Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision rejecting retrial request based on false evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to reject their retrial request. The appellants argued that the lower court relied on unsubmitted evidence and failed to consider prior criminal convictions, while the respondent company contended the appeal was baseless. The court ruled that the appeal arguments were vague, unfounded, or inadmissible because the lower court's reasoning was clear and the alleged contradictions did not exist.
Legislator headnote
AI generatedArt. 544 no. 6 C.P.D.; Art. 559 no. 1, 19, 8, 11 no. b, c, 17 C.P.D.: An appeal is inadmissible if the grounds are vague or do not specify the unsubmitted evidence, and baseless if the lower court clearly considered the evidence and prior convictions cited by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1109 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1109/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Π., Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΩΝ:1. Φ. χας Π. το γένος Μ. Δ., κατοίκου ..., 2. Α. Π. του Θ., 3. Ε. Π. του Θ. κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Δέσποινας Μελίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ" όπως μετονομάσθηκε η αρχική εταιρεία διάδικος "ΚΑΡΦΟΥΡ-Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ", που εδρεύει στον ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λασκαρίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 27-4-2015 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2001 αγωγή του ενάγοντος, ήδη αποβιώσαντος, Θ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9178/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 309/2004 Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ασκήθηκε η από 16-7-2004 αίτηση αναίρεσης από τον ενάγοντα Θ. Π. κατά της τελευταίας απόφασης και εκδόθηκε η 1602/2005 απορριπτική απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια με την από 10-6-2011 αίτηση αναψηλάφησης της 309/2004 απόφασης, από τον ανωτέρω ενάγοντα, εκδόθηκε η 2618/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 18-3-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Π., ανέγνωσε την από 1-12-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της κρινόμενης αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης, ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, κατά το άρθρο 544 αρ.6 ΚΠολΔ, αναψηλάφηση επιτρέπεται, εκτός άλλων, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του.
Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής καταθέσεως, διότι και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.
Ο λόγος δε της ψευδούς καταθέσεως είναι αδιάφορος, διότι η διάταξη δεν κάνει διακρίσεις, ενώ, εξ άλλου, δεν έχει σημασία αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου ή εκτός δίκης, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση απόδειξη ή ως δικαστικό τεκμήριο. Ενόψει τούτων, το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο (ποινικό ή το δικάζον την ως άνω κύρια αναγνωριστική αγωγή) περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής καταθέσεως, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου, που επιδίωξε την αναγνώριση της ψευδορκίας, να ασκήσει στη συνέχεια αίτηση αναψηλαφήσεως και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, διότι τούτο αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφηση δικαστηρίου.
Για τη θεμελίωση, όμως, κατά νόμο, του προπαρατεθέντος λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή‚ δηλαδή το διατακτικό της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση αποφάσεως να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση (ΑΠ 1364/2005, 348/1997).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 538, 539, 545 και 547 ΚΠολΔ, σε αναψηλάφηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, εφόσον δίκασε κατ’ ουσίαν. Η αναψηλάφηση ασκείται εντός ορισμένης προθεσμίας, με δικόγραφο περιέχον τους λόγους αυτής, οι οποίοι πρέπει να είναι μεταξύ των περιοριστικώς καθοριζομένων από το νόμο.
Κατά δε το άρθρο 549 ΚΠολΔ, εάν κριθεί ότι η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή και έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της και, αν θεωρήσει οποιονδήποτε από αυτούς παραδεκτό και βάσιμο, δέχεται την αίτηση, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και εξετάζει πλέον την ουσία της υποθέσεως εντός των διαγραφομένων με την αναψηλάφηση ορίων, τότε δε κρίνεται και το παραδεκτό των ισχυρισμών, της επαναφοράς τους, των αποδεικτικών μέσων κλπ.
2.Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλομένης 2618/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο αρχικός ενάγων Θ.ς Π., ο οποίος αποβίωσε την 26-10-2013 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις αναιρεσείουσες, σύζυγο και θυγατέρες αυτού, με την από 9-4-2001 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΡΦΟΥΡ - Μ.
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που μετονομάσθηκε σε "Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ", ζήτησε την επιδίκαση του συνολικού ποσού των 15.747.540 δραχμών, για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόλησή του, από 1-4-1997 έως 31-3-2001, στην επιχείρηση της εναγομένης, δυνάμει της μεταξύ τους συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 9178/2003 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή αυτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτούμενο ποσό των 15.747.540 δραχμών και ήδη 46.214,35 ευρώ. Η ηττηθείσα εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία άσκησε κατά της παραπάνω πρωτόδικης αποφάσεως την από 30-6-2003 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 309/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή και κατ’ ουσίαν η ως άνω έφεση (καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως) της εναγομένης, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (9178/2003) και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.100‚04 ευρώ, για την υπερεργασία που πραγματοποίησε, ενώ απέρριψε κατ’ ουσίαν το κονδύλιο της αγωγής του για πρόσθετη αμοιβή αυτού λόγω υπερωριακής απασχολήσεώς του.
