Legislator Case Law & Legislation
1109/2017 AI generated

1109/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1109/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 1547/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δίκασε την με αριθμ. καταθ. .../7304/2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Με την αγωγή ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα, από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνδεόταν με αυτήν, ως οδηγός λεωφορείου, να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 69.818,19 ευρώ, για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, για υπερεργασίες και υπερωρίες και για διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας. Στη συνέχεια η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και κατ’ ουσία και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 41.800,72 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564,566 παρ.1 του ΚΠολΔ) ,είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

1109/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

Keywords

AI generated
supplementary work work schedule Sunday work authorization work education measure part-time work leave for youth work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1109 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1109/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Βλαστού, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Π. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Λύτρα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η απόφαση 1547/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 20/10/2015 αίτησή της και με τις από 16/1/2017 προτάσεις της ζήτησε την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 4/5/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 1547/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δίκασε την με αριθμ. καταθ. .../7304/2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Με την αγωγή ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα, από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνδεόταν με αυτήν, ως οδηγός λεωφορείου, να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 69.818,19 ευρώ, για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, για υπερεργασίες και υπερωρίες και για διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας. Στη συνέχεια η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και κατ’ ουσία και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 41.800,72 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564,566 παρ.1 του ΚΠολΔ) ,είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 6/2009, ΑΠ 139/2001, ΑΠ 539/2003).

Κατ’ ακολουθία αυτών, οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτιάσεις ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, με το να δεχθεί, α)ότι η ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου για καταβολή συνολικά του ποσού των 69.818,19 ευρώ, για τις αιτούμενες ως άνω αξιώσεις του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, β)ότι το αίτημα περί επιβολής στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ποινής, λόγω παραβίασης του καθήκοντος αλήθειας, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 205 του ΚΠολΔ και γ)ότι οφείλεται στον αναιρεσίβλητο το καθοριζόμενο ποσό για υπερωριακή εργασία που εκτελέστηκε πάνω από τα νόμιμα όρια με πρωτοβουλία του και χωρίς προηγούμενη ειδική εντολή της αναιρεσείουσας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 281 του ΑΚ κρίνονται απορριπτέα ως απαράδεκτα, δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκαν στο Πρωτοδικείο και δεν αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως τους ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτοί και νόμιμοι, ενόψει (και) του ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν υπάγονται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.

3. Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.3385/2005, η έναρξη του οποίου αρχίζει από 1-10-2005, ορίζονται: "1.Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).

Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2.Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης.

Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3.Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό (50%).

Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εβδομηνταπέντε τοις εκατό (75%). 4.Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5.Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατό τοις εκατό (100%)" (ΑΠ 526/2014, ΑΠ 1602/2011).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.10 του Ν.3863/2010,η έναρξη του οποίου αρχίζει από 15-7-2010, ορίζονται : " 10.Οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3385/ 2005 αντικαθίστανται ως εξής: "1.Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).

Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα)." "3.Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%).

Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)." "5.Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)".

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ως προς το αίτημα της αγωγής του αναιρεσίβλητου για καταβολή αμοιβής από υπερεργασία και από κατ’ εξαίρεση υπερωρία, για την προσφερόμενη εργασία του προς την αναιρεσείουσα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων- αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη - αναιρεσείουσα, η οποία διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, στις 05-09-2002 για να εργαστεί ως οδηγός σχολικού λεωφορείου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και απασχολήθηκε σε αυτήν με την ίδια ειδικότητα δυνάμει διαδοχικά ανανεούμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εκάστης με διάρκεια ίση προς κάθε σχολική χρονιά, μέχρι και τις 20-12-2013, οπότε απεχώρησε λόγω συνταξιοδότησης.

