Legislator Case Law & Legislation
1109/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where assignee sues debtor without proving public notice of assignment under Greek Civil Code.

Case Number 1109/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a lower court ruling that rejected its lawsuit against the debtor. The debtor argued the claim had been assigned to the Agricultural Bank of Greece, but the court found the assignment was contractual and required public notice under Article 460 of the Civil Code. Since the debtor paid the original creditor before notice, the assignment was ineffective, and the insurance company lacked standing to sue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 455, 460, 461, 462 of the Civil Code; An assignee acquires the right to sue the debtor only after public notice of the assignment, rendering the assignor's subsequent suit without notice inadmissible.

Keywords

AI generated
assignment of claim public notice requirement assignor standing contractual assignment Civil Code provisions assignment for security lack of notice

Cited Legislation

AI generated
Articles 455, 460, 461 and 462 of the Civil Code
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 1 and 8 of the Code of Civil Procedure
Law 17/07/1923 on special provisions for anonymous companies

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1109 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1109/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της εταιρείας "…", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-11-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Αμπουλίδου, η οποία ανακάλεσε την από 8-11-2019 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 900/1998 μη οριστική, 5806/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 723/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ συνάγεται ότι, η σύμβαση εκχωρήσεως έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της απαιτήσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που, μετά την αναγγελία, καθίσταται ο μόνος δικαιούχος αυτής, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 1725/2014) Το ίδιο ισχύει και επί της εκχωρήσεως που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση).

Και στη μορφή αυτή εκχωρήσεως αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρητή με την απαίτηση, την οποία αποκτά πλήρως ο εκδοχέας, που καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ' αυτό. Έτσι ο εκχωρητής απαραδέκτως ασκεί κατά του οφειλέτη αγωγή με την οποία επιδιώκει να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στον εκδοχέα την απαίτηση (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 114/2008).

Ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και τους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη, γι' αυτό και ο οφειλέτης ελευθερώνεται αν πριν την αναγγελία καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση αφέσεως(ΑΠ 1216/1995). Οπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 158, 455, 458, 460,462 ΑΚ, η αναγγελία της εκχωρήσεως η οποία είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εκδοχέας να ασκήσει κατά του οφειλέτη τα δικαιώματα που πηγάζουν από την εκχώρηση και να αξιώσει την καταβολή της απαιτήσεως που του εκχωρήθηκε δεν υποβάλλεται σε πανηγυρικό τύπο.

Έτσι μπορεί να γίνει εγγράφως ή προφορικώς, όπως και με επίδοση αγωγής του εκδοχέα για την καταβολή της εν λόγω απαιτήσεως.. Η επίδοση αυτή συνιστά αναγγελία της εκχωρήσεως, χωρίς να είναι αναγκαίο τούτο να αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής..Εξάλλου περιεχόμενο της αναγγελίας πρέπει να είναι ό,τι εκ της συμβάσεως της εκχωρήσεως ενδιαφέρει τον οφειλέτη και συγκεκριμένα αυτή η ίδια η εκχώρηση, το πρόσωπο εκχωρητού και εκδοχέως, η εκχωρηθείσα απαίτηση και οι όροι της εκχωρήσεως όσοι ενδιαφέρουν τον οφειλέτη.

Επίδοση του εκχωρητηρίου ή αντιγράφου του περιεχομένου αυτού στο έγγραφο της αναγγελίας δεν απαιτείται. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 455επ.,458 και 462 ΑΚ προκύπτει ότι η απαίτηση του εκχωρητή μεταβιβάζεται όπως είναι στον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται δανειστής και ασκεί στο δικό του όνομα τις αγωγές τις οποίες μπορούσε και ο εκχωρητής να ασκήσει προς ικανοποίησή του, μη δυνάμενος μόνο να επικαλεστεί προνόμια συνδεόμενα προς το πρόσωπο του εκχωρητή δανειστή.

