1109/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1109/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Full text
Απόφαση 1109 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1109/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη, που δήλωσε στο ακροατήριο, ότι εκ παραδρομής γράφτηκε το επώνυμο της αναιρεσίβλητης στο αναιρετήριο "Γ." αντί του ορθού "Γ.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-1-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2009 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος τους, την απόρριψη δε αυτών κατά τα λοιπά, καθώς και των υπολοίπων λόγων αυτής.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα.
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν.2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25§§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.
Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/3001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006).
Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κλπ. πριν από την έναρξη ισχύος (1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και (3) των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ.
και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ.Πλ.
Ολ.7/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση : (Α) Με την ένδικη αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου η ήδη αναιρεσίβλητη επικαλουμένη ότι (α) με βάση τις αναφερόμενες εκεί αποφάσεις της Διευθύντριας της Η' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Ν. Κερκύρας-Θεσπρωτίας συνήψε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και της ως άνω νομίμου εκπροσώπου της δημόσιας αυτής υπηρεσίας, προκειμένου να εργασθεί ως συντηρήτρια έργων τέχνης στο νομό Κερκύρας, με χρόνο έναρξης της εργασίας της την 1-7-1996, για 66 εργάσιμες ημέρες και με κανονικό ωράριο, επί 5 ημέρες την εβδομάδα και με τον εκάστοτε καθοριζόμενο από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ μισθό (β) μετά την αρχική σύμβαση επακολούθησαν οι αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με το αυτό αντικείμενο και τους αυτούς όρους εργασίας, με βάση τις οποίες προσέφερε την εργασία της συνεχώς μέχρι την 17-10-2005, όταν απολύθηκε με εντολή της ως άνω υπηρεσίας, εφόσον δεν ανανεώθηκε η σύμβασή της και από τότε το εναγόμενο δεν αποδέχεται την προσφερομένη εργασία της (γ) κατά το ως άνω διάστημα εργάσθηκε με κανονικό ωράριο και με την αυτήν ειδικότητα καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας αυτής του εναγομένου, η δε απόλυσή της, εφόσον η εργασιακή της σύμβαση είναι ενιαία αορίστου χρόνου, είναι άκυρη λόγω μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων και ως εκ τούτου το εναγόμενο έγινε υπερήμερο ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της, ζήτησε, εκτός άλλων, ν' αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί αυτό να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να της καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως μισθούς υπερημερίας, άλλως και επικουρικά ως αποζημίωση απόλυσης.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δεδομένου ότι η εργασιακή σύμβαση, από την οποία απορρέουν οι αξιώσεις της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο, καθόσον η διαφορά που έχει ως αίτημα και την αναγνώριση και την απόδοση του ορθού νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης, εφόσον έχει ως βάση την παροχή υπηρεσιών του μισθωτού σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αποτελεί διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας δικαιοδοσία έχουν τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (άρθ. 94§§1 και 2 του Συντάγματος, 1§2 ν. 1406/1983, 1 ΚΠολΔ, πρβλ.
ΑΕΔ 3/2004), όπως ορθώς έκρινε και το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τον οποίο με την άσκηση της αγωγής αυτής με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα παρακάμπτεται η προβλεπομένη από το άρθ. 11 ΠΔ 164/2004 διαδικασία (για την διαπίστωση της συνδρομής, διά των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων κλπ.
και του ΑΣΕΠ, των εκεί προβλεπομένων προϋποθέσεων προς μετατροπή των συναφθεισών πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω ΠΔ, και ενεργών κατ' αυτήν, διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου) και η μόνη δικαστική προστασία που προβλέπεται είναι αυτή της προσβολής της τυχόν μη ευνοϊκής απόφασης του ΑΣΕΠ ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, πρέπει ν' απορριφθεί (α) κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση του άρθ. 11 ΠΔ 164/2004 ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι επί των ενδίκων συμβάσεων, κατά τα προαναφερθέντα, δεν εφαρμόζεται το ΠΔ 164/2004 και (β) κατά το σκέλος του αληθώς από τον αριθμό 4 του ως άνω άρθρου, για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας (και όχι από τον αριθμό 5, για έλλειψη καθ’ ύλην αρμοδιότητας, όπως φέρεται) ως αβάσιμος. (Β) Το Εφετείο Κερκύρας, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλομένη 65/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι η Διευθύντρια της Η' Εφορείας Προϊστορικών Αρχαιοτήτων των Ν.
