1109/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15ΕΙΔ/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/3/2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1109/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η συμφωνία αυτή ισχύει και επί μισθώσεων που υπάγονται στις διατάξεις του ν.813/1978, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π.Δ/τος 34/1995, το οποίο ορίζει, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι κατά τον παρόντα νόμο μισθώσεις, εφόσον δεν ορίζει κάτι άλλο από αυτόν, διέπονται από τους συμβατικούς τους όρους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 1660/1991 και 1423/1986).
Full text
Απόφαση 1109 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1109/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντα: Η. Μ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Μαντζουράνη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γερασιμούλας Σιμωνέτου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15ΕΙΔ/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/3/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 13/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 574 AK με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Κατά δε το άρθρο 596 ΑΚ ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο.
Έχει όμως δικαίωμα να αφαιρέσει από το μίσθωμα καθετί που ωφελήθηκε ο εκμισθωτής χρησιμοποιώντας το μίσθιο με άλλο τρόπο. Από τις παραπάνω διατάξεις, που ισχύουν και επί εμπορικών μισθώσεων (άρθρο 44 του π.δ/τος 44/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων"), προκύπτει ότι επί μισθώσεως ορισμένης διάρκειας ο μισθωτής στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στο μισθωτή, και αν ακόμη αδυνατεί από λόγους που αφορούν το ίδιο ή δεν θέλει να κάνει χρήση του μισθίου.
Ακόμη κατά το άρθρο 597 ΑΚ, αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ολικά ή μερικά, ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση τουλάχιστον πριν ένα μήνα, αν πρόκειται για μίσθωση που η διάρκειά της συμφωνήθηκε για ένα χρόνο ή περισσότερο, και πριν από δέκα ημέρες στις άλλες μισθώσεις. Η καταγγελία για το λόγο αυτό που ισχύει και για τις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 15 του προαναφερόμενου π/δτος), μένει χωρίς αποτέλεσμα, αν ο μισθωτής πριν περάσει η προθεσμία, αυτή καταβάλει το καθυστερούμενο μίσθωμα μαζί μετά τυχόν έξοδα καταγγελίας (ΑΠ 561/2010).
Περαιτέρω από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι επί μισθώσεως πράγματος είναι δυνατόν να συμφωνήσουν, ότι η παράβαση οπουδήποτε όρου της μισθωτικής συμβάσεως από το μισθωτή παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να λύσει μονομερώς τη μίσθωση, χωρίς καμμία άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα χωρίς προηγούμενη, κατά το άρθρο 594 ΑΚ διαμαρτυρία αυτού προς το μισθωτή ή αν η παράβαση αφορά ουσιώδη ή επουσιώδη όρο της συμβάσεως ή αν από αυτή, προκύπτει κίνδυνος για το μίσθιο ή παραβλέπεται αυτό ή όχι κατά οποιοδήποτε τρόπο.
Η συμφωνία αυτή ισχύει και επί μισθώσεων που υπάγονται στις διατάξεις του ν.813/1978, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π.Δ/τος 34/1995, το οποίο ορίζει, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι κατά τον παρόντα νόμο μισθώσεις, εφόσον δεν ορίζει κάτι άλλο από αυτόν, διέπονται από τους συμβατικούς τους όρους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 1660/1991 και 1423/1986).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αιγαίου με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε με την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο κρίση του ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα περιστατικά: "Με το από 1-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, η Ά.
Α. εκμίσθωσε προς τον εναγόμενο ένα ακίνητο του οποίου ήταν επικαρπώτρια και συγκεκριμένα οικοπεδικό χώρο εμβαδού 150 τμ με το επ' αυτού ισόγειο κτίσμα 40 τ.μ., που βρίσκεται σε κεντρική τοποθεσία της Μυκόνου και παράδωσε σ' αυτόν τη χρήση του μισθίου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα ενοικίασης αυτοκινήτων και μοτοσικλετών.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε πενταετής, από 1-5-2001 έως 30-4-2006 και το μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 30.000 δρχ. μηνιαίως (88,04 ευρώ) πλέον χαρτοσήμου. Μετά τον επισυμβάντα το έτος 2003 θάνατο της εκμισθώτριας-επικαρπώτριας, ο μέχρι τότε ψιλός κύριος του ακινήτου Ι. Φ. απέκτησε την πλήρη κυριότητα του μισθίου και το έτος 2005, δυνάμει του υπ' αριθμ…/26-5-2005 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικ.