Επί εκχωρήσεως δε, ο οφειλέτης οφείλει να εκπληρώσει την παροχή κατά την έκταση και κατά τον τρόπο, τόπο και χρόνο που υποχρεούτο να εκπληρώσει αυτή (παροχή) και προς τον εκχωρητή. Δηλαδή η εκχώρηση δικαιώματος έχει σαν αποτέλεσμα τη συμμεταβίβαση όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων με παρακολουθηματικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη μνεία αυτών.

Εξάλλου κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 460 ΑΚ περιεχόμενο της αναγγελίας είναι η γνωστοποίηση στον οφειλέτη του προσώπου του νέου δανειστή-εκδοχέα και επί πλέον να εξειδικεύεται η κρίσιμη απαίτηση που εκχωρήθηκε, εκτός εάν η ταυτότητα της τελευταίας (απαίτησης) προκύπτει από τις περιρρέουσες πραγματικές συνθήκες.Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 194 του ΕμπΝ," η εκχώρησις του δικαιώματος απέναντι του ασφαλιστού γίνεται δια μεταβιβάσεως του ασφαλιστηρίου, δυνάμει δηλώσεως, υπογραφομένης παρά του εκχωρητού και του εκδοχέως".

Περαιτέρω, τα άρθρα 455 επ. ΑΚ και 194 παρ.3 του Εμπ.Ν (το οποίο καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 33 παρ.2 του ν.2496/1997), υπό την ισχύ των οποίων συνομολογήθηκαν οι επίμαχες συμβάσεις, θεσπίζουν δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους συντελείται η εκχώρηση της ασφαλιστικής απαίτησης πριν από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως.

Οι τρόποι αυτοί είναι η σύμβαση μεταξύ εκχωρούντος και αποκτώντος την απαίτηση και η μεταβίβαση του ασφαλιστηρίου. Και οι δύο όμως περιορίζονται στην άτυπη συμφωνία μεταξύ εκχωρητού και εκδοχέως, χωρίς να ανάγουν τη συναίνεση του οφειλέτη σε "πραγματικό" της εκχώρησης. Η τελευταία μπορεί να συσταθεί και για την εξασφάλιση απαιτήσεων των Τραπεζών από την παροχή δανείων.

Αλλά και η καταπιστευματική αυτή μορφή της εκχώρησης συνιστάται με συμφωνία εκχωρητού και εκδοχέως (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 987/2004). Η διάταξη του άρθρου 194 παρ.3 του ΕμπΝ δεν αναιρεί τη διάταξη του άρθρου 455 του ΑΚ και λαμβανομένου υπόψη ότι το ασφαλιστήριο είναι αποδεικτικό μόνο στοιχείο της σύμβασης ασφάλισης και αυτή μπορεί να υπάρχει και χωρίς ασφαλιστήριο, η εκχώρηση της σύμβασης ασφάλισης μπορεί να πραγματοποιηθεί, με οποιαδήποτε από τις διατάξεις αυτές.

Αλλά και η καταπιστευτική αυτή μορφή της εκχωρήσεως επέρχεται και εκ του νόμου, εάν η απαίτηση ενεχυρασθεί προς την ανώνυμη εταιρία. Τέτοια εκ του νόμου εκχώρηση εισάγει το άρθρο 39 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΑΚ και, ακολούθως, με το άρθρο 52 παρ. 3 ΕισΚΠολΔ, ορίζοντας ότι εάν αντικείμενο ενεχυριάσεως είναι απαίτηση ονομαστική του οφειλέτου κατά τρίτου, η ενεχυρίαση συνεπάγεται εκχώρηση της απαιτήσεως από τον οφειλέτη προς την πιστώτρια (ΑΠ 987/2004).

Περαιτέρω με το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν.2496/1997 " με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον (παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η απαίτησή του (ασφαλιστική περίπτωση).

Η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι διαφορετικό πρόσωπο, τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης...".