Με βάση τις ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, υπήρξε συμφωνία των διαδίκων να απασχολείται ο ενάγων με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή, μια ημέρα με πλήρη απασχόληση (κάθε Τετάρτη) και τις υπόλοιπες ημέρες με μειωμένο ωράριο διακεκομμένο. Ειδικότερα, ο ενάγων, α) στην από 01-09-2008 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 32,5 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:30 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή) από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:30 μέχρι ώρα 17:30, με μηνιαίες αποδοχές 1.211,38 ευρώ, β)στην από 03-09-2009 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 32,5 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:30 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:30 μέχρι ώρα 17:30, με μηνιαίες αποδοχές 1.291,33 ευρώ, γ)στην από 04-09-2010 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 37,75 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:15 και τις υπόλοιπες Τέσσερις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:00 μέχρι ώρα 17:15, με μηνιαίες αποδοχές 1.291,33 ευρώ, δ)στην από 05-09-2011 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 30 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:00 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:30 μέχρι ώρα 17:00, με μηνιαίες αποδοχές 1.162,22 ευρώ, ε)στην από 04-09-2012 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 30 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:00 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:30 μέχρι ώρα 17:00, με μηνιαίες αποδοχές 1.025,16 ευρώ και στ)στην από 12-11-2013 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 30 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:00 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:30 μέχρι ώρα 17:00, με μηνιαίες αποδοχές 951,93 ευρώ.

Ο ενάγων για όλα τα κρίσιμα έτη απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης επί 10,5 ώρες ημερησίως από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, με καθημερινό συνεχές ωράριο από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:30, και συνολικά 52,5 ώρες εβδομαδιαίως. Πλην, όμως, δεν αποδεικνύεται η παροχή εργασίας πέραν του συμβατικού του ωραρίου κατά τις σχολικές διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα, κατά τις σχολικές αργίες (Μαρτίου, Καθαρά Δευτέρα, 1η Μαΐου, 28η Οκτωβρίου, Εορτή Αγίου Πνεύματος) και κατά τις σχολικές εορτές της 17ης Νοεμβρίου και των Τριών Ιεραρχών.

Ειδικότερα, ο ενάγων, οδηγώντας το σχολικό λεωφορείο της εναγομένης, πραγματοποιούσε καθημερινά προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές του Ν. Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της εναγομένης που βρίσκονται στις ... κατά τις ώρες 07:00 έως 08:30, ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών προς τις κατοικίες τους κατά τις ώρες 13:30 έως 17:30, ενόψει του ότι άλλοι μαθητές σχολνούσαν στις 13:30 και άλλοι στις 16:00, μη συμπεριλαμβανομένου στο ημερήσιο ωράριο εργασίας του ενάγοντος του χρόνου μετάβασής του από την οικία του στο σημείο παραλαβής του πρώτου επιβιβαζόμενου μαθητή, ούτε του χρόνου επιστροφής του σε αυτήν από το σημείο παράδοσης του τελευταίου αποβιβαζόμενου μαθητή, μετά τη λήξη των μαθημάτων.

Δεδομένου ότι ο ενάγων απασχολούνταν επί 10,5 ώρες ημερησίως και 52,5 ώρες εβδομαδιαίως, οι πέραν του συμβατικού του ωραρίου, αντίστοιχα των 32,5 ωρών για τα σχολικά έτη 2008-2009 και 2009-2010, των 37,75 ωρών για το σχολικό έτος 2010-2011, των 30 ωρών για τα σχολικά έτη 2011-2012 και 2012-2013 και των 30 ωρών για το χρονικό διάστημα από 05-09-2013 μέχρι τις 20-12-2013, ώρες και μέχρι τη συμπλήρωση των 40 ωρών εβδομαδιαίως αποτελούν απλή υπερεργασία, για την οποία ο εναγών δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο χωρίς προσαύξηση.

Για το σύνολο δε του ένδικου χρονικού διαστήματος, οι πέραν των 40 ωρών 5 πρώτες ώρες (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αποτελούν θεσμοθετημένη υπερεργασία και οι υπόλοιπες 7,5 ώρες (46η -52,5η) κατ’ εξαίρεση υπερωρία, αφού πραγματοποιήθηκαν χωρίς την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων και διαδικασιών. Για κάθε ώρα θεσμοθετημένης υπερεργασίας, ο ενάγων δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 25% και από 04-09-2010 κατά ποσοστό 20% και για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, ο ενάγων δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 100% και από τις 04-09-2010 κατά ποσοστό 80%....