Ανδριοπούλου που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το μίσθιο ακίνητο στον ενάγοντα, ο οποίος ενημέρωσε το μισθωτή για τη μεταβίβαση και υπεισήλθε πλέον στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώσεως ως εκμισθωτής. Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το μίσθωμα των 88 ευρώ μηνιαίως που είχε συμφωνηθεί με το προαναφερόμενο αρχικό συμφωνητικό ήταν μηδαμινό σε σχέση με την πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου, η οποία, στην τουριστική Μύκονο και ιδιαίτερα σε κεντρικό σημείο της είναι πολύ υψηλή.
Έτσι ήταν εύλογο και αναμενόμενο ότι ο ενάγων, αφού έγινε κύριος του μισθίου, θα επιδίωκε την αναπροσαρμογή-αύξηση του μισθώματος. Πράγματι το καλοκαίρι του ίδιου έτους (2005) ευρισκόμενος στη Μύκονο για διακοπές ήλθε σε επαφή με τον εναγόμενο και ζήτησε την αναπροσαρμογή του μισθώματος σε 1500 ευρώ μηνιαίως.
Για το κύρος της τροποποιητικής συμφωνίας δεν είναι υποχρεωτικός ο έγγραφος τύπος, εφόσον ο έγγραφος τύπος της αρχικής συμφωνίας ήταν αποδεικτικός και όχι συστατικός. Είναι επομένως φανερό ότι έλαβε πράγματι χώρα αναπροσαρμογή του μισθώματος, όχι όμως στο ποσό των 1500 ευρώ μηνιαίως, όπως ισχυρίζεται (και απαιτούσε) ο ενάγων, αλλά στο ποσό των 1320 ευρώ μηνιαίως, πλέον χαρτοσήμου.
Τούτο προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από τη με ημερομηνία 31-8-2005 επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 16.404 ευρώ, την οποία, το καλοκαίρι του 2005, στα πλαίσια της συμφωνίας για την αύξηση του μισθώματος, εξέδωσε ο εναγόμενος μισθωτής εις διαταγήν του ιδίου και αφού την οπισθογράφησε τη μεταβίβασε και την παρέδωσε στον ενάγοντα εκμισθωτή, για την εξόφληση των μισθωμάτων ενός έτους, δηλαδή από το Μάϊο του 2005, που ο ενάγων υπεισήλθε στη μίσθωση ως εκμισθωτής, έως το τέλος Απριλίου 2006 που ήταν ο συμβατικός χρόνος λήξης της μίσθωσης.
Το ποσό ακριβώς της επιταγής των δέκα έξι χιλ. τετρακοσίων τεσσάρων ευρώ αντιστοιχεί στο μηνιαίο μίσθωμα των 1320 ευρώ πλέον χαρτοσήμου 47 ευρώ (1320 + 47 ευρώ Χ 12 μήνες =16.404 ευρώ)...
....Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, ο εναγόμενος αντιδρώντας στην πιεστική απαίτηση του ενάγοντος για περαιτέρω αύξηση του μισθώματος στο ποσό των 1500 ευρώ και επωφελούμενος του γεγονότος ότι η ήδη επιτευχθείσα συμφωνία αναπροσαρμογής δεν είχε γίνει εγγράφως-, ανακάλεσε την επίμαχη επιταγή, με αποτέλεσμα να μην πληρωθεί, όταν ο ενάγων την εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 7-9-2005, λόγω ανακλήσεως, μολονότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, παράλληλα δε κατέθεσε στις 10-10-2005 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 1056,48 ευρώ για τα μισθώματα ενός έτους, υπολογισμένα με το αρχικό μίσθωμα των 88,04 ευρώ.