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006) Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1/2019, ΑΠ 24/2015).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες . Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος των τα εξής: "Ο ενάγων είχε αντικείμενο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας την εμπορία και επεξεργασία καπνών. Αρχές του έτους 1994, ο ενάγων αγόρασε, με σκοπό την επεξεργασία και μεταπώληση, από παραγωγούς καπνών του νομού Αργολίδας, 378.360 κιλά καπνών ποικιλίας "μαύρα", εσοδείας του έτους 1993 αντί τιμήματος 150 δραχμές ανά κιλό για τα 189.571 κιλά και τιμήματος 143 ευρώ ανά κιλό για τα 188.789 κιλά, τα οποία αποθήκευσε σε αποθήκη που βρίσκεται στο χωρίο ...

Το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο έως και τον Οκτώβριο του έτους 1994, ο ενάγων μετέφερε την ποσότητα αυτή των καπνών (378.360 κιλά) στα … προς επεξεργασία και τα αποθήκευσε σε δύο αποθήκες στις εκεί εγκαταστάσεις της …, ιδιοκτησίας Ο.. Ειδικότερα αποθήκευσε τις ποσότητες αυτές καπνών στις αποθήκες με αριθμούς 13 και 3, επιφανείας περίπου 525 τμ κάθε μιας.

Τέλος του έτους 1994 αρχές του έτους 1995, το μεγαλύτερο μέρος των καπνών του ενάγοντα μεταφέρθηκε από την αποθήκη 3 στην αποθήκη 13. Πρωινές ώρες της 25ης-9-1995 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην αποθήκη 13, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοκληρωτικά η ποσότητα καπνών που ήταν αποθηκευμένα στην αποθήκη αυτή (με αριθμό 13).

Όσα καπνά δεν καταστράφηκαν από την πυρκαγιά καταστράφηκαν από τις μεγάλες ποσότητες νερού με τις οποίες καταβρέχθηκαν από τους πυροσβέστες, στην προσπάθεια των τελευταίων να κατασβέσουν την πυρκαγιά και να αποτρέψουν ενδεχόμενη αναζωπύρωση. Η πυρκαγιά αυτή δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε εμπρησμό.

Η ποσότητα των καπνών του ενάγοντα ήταν αποθηκευμένη στην αποθήκη με αριθμό 13 και καταστράφηκε ολοσχερώς ανέρχεται σε 7,000 δέματα, με μέσο όρο βάρους κάθε δέματος τα 41,79 κιλά, ήτοι συνολικά ανέρχεται σε 292.530 κιλά (7.000 Χ 41,79 = 292.530). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα από α) την από 30-4-1996 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε, κατόπιν εντολής της εναγομένης, από την εταιρεία "…", με την χρησιμοποίηση των πραγματογνωμόνων Ν.

Μ., Α. Κ., Σ. Π., Γ. Π., οι οποίοι επισκέφθηκαν την αποθήκη 13, την επόμενη ημέρα της πυρκαγιάς και εκτίμησαν την καταστραφείσα ποσότητα καπνών κατ' ανώτατο όριο σε 7.000 δέματα, μέσου όρου βάρους 41,79 κιλά ανά δέμα και β) το από … έγγραφο του Εθνικού Οργανισμού Καπνού, κατά το οποίο οι υπογράφοντες αυτό υπάλληλοι εκτιμούν την ποσότητα των καταστραφέντων καπνών του ενάγοντα σε 285.000 κιλά.

Με το … ασφαλιστηρίου συμβολαίου πυρός που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, η εναγομένη ασφάλισε καπνά ποικιλίας "μαύρα" Άργους ιδιοκτησίας του ενάγοντα, με ανώτατο ασφαλιστικό ποσό το χρηματικό ποσό των 421.161.000 δραχμών, για χρονική διάρκεια διάστημα τριών μηνών, ήτοι από 1-5-1994 έως 1-8-1994. Η ασφάλιση αυτή ανανεώθηκε για άλλους τρεις μήνες (από 1-8-1994 έως 1-1 1-1994) και προς το σκοπό αυτό εκδόθηκε το … ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Με τις … και… πρόσθετες πράξεις, η ασφάλιση αυτή παρατάθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 1-8-1995 και στη συνέχεια με το …ασφαλιστήριο συμβόλαιο ανανεώθηκε, για το χρονικό διάστημα από 1-8-1995 έως 1-8-1996, με βάση την οποία η εναγομένη ασφάλισε ποσότητες καπνών ιδιοκτησίας του ενάγοντος, ποικιλίας "μαύρα" Άργους που ήταν αποθηκευμένα α) σε ισόγεια αποθήκη τουβλόκτιστη με ταρατσοσκεπή που βρίσκεται στο χωριό …και β) σε δύο αποθήκες κατασκευής από μπετόν αρμέ, η μεν πρώτη με ταράτσα και πλευρικές τοιχοποιίες από τσιμεντόλιθους, η δε δεύτερη με σκεπή από ελλενίτ και τσιμεντόλιθους, 600 τετραγωνικών μέτρων περίπου η κάθε μία ιδιοκτησίας Ο.