Βάσει, λοιπόν, των προαναφερόμενων καταβαλλόμενων αποδοχών του ενάγοντος, ο τελευταίος δικαιούται για απλή και θεσμοθετημένη υπερεργασία, καθώς και για κατ’ εξαίρεση υπερωρία τα ακόλουθα ποσά: 1β) Για το χρονικό διάστημα από 01-01-2009 μέχρι 15-06-2009, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 7,27 ευρώ (1.1211,38 ευρώ X 0,006):

α)για απλή υπερεργασία 7,5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 981,45 ευρώ (7,27 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο X 7,5 ώρες την εβδομάδα X 18 εβδομάδες, μη συμπεριλαμβανομένων της δεύτερης εβδομάδας των διακοπών των Χριστουγέννων, των δύο εβδομάδων των διακοπών του Πάσχα, της 25ης Μαρτίου, των εορτών των Τριών Ιεραρχών και του Αγίου Πνεύματος, της Καθαρός Δευτέρας και της 1ης Μαΐου, β)για θεσμοθετημένη υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 818,10 ευρώ (7,27 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο 25% προσαύξηση υπερεργασίας = 9,09 ευρώ X 5 ώρες την εβδομάδα X 18 εβδομάδες και γ)για κατ’ εξαίρεση υπερωρία 7,5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 1.962,90 ευρώ (7,27 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 100% προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωρίας= 14,54 ευρώ X 7,5 ώρες την εβδομάδα X 18 εβδομάδες). 2)Για το χρονικό διάστημα από 03-09-2009 μέχρι 15-06-2010, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 7,75 ευρώ (1.291,33 ευρώ X 0,006):

α)για απλή υπερεργασία 7,5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 1.906,50 ευρώ (7,75 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο X 7,5 ώρες την εβδομάδα X 32,8 εβδομάδες, μη συμπεριλαμβανομένων των δύο εβδομάδων των διακοπών των Χριστουγέννων, των δύο εβδομάδων των διακοπών του Πάσχα, της 28 Οκτωβρίου, της 17 Νοεμβρίου, της 25ης Μαρτίου, της εορτής του Αγίου Πνεύματος, της Καθαρός Δευτέρας και της 1ης Μαΐου), β)για θεσμοθετημένη υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 1.589,16 ευρώ (7,75 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 25% προσαύξηση υπερεργασίας 9,69 ευρώ X 5 ώρες την εβδομάδα X 32,8 εβδομάδες) και γ)για κατ’ εξαίρεση υπερωρία 7,5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 3.813 ευρώ (7,75 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο +100% προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωρίας 15,50 ευρώ X 7,5 ώρες την εβδομάδα X 32,8 εβδομάδες). 3)Για το χρονικό διάστημα από 04-09-2010 μέχρι 15- 06-2011, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 7,75 ευρώ (1.291,33 ευρώ X 0,006):

α)για απλή υπερεργασία 2,25 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 575,44 ευρώ (7,75 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο X 2,25 ώρες την εβδομάδα X 33 εβδομάδες, μη συμπεριλαμβανομένων των δύο εβδομάδων των διακοπών των Χριστουγέννων, των δύο εβδομάδων των διακοπών του Πάσχα, της 28ης Οκτωβρίου, της 17ης Νοεμβρίου, της 25ης Μαρτίου, της εορτής του Αγίου Πνεύματος και της Καθαράς Δευτέρας), β)για θεσμοθετημένη υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 1.598,85 ευρώ (7,75ευρώτο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 25% προσαύξηση υπερεργασίας 9,69 ευρώ X 5 ώρες την εβδομάδα X 33 εβδομάδες) και γ)για κατ’ εξαίρεση υπερωρία 7,5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 3.836,25ευρώ (7,75 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 100% προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωρίας = 15,50 ευρώ X 7,5 ώρες την εβδομάδα X 33 εβδομάδες). 4)Για το χρονικό διάστημα από 05-09-2011 μέχρι 15-06-2012, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 6,97 ευρώ (1.162,22 ευρώ X 0,006):