Όμως, το μίσθωμα αυτό δεν ίσχυε πλέον, αφού μεσολάβησε, κατά τα ανωτέρω, η αναπροσαρμογή του σε 1320 ευρώ και συνεπώς ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος ως προς την πληρωμή του υπόλοιπου, μέχρι το ποσό των 1320 ευρώ, μέρους του μισθώματος. Μετά τα περιστατικά αυτά οι σχέσεις των διαδίκων οξύνθηκαν ιδιαίτερα, ακολούθησε η μεταξύ τους ανταλλαγή εξώδικων και, εν τέλει, ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 20-4-2006, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι το μίσθωμα ανέρχεται σε 1500 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει 18.000 ευρώ για τα μισθώματα ενός έτους, κατάγγειλε τη μίσθωση και ζήτησε την απόδοση του μισθίου και την καταβολή του ποσού των 18.000 ευρώ.
Ο εναγόμενος, ωστόσο, προκειμένου να αποτρέψει τα αποτελέσματα της καταγγελίας και ανεξάρτητα από τις αντιρρήσεις του για το εάν όφειλε πράγματι το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, έσπευσε στις 8-5-2006 να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Γραφείο Μυκόνου) το ποσό των 19.060,80 ευρώ, για την κάλυψη τόσο του ποσού των μισθωμάτων, όπως τα υπολόγιζε και τα απαιτούσε ο ενάγων, όσο και των εξόδων καταγγελίας, εκδοθέντος του υπ' αριθμ.
…/8-5-2006 Γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, το οποίο εμπρόθεσμα προσέφερε στον ενάγοντα, που αρνήθηκε να το παραλάβει. Η δημόσια κατάθεση των μισθωμάτων και η προσφορά του σχετικού γραμματίου στον ενάγοντα ο οποίος σημειωτέον είναι κάτοικος Αθηνών δικαιολογούνται από το γεγονός των ιδιαίτερα τεταμένων σχέσεων των διαδίκων, εξαιτίας των οποίων υπήρχε ο κίνδυνος να μην αποδεχθεί ο ενάγων τα μισθώματα και να απωλέσει στο μεταξύ ο εναγόμενος την προθεσμία του ενός μηνός, μέσα στην οποία όφειλε να ενεργήσει ώστε να αποτραπούν τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας.
Σημειώνεται, πάντως, ότι έκτοτε, κατά το διαρρεύσαν διάστημα της αντιδικίας, ο εναγόμενος συνεχίζει να καταβάλλει το αυξημένο μίσθωμα (ετησίως) επιφυλασσόμενος για κάθε αχρεώστητη καταβολή. Τέλος αποδείχθηκε ότι το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 18.000 ευρώ, για το οποίο είχε εκδοθεί το προαναφερόμενο υπ' αριθμ…/8-5-2006 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης), έχει ήδη εισπραχθεί από τον ενάγοντα (στις 17-6-2008, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της ένδικης αγωγής), όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ…./2009 έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον ο μισθωτής πριν παρέλθει μήνας από την καταγγελία κατέβαλε τα καθυστερούμενα μισθώματα προσφέροντας στον εκμισθωτή το γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης-προσέφερε μάλιστα περισσότερα από τα πράγματι οφειλόμενα-η καταγγελία έμεινε χωρίς αποτέλεσμα σύμφωνα με το άρθρο 597 παρ. 2 ΑΚ και η μίσθωση δεν λύθηκε, οπότε η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και δη καθ' ολοκληρίαν, εν όψει του ότι και το αιτούμενο με αυτήν ποσό έχει ήδη εξοφληθεί.
Έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή. Κατά συνέπειαν πρέπει, κατά παραδοχή της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων της ως και κατ' ουσίαν βάσιμων, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού διακρατηθεί στο Δικαστήριο αυτό η υπόθεση, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στην τυπική και ουσιαστική παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, την εξαφάνιση της υπ' αρ. 15 ΕΙΔ/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου (που είχε δεχθεί την από 5-4-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος) και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής μόνο ως προς την ερειδομένη στο άρθρο 597 ΑΚ βάση της την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του π.δ/τος 34/1995, ως και εκείνες των άρθρων 349, 427 και 430 ΑΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε, δεχόμενο ότι δεν επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της επίδικης εμπορικής μίσθωσης εκ μέρους του εκμισθωτή αναιρεσείοντος λόγω της σύννομης καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων και των εξόδων καταγγελίας εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου μισθωτή. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα γιατί το Εφετείο άφησε αίτηση της ένδικης αγωγής τους αδίκαστη και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. τελευταία ΚΠολΔ προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων με τον παραπάνω λόγο διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δεν εξέτασε τη δεύτερη βάση της ένδικης αγωγής του περί καταγγελίας της επίδικης εμπορικής μίσθωσης σύμφωνα με τον όρο 14 του από 1-5-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, δηλονότι τη βάση της αγωγής περί καταγγελίας της μίσθωσης από τη σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ), μετά την απόρριψη της πρώτης βάσης (καταγγελίας της μίσθωσης σύμφωνα με το νόμο) ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.
Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι νόμιμος (ΑΠ 824/2008) και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσίαν. Πράγματι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρχε αμφισβήτηση ως προς το ύψος των οφειλομένων μισθωμάτων και γι' αυτό και μόνο ο μισθωτής αναιρεσίβλητος προχώρησε στη δημόσια κατάθεση αυτών τα οποία και ανέλαβε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκμισθωτής.
Δηλονότι το Εφετείο δέχθηκε μόνο ότι η κατ'άρθρο 597 ΑΚ καταγγελία της επίδικης μίσθωσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος εκμισθωτή έμεινε χωρίς αποτέλεσμα και η μίσθωση δεν λύθηκε, "οπότε η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και δη καθ'ολοκληρίαν ενόψει του ότι και το αιτούμενο με αυτόν ποσό έχει ήδη εξοφληθεί".
Ενώ, όπως προκύπτει από την κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο αυτό επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 7-4-2006 και υπ'αρ. εκθεσ. Κατάθεσης 606/2006 αγωγής του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος ζήτησε από τον αντίδικό του- τότε εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο την απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου του σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και ειδικότερα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 14 του από 1-5-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, με τον οποίο (όρο) συμφωνήθηκε ότι " η μη εμπρόθεσμη καταβολή του μισθώματος ως και κάθε άλλης σχετικής με τη μίσθωση δαπάνης ή η παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους του συμφωνητικού αυτού ή του Νόμου παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει και να λύσει αμέσως και μονομερώς τη μίσθωση, να αποβάλει τον μισθωτή από το μίσθιο και τη σχετική νόμιμη διαδικασία".
Tην ανωτέρω δεύτερη -επικουρική βάση της ένδικης αγωγής όμως το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εξέτισε μετά την ουσιαστική απόρριψη της από το άρθρο 597 ΑΚ πρώτης βάσης της ίδιας αγωγής κα έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.9 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ'ουσίαν βάσιμος.
Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο της δικανικής ομολογίας της βάσης της ένδικης αγωγής από τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο που παραδεκτά επικαλέστηκε ο ενάγων και ήδη ο αναιρεσίβλητος κατά την ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Όμως, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ουδαμώς συνάγεται, ότι ο τελευταίος πρότεινε αντιφατικούς ισχυρισμούς ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ύψους του μισθώματος της επίδικης μίσθωσης, ούτε συνάγεται ομολογία του (άρθρο 261 εδ.β' ΚΠολΔ) ως προς την επικαλούμενη από τον ενάγοντα αναιρεσείοντα προφορική συμφωνία της αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος της επίδικης εμπορικής μίσθωσης στο ποσό των 1500 ευρώ, όπως ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσείων, χωρίς ο εν λόγω ισχυρισμός να αποδειχθεί από όλη την αποδεικτική διαδικασία βάσιμος. Επομένως ο παραπάνω τρίτος και ο τελευταίος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν όλων των προεκτιθέμενων πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς το μέρος που απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η δεύτερη από το άρθρο 361 ΑΚ βάση της ένδικης από 5-4-2006 αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενος μέρος της, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 742/2000), προσέτι δε να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 154/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια (1600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