Την αναίρεση της ως άνω 309/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ζήτησε ο ενάγων με την από 16-7-2004 αίτησή του, προσάπτοντας στο Εφετείο αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε και που αφορούν το αγωγικό κονδύλιο για πρόσθετη αμοιβή αυτού λόγω υπερωριακής απασχολήσεώς του και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, με την 1602/2005 απόφασή του, απέρριψε την από 16-7-2004 αίτηση του Θ. Π. για αναίρεση της 309/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ίδιας απόφασης (309/2004) ο ενάγων Θ. Π. άσκησε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης την από 10-6-2011 αίτηση αναψηλάφησης, στην οποία εκθέτει, ότι το Εφετείο, για να απορρίψει το κονδύλιο της αγωγής του για πρόσθετη αμοιβή αυτού λόγω υπερωριακής απασχολήσεως, στηρίχθηκε στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, οι οποίες έχουν δοθεί νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, που προσκομίσθηκαν σε επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο και οι οποίες εκτιμήθηκαν ανάλογα με την αξιοπιστία τους και το λόγο γνώσεως του καθενός από αυτούς, στην ... 24-11-2003 ένορκη βεβαίωση των Δ.
Π. και Ε. Σ., που δόθηκε νομότυπα ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης και στην ...29-5-2002 ένορκη βεβαίωση της Γ. Μ., που δόθηκε νομότυπα, με επιμέλεια της εναγομένης, ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Βαβατσιούλα. Ότι κατά του μάρτυρα ανταποδείξεως Α. Β., που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και κατά της ως άνω Γ.
Μ., ο ενάγων υπέβαλε μήνυση για ψευδορκία μάρτυρα, με βάση την οποία ασκήθηκε κατ’ αυτών ποινική δίωξη για την εν λόγω αξιόποινη πράξη, για την οποία και καταδικάσθηκαν με την 6728/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών ο καθένας εξ αυτών. Ότι επί της εφέσεως που άσκησαν οι καταδικασθέντες κατά της ως άνω αποφάσεως εκδόθηκε η 5512/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία επίσης καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών ο καθένας, μετά δε την άσκηση αναιρέσεως εκ μέρους αυτών κατά της εφετειακής αποφάσεως, εκδόθηκε η 57/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 5512/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο, στη συνέχεια, με άλλη σύνθεση, δίκασε εκ νέου την υπόθεση και με την 1716/2010 απόφασή του οι κατηγορούμενοι Α.
Β. και Γ. Μ. καταδικάσθηκαν και πάλι σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών ο καθένας εξ αυτών, ενώ η αίτηση, που άσκησαν οι καταδικασθέντες για αναίρεση της ως άνω εφετειακής αποφάσεως, απορρίφθηκε με την 526/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως, ο αιτών Θ. Π., ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη με την αίτησή του αυτή (αναψηλαφήσεως) 309/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης στηρίχθηκε στην ψευδή ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α.
Β. και στην ψευδή ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Γ. Μ., των οποίων το ψεύδος, συνιστάμενο, ειδικότερα, στο ότι αυτός (αιτών) ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την υπερωριακή του απασχόληση και για τη μη καταβολή αμοιβής από την εναγομένη για την απασχόλησή του αυτή, αναγνωρίσθηκε με την 1716/2010 καταδικαστική σε βάρος των παραπάνω μαρτύρων απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, η οποία επικυρώθηκε με την 526/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, ζήτησε, βάσει του εκ του άρθρου 544 αρ.6 ΚΠολΔ λόγου αναψηλαφήσεως, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να εξετασθεί η ουσία της υποθέσεως, προς το σκοπό όπως απορριφθεί η από 30-6-2003 έφεση της αντιδίκου του.
Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως 2618/2013 απόφασή του, αφού έκρινε παραδεκτή την ως άνω αίτηση αναψηλαφήσεως, εξέτασε στη συνέχεια το μοναδικό λόγο αυτής, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, όπως και την ερειδομένη στο λόγο αυτόν αναψηλάφηση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη 2618/2013 απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη:
Ότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης με την αναψηλάφηση 309/2004 αποφάσεώς του προκύπτει ότι οι καταθέσεις των ως άνω δύο μαρτύρων, που καταδικάστηκαν αμετάκλητα για ψευδορκία, δεν ήδαν τα μόνα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη 309/2004 απόφασή του. Ότι οι καταθέσεις αυτές συνεκτιμήθηκαν με τις καταθέσεις όλων των λοιπών λεπτομερώς αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση (309/2004) μαρτύρων, τόσο αυτών που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου‚ οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, όσο και εκείνων που περιέχονται στις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και στην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ότι συνεκτιμήθηκαν, επίσης, από το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (309/2004), εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις, και όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα. Ότι οι καταθέσεις των ως άνω καταδικασθέντων για ψευδορκία μαρτύρων -όπως γίνεται δεκτό από το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη 2618/2013 απόφασή του- δεν είχαν αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου, η οποία δεν θα ήταν διαφορετική και χωρίς αυτές.