α) για απλή υπερεργασία 10 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 2.286,16 ευρώ (6,97 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο X 10 ώρες την εβδομάδα X 32,8 εβδομάδες, μη συμπεριλαμβανομένων των δύο εβδομάδων των διακοπών των Χριστουγέννων, των δύο εβδομάδων των διακοπών του Πάσχα, της 28ης Οκτωβρίου, της 17ης Νοεμβρίου, των εορτών του Αγίου Πνεύματος και των Τριών Ιεραρχών, της Καθαράς Δευτέρας και της 1 Μαΐου), β)για θεσμοθετημένη υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 1.371,04 ευρώ (6,97 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση υπερεργασίας= 8,36 ευρώ X 5 ώρες την εβδομάδα X 32,8 εβδομάδες) και γ) για κατ’ εξαίρεση υπερωρία 7,5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 3.087,30 ευρώ (6,97 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωρίας = 12,55 ευρώ X 7,5 ώρες την εβδομάδα X 32,8 εβδομάδες). 5)Για το χρονικό διάστημα από 04-09-2012 μέχρι 15-06-2013, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 6,15 ευρώ (1.025,16 ευρώ X 0,006):

α)για απλή υπερεργασία 10 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 2.286,16 ευρώ (6,15 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο X 10 ώρες την εβδομάδα X 33,2 εβδομάδες, μη συμπεριλαμβανομένων των δύο εβδομάδων των διακοπών των Χριστουγέννων, των δύο εβδομάδων των διακοπών του Πάσχα, της εορτής των Τριών Ιεραρχών, της 25ης Μαρτίου, της Καθαράς Δευτέρας και της 1ης Μαΐου), β)για θεσμοθετημένη υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 1.225,08 ευρώ (6,15 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση υπερεργασίας = 7,38 ευρώ X 5 ώρες την εβδομάδα X 33,2 εβδομάδες) και γ)για κατ’ εξαίρεση υπερωρία 7,5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 2.756,43 ευρώ (6,15 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωρίας = 11,07 ευρώ X 7,5 ώρες την εβδομάδα X 33,2 εβδομάδες). 6)Για το χρονικό διάστημα από 05-09-2013 μέχρι 20-12-2013, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 5,71 ευρώ (951,93 ευρώ X 0,006):

α)για απλή υπερεργασία 10 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 787,98 ευρώ (5,71 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο X 10 ώρες την εβδομάδα X 13,8 εβδομάδες, μη συμπεριλαμβανομένης της 28ης Οκτωβρίου), β)για θεσμοθετημένη υπερεργασία 5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 472,65 ευρώ (5,71 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση υπερεργασίας = 6,85 ευρώ X 5 ώρες την εβδομάδα X 13,8 εβδομάδες) και γ) για κατ’ εξαίρεση υπερωρία 7,5 ωρών εβδομαδιαίως, το ποσό των 1.063,98 ευρώ (5,71 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση κατ’ εξαίρεση υπερωρίας = 10,28 ευρώ X 7,5 ώρες την εβδομάδα X 13,8 εβδομάδες).