που βρίσκονται στα …. Επομένως, την 25-9- 1995 τα καταστραφέντα καπνά του ενάγοντα ήταν ασφαλισμένα από τον κίνδυνο της πυρκαγιάς μέχρι του ποσού της αξίας τους. Η αξία των καπνών αυτών κατά το χρόνο της καταστροφής ήταν 173,5 δραχμές ανά κιλό, λαμβανομένων υπόψη του μέσου όρου κτήσης των 146,5 δραχμών ανά κιλό και των εξόδων μεταφοράς, φορτοεκφορτώσεων, εξόδων αποθήκευσης που συμποσούνται στο ποσό των 27 ευρώ ανά κιλό.

Η κοινοτική επιδότηση ποσού 593 δραχμών ανά κιλό καπνού δεν μπορεί να συνυπολογιστεί για τον προσδιορισμό της αξίας των καταστραφέντων καπνών, αφενός διότι δεν καταβλήθηκε από τον ενάγοντα στους παραγωγούς κατά την αγορά των καπνών, αφετέρου διότι για τα καταστραφέντα καπνά που ήταν εσοδείας του έτους 1993 η κοινοτική επιδότηση καταβλήθηκε στους παραγωγούς πριν την καταστροφή των καπνών και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντα.

Τα δάνεια που έλαβε ο ενάγων το χρονικό διάστημα από 16-3-1994 έως και την 8-7-1994 από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, χρηματικού ποσού 55.000.000 δραχμών, αφορούν τη χρηματοδότηση των εν γένει επιχειρηματικών του κινήσεων και δεν συνδέονται αιτιωδώς με την αξία των καταστραφέντων καπνών. Επίσης και η κατάπτωση εγγυητικών επιστολών σε βάρος του ενάγοντα δεν επηρεάζει την αξία των καπνών.

Η δαπάνη του ενάγοντα για αποκομιδή των κατεστραμμένων καπνών δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον περιορισμό της ζημίας και δεδομένου ότι η ασφαλιστική σύμβαση αφορούσε αποκλειστικά την αξία των καπνών πρέπει να απορριφθεί το κονδύλιο των 4.800.000 δραχμών για την αποκομιδή των καπνών. Επομένως, η αξία των καταστραφέντων καπνών ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 148.947,77 ευρώ (173,5 Χ 292.530 = 50.753.955 δραχμές, ήτοι 148.947.77 ευρώ).

Με τις …, …, …, … και … συμβάσεις παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό που συνήφθησαν μεταξύ του ενάγοντα και της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, η τελευταία παρείχε στον ενάγοντα πιστώσεις ύψους 20.333.754 δραχμών, 15.907.000 δραχμών, 362.000.000 δραχμών 46.000.000 δραχμών, και 3.860.500 δραχμών, αντίστοιχα. Σύμφωνα με το άρθρο 5 κάθε μίας από τις παραπάνω συμβάσεις ο ενάγων συμφώνησε με την Αγροτική Τράπεζα τα ακόλουθα : "1.

Ο πιστούχος (ενάγων) αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασφαλίσει κατά κινδύνου πυρός και κάθε άλλου κινδύνου που θα προτείνει η τράπεζα, με έξοδα του και να διατηρήσει ασφαλισμένα σε όλη τη διάρκεια του δανείου και μέχρι να εξοφληθούν τελείως οι απαιτήσεις της τράπεζας και οι τόκοι και τα κάθε είδους έξοδα, τα ακίνητα, μηχανήματα, εγκαταστάσεις, πράγματα ιδιοκτησίας του, που θα επιλέξει η τράπεζα.

Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει το ποσό του δανείου προσαυξημένο κατά 20%, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται από τη σχετική Νομοθεσία. Μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών από τη σύναψη της παρούσας σύμβασης, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει στην τράπεζα α) το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που πρέπει να περιέχει ρήτρα αναγνώρισης της τράπεζας ως πρώτης ενυπόθηκου δανείστριας, για το δικαίωμα να εισπράξει, από τυχόν ασφαλιστική αποζημίωση, την απαίτηση της και β) εξοφλητική απόδειξη του συνόλου των ασφαλίστρων.

Είκοσι ημέρες πριν από κάθε λήξη της ασφάλισης, ο οφειλέτης υποχρεούται να παραδώσει στην τράπεζα τα έγγραφα της ανανέωσης της. Αν ο οφειλέτης παραλείψει κάτι από όσα προαναφέρονται, η τράπεζα δικαιούται, εκτός των άλλων και χωρίς καμία άλλη ειδικότερη υποχρέωση της, να ασφαλίσει η ίδια τα πράγματα αυτά κατά την κρίση της και σε ασφαλιστική εταιρία της επιλογής της, κατά παντός κινδύνου χωρίς να ειδοποιήσει τον οφειλέτη, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να πληρώσει αμέσως τα ασφάλιστρα και όλα τα έξοδα στην τράπεζα, η οποία έχει δικαίωμα, αν δεν πληρωθούν αμέσως, να τα χρεώσει έντοκα στο λογαριασμό του.

Η τράπεζα μπορεί να ζητήσει η ασφάλιση να γίνει στο όνομα της. Ο οφειλέτης εκχωρεί από τώρα στην τράπεζα κάθε απαίτηση του κατά της ασφαλιστικής εταιρίας από την ασφαλιστική σύμβαση. Συγχρόνως παραγγέλλει στην ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει απ' ευθείας στην τράπεζα τη σχετική αποζημίωση...". Από τα ως άνω αποδεικνύεται ότι, με τις αναφερόμενες συμβάσεις πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, που συνήψε ως πιστούχος ο ενάγων με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", εκχώρησε προς την τελευταία την μέλλουσα απαίτηση του έναντι της εναγόμενης για το ασφάλισμα της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, αφού με το άρθρο 5 αυτών ρητά ορίζεται η εν λόγω εκχώρηση και με τον ίδιο όρο εξουσιοδότησε την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος να προβεί στην ασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντα, σε ασφαλιστική εταιρία της επιλογής της κατά των κινδύνων που θα έκρινε αυτή αναγκαίο και με έξοδα' του ενάγοντος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι με το προαναφερθέν …ασφαλιστήριο συμβόλαιο είχαν ασφαλιστεί κατά του κινδύνου της πυρκαγιάς, για το χρονικό διάστημα από 1-8-1995 έως 1- 8-1996, οι ποσότητες καπνών του ενάγοντα που είχαν αποθηκευτεί στα …. Το ασφαλιστήριο αυτό καταρτίσθηκε κατόπιν εντολής της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Η ασφαλιστική σύμβαση συνοδευόταν από τον ειδικό όρο του άρθρου 3 ο οποίος ονομαζόταν " Όροι ενεχυρούχων ή ενυπόθηκων δανειστών" κατά τον οποίο υπήρχε ρήτρα υπέρ της Αγροτικής Τραπέζης, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλιστικού κινδύνου η αποζημίωση θα καταβληθεί στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για την κάλυψη των απαιτήσεων της από τις παραπάνω πιστώσεις προς τον ενάγοντα.

