είναι νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων.....".

Στην προσβαλλόμενη δε απόφαση (υπ' αριθμ. 48/2021 Τριμελούς Εφετείου Αν. Κρήτης) αναφέρεται ότι "Με την υπό κρίση τριτανακοπή τους, οι τριτανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης ισχυριζόμενοι, εκτός των άλλων, ότι εκδόθηκε αυτή με δόλο και συμπαιγνία όλων των διαδίκων εκείνης της δίκης καθών η τριτανακοπή και με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της, τον ίδιο αυτό ισχυρισμό διευκρίνισαν και συμπλήρωσαν, ως προς τα περιστατικά θεμελίωσής του.

Το Εφετείο Κρήτης με την με αριθμό 576/1992 προαναφερθείσα μη οριστική του απόφαση, στις εμμάρτυρες αποδείξεις που διέταξε, για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της τριατανακοπής και των πρόσθετων λόγων της, διέταξε και την απόδειξη του ότι οι καθών η τριτανακοπή με δόλο και συμπαιγνία πέτυχαν την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης.

Όμως οι τριτανακόπτοντες είναι κύριοι, κατά τα υποστηριζόμενα από αυτούς, ακινήτων που αποτελούν διακεκριμένα τμήματα της ευρύτερης έκτασης των 198 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελεί και η, στην δίκη εκείνη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διεκδικούμενη έκταση των 20 στρεμμάτων, άρα είναι τρίτοι, που δεν μετείχαν στην δίκη και δεν δεσμεύονται από το δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από την προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δεν απαιτείται, για την νομότυπη άσκηση της τριτανακοπής, η επίκληση από τους τριατανακόπτοντες περιστατικών που να θεμελιώνουν δόλο και συμπαιγνία των αντιδίκων τους. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να ανακληθεί η μη οριστική διάταξη της με αρ. 576/1992 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, περί απόδειξης περιστατικών δόλου και συμπαιγνίας των καθών η τριτανακοπή και ο σχετικός λόγος της τριτανακοπής και μόνος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της, είναι άνευ αντικειμένου και πρέπει να απορριφθεί".

Στη συνέχεια δε διαλαμβάνεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον ενδιαφέροντα ως άνω αναιρετικό λόγο ότι "....Έτσι, το έτος 1900 εντός του αγροτεμαχίου των 100 μουζουρίων, αρχικής ιδιοκτησίας Ε. Φ. ή Φ. υπήρχαν: Α. Περίπου 20 αμπέλια με έκταση 1-4 μουζούρια το καθένα, τα οποία είχαν φυτευθεί από κατοίκους της Κοινότητας Κ., κατόπιν αδείας της Εκκλησίας και των κληρονόμων του Ε.

Φ.. Β. Αμπέλια με έκταση 1-8 μουζούρια το καθένα, ιδιοκτησίας των κληρονόμων Ε. Φ.. Γ. Αδιανέμητη έκταση, που ανήκε σε όλα τα τέκνα του Φ. και την προστάτευαν από τρίτους. Ειδικότερα, υπήρχαν μικρότερα αγροτεμάχια-άμπελοι όλων των τέκνων του και αναλυτικότερα: Α) Ο Σ. Φ., προπάππους του τρίτου των καθών η τριτανακοπή, κατείχε έκταση πλησίον του αιγιαλού.

Εν συνεχεία το βόρειο τμήμα αυτής, συνορεύον με ιδιοκτησία Δ. κατέλειπε στον υιό του Α. Φ., ενώ το νότιο, συνορεύον με τον ρύακα ή σφακόρυακο κατέλειπε στον έτερο υιό του Ν. Φ. ή Β., το οποίο απέκτησαν οι θυγατέρες του Μ., Κ. και Α. Φ., μετά τον θάνατο του το έτος 1942 και αργότερα πώλησαν στον Ανδρόνικο Γιάννου και στον Ν.

Χ. δια των με αριθμό 4188/1979, 4190/1979 και 4283/1979 νόμιμα μεταγεγραμμένων συμβολαίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.. Σ., ήτοι ακίνητο εκτάσεως 26.902 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Φ., νότια με Σ., ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Δ. Φ. του Ε. (Φ.) και δυτικά με θάλασσα.....Από το σύνολο όλων των παραπάνω περιστατικών, σαφώς αποδείχθηκε ότι το μείζον αγροτεμάχιο των 198 στρεμμάτων ανήκε αρχικά στον Ε.

Φ., περιήλθε ακολούθως στα έξι τέκνα του (και εν συνεχεία στους κατιόντες αυτών), διανεμήθηκε μεταξύ τους το έτος 1958 σε έξι μεγάλες εδαφικές λωρίδες και έκαστος στο μερίδιό του ασκούσε με διάνοια κυρίου κάθε νόμιμη διακατοχική πράξη σύμφωνα με τον προορισμό του (καλλιέργεια αμπέλου, ενοικίαση, επίβλεψη, αμμοληψία, ανέγερση οικοδομών κλπ) συνεχώς και αδιαλείπτως για χρόνο πέραν της εικοσαετίας.