Ότι, ειδικά, ως προς το σκέλος των καταθέσεών τους ότι "ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ο εγκαλών (αιτών Θ. Π.) για την υπερωριακή απασχόλησή του", για το οποίο οι μάρτυρες αυτοί καταδικάστηκαν για ψευδορκία, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (309/2004), απέρριψε τον ισχυρισμό της εργοδότριας εναγομένης - καθ’ ης η αίτηση αναψηλαφήσεως, ότι ο ενάγων - αιτών άσκησε το δικαίωμά του καταχρηστικά, δεχόμενο ότι, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγόμενη εργοδότρια και κατατεθέντα από τους ως άνω μάρτυρες, ο ενάγων ουδέποτε έπαψε να διαμαρτύρεται ως προς την καταβολή των προς αυτόν οφειλόμενων αποδοχών.
Ότι, όσον αφορά το σκέλος της καταθέσεως της μάρτυρος Γ. Μ. ότι "ο εγκαλών, κατά τη μετάβασή του στο χώρο εργασίας, μετέφερε με αυτοκίνητο το προσωπικό της εταιρείας και τούτο οφειλόταν στη διάθεσή του να εξυπηρετήσει τους συναδέλφους του", για το οποίο αυτή καταδικάστηκε για ψευδορκία, η προσβαλλόμενη απόφαση (309/2004), αντίθετα με την κατάθεση αυτή, δέχθηκε ότι ο ενάγων ως υπεύθυνος του γραφείου κινήσεως, θέση που κατείχε μέχρι και την 31-3-2001, καθόριζε τα δρομολόγια των οδηγών, φρόντιζε για την αποκατάσταση των ζημιών των αυτοκινήτων, μετέβαινε στον τόπο βλάβης αυτών, ενώ οδηγούσε και το αυτοκίνητο μεταφοράς προσωπικού από τη Θεσσαλονίκη στον τόπο εργασίας και το αντίθετο.
Ότι, πέραν των ανωτέρω, το σκέλος της καταθέσεως αυτής δεν θεωρείται κρίσιμο και δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση, καθότι κρίσιμο θεωρείται το αν ο ενάγων πραγματοποίησε, κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1997 έως 31-3-2001, τις αναφερόμενες στην αγωγή του υπερωριακές εργασίες‚ πράγμα που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (309/2004) ότι δεν αποδείχθηκε και η κρίση αυτή επικυρώθηκε και με την 1602/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης 309/2004 αποφάσεως.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του (2618/2013), απέρριψε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ως αβάσιμο το μοναδικό λόγο αναψηλαφήσεως και συνακόλουθα απέρριψε και την αίτηση αναψηλαφήσεως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του (2618/2013) πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που σε συνδυασμό με το παραπάνω σαφές αποδεικτικό πόρισμά του, αναφορικά με την απόρριψη του κρινόμενου λόγου αναψηλαφήσεως, επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή όχι εφαρμογής του άρθρου 544 αρ.6 ΚΠολΔ και της υπαγωγής σ’ αυτό των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, επιπλέον δε έλαβε υπόψη του τους διαλαμβανόμενους στην αίτηση αναψηλαφήσεως ισχυρισμούς του αιτούντος Θ.
Π., τους οποίους εκ του πράγματος απέρριψε Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ.1, 19 και 8 ΚΠολΔ, δεύτερος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
3.Επειδή, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ. β’ ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την εκδοχή ότι το Εφετείο στηρίχθηκε παρά το νόμο σε αποδείξεις που ουδέποτε προσκομίσθηκαν ενώπιον του. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως αόριστος, διότι ουδόλως καθορίζεται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι αποδείξεις, οι οποίες φέρεται ότι δεν προσκομίσθηκαν και παρά ταύτα λήφθηκαν υπόψη.
4.Επειδή, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις 5512/ 2008 και 1716/2010 καταδικαστικές αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ο αιτών την αναψηλάφηση, ως ενάγων και τότε εφεσίβλητος. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπως παρατίθεται παραπάνω (βλ. σκέψη αρ.2), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη.
5.Επειδή, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.17 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την εκδοχή ότι διαπιστώνεται αντίφαση ανάμεσα στις ουσιαστικές παραδοχές και στη μείζονα πρόταση αυτής. Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού δεν αφορά σε αντίφαση προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης με την αναίρεση αποφάσεως.
6.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-3-2014 αίτηση για αναίρεση της 2618/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 2α Ιουλίου 2015. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Αυγούστου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