Όμως, από τον παραπάνω όρο, ο οποίος να σημειωθεί ήταν προδιατυπωμένος, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, προέβη σε αναγγελία προς την εναγομένη της εκχώρησης από τον ενάγοντα σε αυτήν, κάθε απαίτησης του από την ασφαλιστική σύμβαση. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποίησε στην εναγομένη τις συμβάσεις πίστωσης που είχε συνάψει με τον ενάγοντα και τον περιεχόμενο σε αυτές όρο περί εκχώρησης της μέλλουσας απαίτησης για το ασφάλισμα.

Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα από το ότι η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ουδέποτε συμπεριφέρθηκε ως δανείστρια της εναγομένης, εν σχέση με την επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση, ειδικότερα ουδέποτε ως προς τα ασφαλισθέντα καπνά. Για πρώτη φορά οχλήθηκε η εναγομένη από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος την 29-7-2016, με την επίδοση της από 29-7-2016 κύριας παρέμβασης, ήτοι μετά 19 έτη 7 μήνες και 28 ημέρες από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης.

Αλλά και η εναγομένη, ως προς την ίδια ασφαλιστική σύμβαση, ουδέποτε συμπεριφέρθηκε ως οφειλέτρια της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος. Αντίθετα, ενώ ο ενάγων, με τις από … και … αιτήσεις του προς την εναγομένη, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν στις … και … αντίστοιχα, στο υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας του …, που λόγω της συνεργασίας μεταξύ ΑΤΕ και εναγομένης ήταν εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει αιτήσεις για λογαριασμό της εναγομένης, ενημέρωνε την εναγομένη νια την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης εξαιτίας της πυρκαγιάς της 25ης-9-1995 και οχλούσε την τελευταία (εναγομένη) προς καταβολή του ασφαλίσματος, η εναγομένη ουδέν απάντησε στις οχλήσεις αυτές του ενάγοντα και για πρώτη φορά ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων δεν είναι δικαιούχος καταβολής του ασφαλίσματος την 22-10-1997, ημέρα πρώτης συζήτησης της από 5-5-1997 αγωγής.

Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αχθεί σε. δικανική πεποίθηση ότι η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος είχε αναγγείλει στην εναγομένη την εκχώρηση της απαίτησης αυτής. Επομένως, ο ενάγων είναι δικαιούχος της απαίτησης από την ένδικη ασφαλιστική περίπτωση...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 10-9-2009 έφεση και τους προσθέτους λόγους αυτής και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "…", οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Ε.

Τ. του Α., το χρηματικό ποσό των 148.947,77 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.2496/1997 και 361 ΑΚ, υπό την έννοιαν ότι δικαιούχος του ασφαλίσματος με βάση την ασφαλιστική σύμβαση δεν είναι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος αλλά η

Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος στην οποία αυτός είχε εκχωρήσει ταυτόχρονα με όρο της εν λόγω συμβάσεως την απαίτησή του επί του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, δεν συντρέχει έγκυρη σύμβαση εκχωρήσεως ελλείψει αναγγελίας και συνεπώς οι ρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες και εντεύθεν δεν παραβιάσθηκαν με την μη εφαρμογή τους.

Δεδομένου ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι συντρέχει περίπτωση καταρτίσεως συμβάσεως ασφαλίσεως με δικαιούχο τρίτο πρόσωπο δηλαδή την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ώστε αυτή να δικαιούται του ασφαλίσματος ανεξαρτήτως συμβάσεως εκχωρήσεως της αντιστοίχου απαιτήσεως. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα εγνώριζε τη σύμβαση εκχώρησης, αφού είχε συμβληθεί σε αυτή ως οφειλέτρια στη συνέχεια έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι έγινε αναγγελία της εκχώρησης σε αυτή και έτσι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ, διότι δεν απαιτείτο αναγγελία δεδομένης της γνώσης από την αναιρεσείουσα της σύμβασης εκχώρησης.

Ως προς την αναιρετική αυτή αιτίαση πρέπει να λεχθούν ειδικότερα τα εξής: Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, δεν απαιτείται πράγματι ρητή αναγγελία της εκχωρήσεως της απαιτήσεως στον οφειλέτη όταν αυτός γνωρίζει ήδη ότι έχει γίνει εκχώρηση και πιο είναι το πρόσωπο του νέου δανειστή-εκδοχέα.