Ωστόσο, οι εγγονοί του Γ. Φ., αρχικώς δύο πρώτοι των καθών η τριτανακοπή, Σ. Φ. και Ι. Φ. στη από 14-7-1971 και - με αριθ. καταθ. 368/1971 διεκδικητική αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι εκτάσεως περίπου 20 στρεμμάτων στη θέση "...", ως τμήμα του ως άνω μείζονος ακινήτου των 198 στρεμμάτων και να τους αποδοθεί από τον εναγόμενο αρχικώς τρίτο καθού η τριτανακοπή Μ.

Φ., ισχυριζόμενοι ότι το μείζον αυτό ακίνητο ανήκε αρχικά στην αποκλειστική κυριότητα του πατρός τους Π. Φ., στον οποίο είχε περιέλθει με αγορά τμήματός του παρά του πατρός του Γ. Φ., με το με αρ 4089/1902 προαναφερθέν συμβόλαιο και με αγορά τμήματός του παρά της μητρός του Γαριφαλιάς Φιτσάκη, με το με αρ 3381/1913 προαναφερθέν συμβόλαιο, ο οποίος έκτοτε το νεμόταν διανοία κυρίου ασκώντας πράξεις νομής και ακολούθως το νεμόταν οι ίδιοι ασκώντας πράξεις νομής, για χρόνο πλέον της εικοσαετίας, ήτοι ισχυριζόμενοι γεγονότα, που όπως προεκτέθηκε, ήταν αναληθή, αν και πέτυχαν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή τους.

Περαιτέρω ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Ε.. Σ. (πρώτος τριτανακόπτων) και ο αρχικώς δεύτερος τριτανακόπτων Φ. Φ., απέκτησαν τμήμα της έκτασης των 198 στρεμμάτων, με το με αριθμό 3218/19.12.1980 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χριστόφορου Ρασιδάκη, νομίμως μεταγεγραμμένου δια αγοράς από τον Μ. Φ. το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Κ.

Ηρακλείου στη θέση "Καλαμάκι" και δη ακίνητο εκτάσεως 4.050 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς Γ-Δ μήκους 81 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Φ., νότια με πλευρά Α-Β μήκους 81 μέτρων με κοινοτικό δρόμο, Ανατολικά επί πλευράς Β-Γ μήκους 50 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Φ. και δυτικά επί πλευράς Α-Δ μήκους 50 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.

Φ.. Στη συνέχεια με την αριθμ.4880/29.6.1984 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χριστόφορου Ρασιδάκη, νόμιμα μεταγεγραμμένης συστήθηκαν δύο διηρημένες αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες από τις οποίες η μία αποτελεί το Δυτικό τμήμα του παραπάνω ακινήτου εμβαδού 1.800τ.μ.

με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ με οικοδομήσιμη επιφάνεια 60 τ.μ. την οποία έλαβε ο Φ. Φ. και η άλλη η οποία αποτελεί το Ανατολικό τμήμα της οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 2.250τ.μ. με οικοδομήσιμη επιφάνεια 72 τ.μ. την οποία έλαβε ο Ε. Σ.ς. Στην οριζόντια ιδιοκτησία που έλαβε ο τελευταίος ανέγειρε οικοδομή δυνάμει της με αριθ.51/1995 άδειας του Πολεοδομικού γραφείου Μοιρών και ειδικότερα ένα ισόγειο κατάστημα 43τ.μ.

και πισίνα 109,37τ.μ. Τέλος μετά το θάνατο του δεύτερου τριτανακόπτοντος Φ. Φ. στις 9.3.2017 το παραπάνω ακίνητο (δυτικό τμήμα), κληρονομήθηκε δυνάμει της με χρονολογίας 5.4.2016 ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία δημοσιεύτηκε με το αριθ.63/4.5.2017 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Μοιρών, από τον υιό του Μ. Φ. και τον εγγονό του Τ.-Φ.

Φ., που συνεχίζουν τη δίκη, μετά την αποποίηση των λοιπών κληρονόμων του. Ο δικαιοπάροχος των τριτανακοπτόντων Μ. Φ.ς είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Α. Φ., στον οποίο περιήλθε ως κληρονόμος του πατέρα του Σ. Φ.. Έτσι οι τριτανακόπτοντες κατέστησαν κύριοι των ως άνω αντίστοιχα αναφερόμενων ακινήτων, με τους αντίστοιχα προαναφερθέντες τίτλους, αποκτώντας από αληθείς κυρίους.

Το αίτημα του Ε.. Σ. και των διαδόχων του Φ. Φ. για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η ταυτότητα των ακινήτων που περιλαμβάνονται στους ως άνω τίτλους, πρέπει να απορριφθεί, διότι το γεγονός ότι τούτα βρίσκονται εντός του μείζονος ακινήτου των 198 στρεμμάτων δεν αμφισβητείται από τους καθών η τριτανακοπή.