Επομένως, για τις παραπάνω αιτίες (απλή υπερεργασία, θεσμοθετημένη υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία) η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 32.418,43 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο : Α) Με το να δεχθεί α) ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολούνταν επί 10,5 ώρες ημερησίως και 52,5 ώρες εβδομαδιαίως, β)ότι οι πέραν του συμβατικού του ωραρίου, αντίστοιχα των 32,5 ωρών για τα σχολικά έτη 2008-2009 και 2009-2010, των 37,75 ωρών για το σχολικό έτος 2010-2011, των 30 ωρών για τα σχολικά έτη 2011-2012 και 2012-2013 και των 30 ωρών για το χρονικό διάστημα από 05-09-2013 μέχρι τις 20-12-2013, 1)ώρες μέχρι τη συμπλήρωση των 40 ωρών εβδομαδιαίως αποτελούν απλή υπερεργασία, για την οποία ο ενάγων δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο χωρίς προσαύξηση, 2)πέντε πρώτες ώρες πέραν των 40 ωρών (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αποτελούν νόμιμη υπερεργασία και 3)οι υπόλοιπες 7,5 ώρες (46η,47η,48η,49η,50η,51η και 52,5η) αποτελούν κατ’ εξαίρεση υπερωρία, (δεδομένου ότι από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκαν χωρίς την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων και διαδικασιών), και γ)ότι η προσαύξηση, κατά τον υπολογισμό των ποσών που ο ενάγων δικαιούται για το χρονικό διάστημα, 1)από 01-01-2009 μέχρι 15-06-2009 και από 03-09-2009 μέχρι 15-06-2010 στις με αριθμούς 1β’ και 2 περιπτώσεις, ανέρχεται, για μεν την θεσμοθετημένη υπερεργασία σε ποσοστό 25% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (υποπερίπτωση β’ ), για δε την κατ’ εξαίρεση υπερωρία σε ποσοστό 100% επί του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου (υποπερίπτωση γ’ ) και 2)από 05-09-2011 μέχρι 15-06-2012, από 04-09-2012 μέχρι 15-06-2013 και από 05-09-2013 μέχρι 20-12-2013 στις με αριθμούς 4, 5 και 6 περιπτώσεις, ανέρχεται, για μεν την θεσμοθετημένη υπερεργασία σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (υποπερίπτωση β’ ), για δε την κατ’ εξαίρεση υπερωρία σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου (υποπερίπτωση γ’ ), δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.435/1976, 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, 1 του ν.3385/2005 και 74 παρ. 10 του ν.3863/2010.

Επομένως ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Και Β) Α) Με το να δεχθεί ότι η προσαύξηση, κατά τον υπολογισμό των ποσών που ο ενάγων δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 04-09-2010 μέχρι 15-06-2011 στην με αριθμό 3 περίπτωση, ανέρχεται, για μεν την θεσμοθετημένη υπερεργασία σε ποσοστό 25% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (υποπερίπτωση β’ ), για δε την κατ’ εξαίρεση υπερωρία σε ποσοστό 100% επί του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου (υποπερίπτωση γ’ ), παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω διάταξη του άρθρου 74 παρ.10 του ν. 3863/2010, δεδομένου ότι η προσαύξηση ανέρχεται, για μεν την πρώτη περίπτωση σε ποσοστό 20%, για δε τη δεύτερη περίπτωση σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου.

Επομένως ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.

4. Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ’ ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιοσδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τον ανωτέρω μισθό που καθορίζεται από τις ως άνω ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίες καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός (ΑΠ 567/2004, ΑΠ 225/2002).

Για το κύρος δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 567/2004 ). Επίσης, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση (ΟλΑΠ 26/2007, ΑΠ 1159/2014).

Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής συμβάσεως εργασίας, και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρυθμίσεως) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά, ως προς την συσχέτιση περισσότερων ΣΣΕ, αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 1876/1990).

Κατά την συσχέτιση περισσότερων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας, δεν εφαρμόζεται η παραπάνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει τη σχέση νόμου και ΣΣΕ), αλλά οι νεώτεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και εφαρμόζονται αυτοί, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς.

Ακόμη, από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη τέτοια σύμβαση (διαδοχή ΣΣΕ). Διαδοχή ΣΣΕ υπάρχει όταν χρονικά νεότερη ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος.

Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ, η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων). Κατά συνέπεια, νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγουμένη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις, οπότε δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι εφ’ όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.

Εκτός εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και, εφ’ όσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, οι οποίοι με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.

Για να καταστεί, όμως, όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας κανονιστικός όρος της ΣΣΕ πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ (ΑΠ 228/2014, ΑΠ 277/2009, ΑΠ 1017/2006).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 περ ,β’ και γ’ του ν. 1876/1990, οι ΣΣΕ διακρίνονται, μεταξύ άλλων, σε "κλαδικές", οι οποίες αφορούν στους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας και σε "επιχειρησιακές", οι οποίες καταρτίζονται μεταξύ του εργοδότη και της συνδικαλιστικής οργάνωσης μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης που απασχολεί τουλάχιστον 50 εργαζόμενους και αφορούν σε όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς αυτής (ΑΠ 692/2014, ΑΠ 1494/2010).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 β, 8 παρ.2 και 11 παρ.2 και 3 του άνω Ν. 1876/1990, προκύπτει ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. δεσμεύουν, κατ’ αρχήν, τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από το χρόνο εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως (όχι αναδρομικά) και στους εργαζομένους και εργοδότες του ιδίου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ως προς το ζήτημα των συμφωνιών των διαδίκων περί εφαρμογής για την ρύθμιση των αποδοχών του εργαζομένου ορισμένων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων - αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη - αναιρεσείουσα, στις 05-09-2002 για να εργαστεί ως οδηγός σχολικού λεωφορείου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και απασχολήθηκε σε αυτήν με την ίδια ειδικότητα δυνάμει διαδοχικά ανανεούμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εκάστης με διάρκεια ίση προς κάθε σχολική χρονιά, μέχρι και τις 20-12-2013.

Με βάση τις ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, υπήρξε συμφωνία των διαδίκων να απασχολείται ο ενάγων με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή, μια ημέρα με πλήρη απασχόληση (κάθε Τετάρτη) και τις υπόλοιπες ημέρες με μειωμένο ωράριο διακεκομμένο. Ειδικότερα, ο ενάγων, α) στην από 01-09- 2008 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 32,5 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:30 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή) από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:30 μέχρι ώρα 17:30, με μηνιαίες αποδοχές 1.211,38 ευρώ, β)στην από 03-09-2009 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 32,5 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:30 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:30 μέχρι ώρα 17:30, με μηνιαίες αποδοχές 1.291,33 ευρώ, γ)στην από 04-09-2010 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 37,75 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:15 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:00 μέχρι ώρα 17:15, με μηνιαίες αποδοχές 1.291,33 ευρώ, δ)στην από 05-09-2011 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 30 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:00 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:30 μέχρι ώρα 17:00, με μηνιαίες αποδοχές 1.162,22 ευρώ, ε)στην από 04-09-2012 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 30 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:00 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:30 μέχρι ώρα 17:00, με μηνιαίες αποδοχές 1.025,16 ευρώ και στ)στην από 12-11-2013 σύμβαση, συμφωνήθηκε να απασχολείται επί 30 ώρες εβδομαδιαίως, και ειδικότερα την Τετάρτη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:00 και τις υπόλοιπες τέσσερις ημέρες της εβδομάδας από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 08:30 και από ώρα 13:30 μέχρι ώρα 17:00, με μηνιαίες αποδοχές 951,93 ευρώ.

Στις παραπάνω με στοιχ. α’ , β’ , γ’ , δ’ συμβάσεις συμφωνήθηκε ότι αυτές θα διέπονται από τους όρους της ισχύουσας την αντίστοιχη χρονική περίοδο ΣΣΕ οδηγών των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Ανεξάρτητα δε από το γεγονός ότι η Δ.Α. 51/2010 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας, στους όρους της οποίας παρέπεμπαν οι με στοιχ.