Πρέπει όμως, όπως προαναφέρθηκε να εξειδικεύεται και η κρίσιμη απαίτηση που εκχωρήθηκε, εκτός αν η ταυτότητα της τελευταίας προκύπτει από τις απορρέουσες πραγματικές συνθήκες. Κατά συνέπεια εάν ο οφειλέτης γνωρίζει γενικά τα στοιχεία της σύμβασης εκχώρησης αλλά όχι τα ειδικά στοιχεία που προσδιορίζουν την απαίτηση, κατά το είδος και το ύψος αυτής, τότε τα στοιχεία αυτά καθίσταται αναγκαίο να αποτελέσουν περιεχόμενο της αναγγελίας εκ μέρους του αρχικού δανειστή ή εκδοχέα προς αυτόν, η οποία δεν μπορεί να παραλειφθεί, ώστε να ολοκληρωθεί η σύμβαση εκχωρήσεως και να επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στις πιο πάνω πραγματικές του παραδοχές ότι με την ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίστηκε στις … έλαβε χώρα και εκχώρηση της απαίτησης επί του ασφαλίσματος της, από τον ασφαλισμένο ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ως εκδοχέα και ακόμη ο ασφαλιστικός κίνδυνος συνίστατο σε εκδήλωση πυρκαγιάς στις εγκαταστάσεις όπου είχε αποθηκεύσει τα καπνά ο αναιρεσίβλητος, και ότι αυτός ο κίνδυνος ήταν ένας εκ των περισσότερων ασφαλιστικών κινδύνων ακόμη δε ότι η ζημία του αναιρεσιβλήτου ανήλθε στο συνολικό ποσό των 148.947,77 ευρώ που αποτελεί και το καταβλητέο ασφάλισμα προς αποκατάσταση της ζημίας του" Με τις παραδοχές του όμως αυτές δεν ήταν εξειδικευμένη η απαίτηση κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και της ταυτόχρονης σύμβασης εκχώρησης μελλοντικής απαίτησης, αφού δεν ήταν ακόμη γνωστό ποιός από τους περισσότερους κινδύνους θα επήρχετο, ποιά περιουσιακά αντικείμενα του αναιρεσιβλήτου ασφαλισμένου θα επλήττοντο από τον κίνδυνο που θα επήρχετο και ποιο θα ήταν το ύψος της ζημίας που θα υφίστατο ο ασφαλισμένος.

Τα στοιχεία αυτά όμως που εξειδικεύουν την απαίτηση επί του ασφαλίσματος έπρεπε να καταστούν γνωστά στην αναιρεσείουσα-οφειλέτρια με αναγγελία η οποία κατά τις παραδοχές του Εφετείου δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε ποτέ χώρα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ότι ήταν απαραίτητη η αναγγελία προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα για να ολοκληρωθεί η σύμβαση εκχωρήσεως και απέρριψε τον ισχυρισμό της περί εκχώρησης της απαίτησης από τον αναιρεσίβλητο προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω ορθά τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως ως προς το πρώτο μέρος του για αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι αυτή περιέχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αναγγελίας της εκχωρήσεως, διότι ενώ δέχεται ότι παραδόθηκαν στην αναιρεσείουσα όλες οι συμβάσεις πιστώσεως που είχαν καταρτισθεί μεταξύ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και του αναιρεσιβλήτου οι οποίες περιείχαν τον όρο εκχωρήσεως των απαιτήσεων του προς την Αγροτική Τράπεζα, στη συνέχεια η απόφαση δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Αγροτική Τράπεζα προέβη σε αναγγελία της εκχωρήσεως.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον το Εφετείο με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε αναγγελία της εκχωρήσεως, η οποία κατά τα προεκτεθέντα ήταν απαραίτητη για την εξειδίκευση της απαιτήσεως. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος και έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 851/2015).