Εξάλλου, στα ως άνω αντίστοιχα αναφερόμενα ακίνητα, κυριότητα απέκτησαν οι τριτανακόπτοντες και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενοι με καλή πίστη και βάσει των ως άνω τίτλων, οι ίδιοι αλλά και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους, διανοία κυρίου έκαστος και ασκώντας επ' αυτών πράξεις νομής και δη καλλιέργεια αμπέλου, επίβλεψη, ενοικίαση, αμμοληψία, οικοδόμηση κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 35 ετών μέχρι την άσκηση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, προσμετρώντας και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Από τις αιτιολογίες όμως της τριτανακοπτόμενης απόφασης, όπως αυτές προεκτέθηκαν, θίγονται τα έννομα συμφέροντα των τριτανακοπτόντων, δεδομένου ότι τα εν λόγω ακίνητά κυριότητάς τους, περιλαμβάνονται στην ευρύτερη έκταση των 198 στρεμμάτων, έκταση που με την προσβαλλομένη κρίθηκε ότι ανήκει στους πρώτο και δεύτερο των καθών η τριατανακοπή.

Πρέπει επομένως, δεκτής γενομένης της τριτανακοπής ως κατ'ουσίαν βάσιμης, να ακυρωθεί ως προς τους τριτανακόπτοντες η με αριθμό 43/1989 προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Κρήτης και να αναγνωριστούν αυτοί κύριοι των επιδίκων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.....". Με βάση την τριτανακοπή και τους πρόσθετους λόγους, καθίσταται σαφές ότι οι τριτανακόπτοντες, άσκησαν, το ως άνω ένδικο βοήθημα, ως ειδικοί διάδοχοι του τρίτου των καθών η τριτανακοπή μετά την εκκρεμοδικία της κύριας αγωγής, επικαλούμενοι δόλο και συμπαιγνία των καθών η τριτανακοπή (διαδίκων της κύριας αγωγής), καθώς και (συγ)κυριότητα, επί τμήματος 4.045 τ.μ., το οποίο αγόρασαν από τον τρίτο των καθών η τριτανακοπή Μ.

Φ., το έτος 1980 και το οποίο ενέπιπτε στην έκταση των είκοσι στρεμμάτων (20) που οι τελευταίος υποχρεώθηκε να αποδώσει στους δύο πρώτους που αναγνωρίστηκαν κύριοι με την αμετάκλητη τριτανακοπτόμενη απόφαση, θεμελιώνοντας την τριτανακοπή και τους πρόσθετους λόγους στο άρθρο 586 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη διαλαμβάνονται.

Παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τους επικαλούμενους με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζήτησης και συναγόμενους, συμπερασματικώς, από τις αποδείξεις ισχυρισμούς των τριτανακοπτόντων, ότι αυτοί κατέστησαν κύριοι κατόπιν αγοράς από τον Μ.. Φ. αλλά και με χρησικτησία διακεκριμένων τμημάτων της ευρύτερης έκτασης των 198 στρεμμάτων, τμήμα της οποίας αποτελεί και η έκταση των 20 στρεμμάτων και άρα είναι τρίτοι που δεν δεσμεύονται από το δεδικασμένο και ότι από τις αιτιολογίες της τριτανακοπτόμενης απόφασης θίγονται τα έννομα συμφέροντα τους, δεδομένου ότι τα εν λόγω ακίνητα κυριότητας τους περιλαμβάνονται στην ευρύτερη έκταση των 198 στρεμμάτων, έκταση που με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης κρίθηκε ότι ανήκει στους πρώτο και δεύτερο των καθών η τριτανακοπή επιχειρώντας να θεμελιώσουν την ένδικη τριτανακοπή στη διάταξη του άρθρου 586 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ..

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς που προτάθηκαν απαραδέκτως από τους τριτανακόπτοντες, κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση, ως συναγόμενους από τις αποδείξεις, οι οποίοι αποτελούσαν κατ' άρθ. 224 του Κ.Πολ.Δ. ανεπίτρεπτη προσθήκη νέων περιστατικών, με τα οποία μεταβαλλόταν η ιστορική βάση της τριτανακοπής και των προσθέτων λόγων, υπέπεσε στις πλημμέλειες, από το άρθρο 559 αριθ.14, που, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο και 8, που παρά τον νόμο, δέχθηκε πράγματα απαραδέκτως προταθέντα. Κατά συνέπεια τούτων είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης ως προς τα προαναφερόμενα δύο σκέλη του, με τα οποία προβάλλονται οι σχετικές αιτιάσεις και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω δε, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπολοίπων λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους πρώτη, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-02-2022 αίτηση αναίρεσης των Μ. χήρας Π. Α. και Σ. Τ. του Ν., της υπ' αριθμ. 48/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατ. Κρήτης, ως προς τον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων (Α. ή Ά. Φ.).

Αναιρεί την 48/2021 απόφαση του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