γ’ και δ’ συμβάσεις, δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική, αυτές οι συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος διέπονταν από αυτήν κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα, ανεξάρτητα από το αν οι διάδικοι ήταν μέλη των συμβληθεισών συνδικαλιστικών οργανώσεων, αφού, παρά το γεγονός ότι η παραπάνω Δ.Α. δεν είχε κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική, με τις παραπάνω συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος είχε εγκύρως συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων μισθός ανώτερος των προβλεπομένων από τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

με παραπομπή στην παραπάνω Δ.Α., με αποτέλεσμα η Δ.Α να εφαρμόζεται, έστω και αν δεν είναι δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη, καθώς στο πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ. 361 ΑΚ), με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές για το συμβαλλόμενα μέρη.

Επίσης, ανεξάρτητα από τη μη παραπομπή των λοιπών με στοιχ. ε’ και στ’ συμβάσεων στους όρους ΣΣΕ, οι συμβατικές αποδοχές του ενάγοντος προσδιορίστηκαν εγγράφως, με συμφωνία των διαδίκων και στο πλαίσιο της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης (άρθρ. 361 ΑΚ), σε ύψος ανώτερο των προβλεπομένων από τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα και του νόμιμου κατώτατου μισθού και συγκεκριμένα στο ποσό των 1.025,16 ευρώ για το σχολικό έτος 2012-2013 και των 951,93 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 05-09-2013 μέχρι 20-12- 2013. Δυνάμει δε της γενικής αρχής της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, και της αρχής της εύνοιας υπέρ των τελευταίων, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.

Επομένως, οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί προσδιορισμού των αποδοχών του ενάγοντος από 01- 01-2010 και εφεξής στο ύψος του κατώτατου νόμιμου μισθού βάσει των ισχυουσών την αντίστοιχη χρονική περίοδο Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και των διατάξεων της ΠΥΣ 6/2012 είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι καταρτίσθηκαν έγγραφες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων περί ρυθμίσεως των συμβατικών αποδοχών του αναιρεσίβλητου σε ύψος ανώτερο των προβλεπομένων από τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα και του νόμιμου κατώτατου μισθού, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ , των όρων της ΕΓΣΣΕ των ετών 2009 και εφεξής, του ν. 1876/1990 και της ΠΥΣ 6/2012. Επομένως ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠοΑΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος .

Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ανωτέρω αναφέρεται και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

5. Aπό τις διατάξεις του αρθρ. 579 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, δηλαδή του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού και των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων. Στην αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται, κατά τα αρθρ. 216 και 217 του Κ.Πολ.Δ., οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν και τα επί μέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί. (AΠ 1423/2010 ΤΝΠ Νόμος).

Στη προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με την από 16-1-2017 αίτησή της, ισχυρίζεται ότι, σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, σε μερική εξόφλησή του, το ποσό των 10.591,43 ευρώ, ήτοι 8.000 ευρώ για κεφάλαιο, β) 791,43 ευρώ για τόκους, 1.800 ευρώ για δικαστική δαπάνη και 2.060 ευρώ για έξοδα.

Ζητεί, στη συνέχεια, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν την εκτέλεση της απόφασης κατάσταση, με την απόδοση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου του ως άνω χρηματικού ποσού. Όμως, ενόψει του ότι με την παρούσα απόφαση η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται μόνον εν μέρει, δεν μνημονεύεται το χρηματικό ποσό, που θα πρέπει να του αποδοθεί, σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως.

Επίσης, δεν προσδιορίζονται σε αυτή αναλυτικά τα επί μέρους ποσά και οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν, ώστε να καθίσταται εφικτός ο καθορισμός του ποσού, που πρέπει να επιστραφεί.

Συνεπώς, η αίτηση είναι απορριπτέα, εκ του λόγου τούτου, ως αόριστη (ΑΠ 1423/2010 οπ) Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος του αναιρεσίβλητου (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα, για επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση.

Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, την 1547/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει, κατά το ανωτέρω μέρος που αναιρέθηκε, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