Περαιτέρω, δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, 180/2011), ούτε ιδρύεται ο σχετικός λόγος αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014,1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι αυτή παρά το νόμο έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα είχε στην κατοχή της και γνώριζε το περιεχόμενο των δανειστικών συμβάσεων που αυτός είχε καταρτίσει με την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος οι οποίες περιείχαν τον όρο εκχώρησης της απαίτησης του από την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση ακολούθως δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε αναγγελία της εκχώρησης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι η μη ολοκλήρωση της σύμβασης εκχώρησης οφείλεται στην έλλειψη γνώσης από την αναιρεσείουσα των δανειακών συμβάσεων που είχε καταρτίσει ο αναιρεσίβλητος με την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, ενώ η απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι δεν είναι δικαιούχος του ασφαλίσματος ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ένεκα εκχώρησης της απαίτησής του στηρίζεται στις παραδοχές του Εφετείου για έλλειψη αναγγελίας της εκχωρήσεως.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν ερμηνευτικές αρχές εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκαν, ευθέως, οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, σης διατάξεις των ως άνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ καθόσον η εν λόγω απόφαση με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε αναγγελία της εκχωρήσεως διαπίστωσε κενό και ασάφεια ως προς τις δικαιοπρακτικές βουλήσεις των συμβαλλομένων μερών σε σχέση με την αναγγελία της εκχωρήσεως στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση και παρά ταύτα δεν κατέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των ανωτέρω άρθρων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου ουδόλως συνάγεται ότι τέθηκε σε αμφιβολία, έστω και κατά έμμεσο τρόπο η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών σχετικά με την εκχώρηση. Η μη ολοκλήρωση της εκχωρήσεως, δηλαδή κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν οφείλεται σε κάποια ασάφεια, κενό μεταξύ των δικαιοπρακτικών δηλώσεων και της πραγματικής βούλησης των συμβαλλομένων αλλά στην έλλειψη της ουσιαστικής προϋποθέσεως της αναγγελίας της εκχωρήσεως.

Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζομένη ειδικότερα α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 35 και 39 του ν.δ. της 17/07/1923 "υπέρ ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" συνιστάμενη στο ότι ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι στο ένδικο ασφαλιστήριο περιέχεται ο όρος ότι η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος ήταν ενεχυρούχος δανείστρια στο ασφάλισμα και συνεπακόλουθα η σχετική απαίτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου είχε εκχωρηθεί προς αυτήν στη συνέχεια έκρινε τον αναιρεσίβλητο δικαιούχο του ασφαλίσματος διότι δεν αποδείχθηκε αναγγελία της εκχωρήσεως ενώ εάν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε την ανωτέρω διάταξη έπρεπε να δεχθεί ότι πρόκειται για εκχώρηση εκ του νόμου για την οποία δεν απαιτείται αναγγελία και β) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ήταν ενεχυρούχος δανείστρια της αξιώσεως στο ασφάλισμα και ότι έτσι η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου είχε εκχωρηθεί σε αυτήν.

Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις ουσιαστικές παραδοχές ότι πρόκειται για συμβατική εκχώρηση της απαιτήσεως επί του ασφαλίσματος για την οποία απαιτείται αναγγελία σύμφωνα με το άρθρο 460 ΑΚ. άλλωστε η ίδια η αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της ενδίκου αιτήσεως στο οποίο παραθέτει τον ισχυρισμό της για εκχώρηση, όπως προβλήθηκε στα δικαστήρια της ουσίας αναφέρεται σε συμβατική εκχώρηση και σε αναγγελία αυτής και όχι σε εκχώρηση εκ του νόμου κατά τις διατάξεις του παραπάνω ν.

δ/τος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος ως προς το δεύτερο μέρος για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης αβάσιμος διότι κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο καταλυτικός της αγωγής ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στηριζόταν στη σύμβαση εκχώρησης και όχι στην εκχώρηση εκ του νόμου, εφόσον δε το Εφετείο έκρινε ότι δεν ολοκληρώθηκε η σύμβαση εκχωρήσεως για έλλειψη αναγγελίας, έλαβε υπόψη, σε κάθε περίπτωση και απέρριψε οποιονδήποτε αντίθετο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.7.2018 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 723//2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