Κερκύρας και Θεσπρωτίας, ως νόμιμη εκπρόσωπος του εναγομένου, μεταξύ των ετών 1996 και 2005 εξέδωσε σειρά ανακοινώσεων, εγκρινόμενες κάθε φορά από το Υπουργείο Πολιτισμού, για την πρόσληψη ωρομίσθιου προσωπικού με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου προς κάλυψη αναγκών προσωπικού της δημόσιας αυτής υπηρεσίας και δη για μία θέση συντηρητού έργων τέχνης, ότι η ενάγουσα συμμετέσχε στην διαδικασία πρόσληψης και προσλήφθηκε με σύμβαση ορισμένου χρόνου, καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και της ως άνω Διευθύντριας, προκειμένου να εργασθεί για 495 ώρες εργασίας, με πενθήμερη απασχόληση και κανονικό ωράριο, όμοιο με των λοιπών δημοσίων υπαλλήλων, στην περιφέρεια του νομού Κέρκυρας και με αμοιβή που θα οριζόταν από σχετική συλλογική σύμβαση, η αρχική δε πρόσληψή της έγινε με την 1743/28-6-1996 απόφαση της Διευθύντριας της ΕΠΚΑ από 1-7-1998, όταν και άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο, ότι μετά την λήξη του χρόνου της ως άνω σύμβασης επαναπροσλήφθηκε με την 2570/1-10-1996 απόφαση της Διευθύντριας της ίδιας Υπηρεσίας για άλλες 172 εργατοώρες (23 ημέρες) με τους ίδιους όρους και την ίδια ειδικότητα και προσέφερε την εργασία της στο εναγόμενο μέχρι την λήξη της σύμβασης, ότι έκτοτε με αλλεπάλληλες αποφάσεις της αυτής Διευθύντριας με αριθ. 1820/23-6-1996, 1569/2-6-1998, ΔΙΟΙΚ/Α/10030/11-11-1998, 6491/16-10-2000, 3408/23-4-2001, 6628/26-9-2001, 4643/1-11-2001, 411/1-2-2002, 894/1-3-2002, 1325/1-5-2002, 2353/31-5-2002, 2838/1-7-2002, 3347/1-8-2002, 3756/2-9-2002, 4385/18-10-2002, 4573/1-11-2002, 1643/18-4-2003, 2512/2-6-2003, 3054/1-7-2003, 3664/1-8-2003, 4090/1-9-2003, 4679/1-10-2003, 4679/3-10-2003, 5404/3-11-2003, 5404/7-11-2003, 616/6-2-2004, 1445/1-4-2004, 2992/1-6-2004, 4096/30-7-2004, 5310/1-10-2004, 5712/20-10-2004, 9863/1-11-2004, 6235/18-11-2004, 6679/13-12-2004 και 681/31-1-2005 έγιναν διαδοχικές προσλήψεις της ενάγουσας στην ίδια υπηρεσία με αντίστοιχες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και εκείνη προσέφερε την εργασία της με την ίδια ειδικότητα συνεχώς από την 1-7-1996 μέχρι την 17-10-2005, μετά δε την λήξη της τελευταίας αυτής σύμβασης (17-10-2005) δεν έγινε επαναπρόσληψη της ενάγουσας και το εναγόμενο έπαυσε ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες της, ότι η ενάγουσα με την συνεχή προσφορά της εργασίας της στο εναγόμενο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (επί 9 έτη) κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ότι η εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας, καταρτισθείσα πριν από την ισχύ του ΠΔ 164/2004, ήταν ενεργής πριν απ' αυτήν και καταλαμβανόταν από τις διατάξεις του άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο που εφαρμόζονται στην μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής (λαμβανομένων υπόψη προς τούτο των συναλλακτικών ηθών, της καλής πίστης και των περιστάσεων) ως αορίστου χρόνου, αντί ορισμένου, όπως χαρακτηρίσθηκαν οι επιμέρους αλλεπάλληλες συμβάσεις κατά την κατάρτιση κάθε μίας απ' αυτές, ότι οι συμβάσεις αυτές είναι άκυρες ως προς τον χρονικό αυτόν περιορισμό και συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συντρεχουσών άλλωστε και όλων των προϋποθέσεων του ΠΔ 164/2004 για την μετατροπή των αλλεπαλλήλων αυτών συμβάσεων σε μία αόριστης διάρκειας, ότι η σύμβαση αυτή ως αορίστου χρόνου ανταποκρίνεται στις περιστάσεις και τις ανάγκες του εναγομένου και δη του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως είναι οι ανάγκες συντήρησης έργων τέχνης, ως εκ του ότι αυτές είναι πάγιες και διαρκείς αλλά και άκρως απαραίτητες, οι δε ως άνω διαδοχικές συμβάσεις προσχηματικά χαρακτηρίσθηκαν ως ορισμένου χρόνου κατά την κατάρτισή τους, ότι η απαγόρευση της σύναψης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου που επιβάλλει ο ν. 2190/1994 έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την προαναφερθείσα Οδηγία και δεν μπορεί ν' αποκλείσει τη εφαρμογή των άρθ. 1 και 8 ν. 2112/1920, αφού οι επίδικες εργασιακές συμβάσεις ως ορισμένου χρόνου δεν ήταν δικαιολογημένες από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, που προσέφερε η ενάγουσα, ούτε από τις λειτουργικές ανάγκες της ως άνω δημόσιας υπηρεσίας του εναγομένου που αβάσιμα υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει εκ μέρους του καταστρατήγηση των σχετικών διατάξεων, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθ. 103§§2, 7 και 8 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994, 8§3 ν.2112/1920 και 11 ΠΔ 164/2004 και απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε, ότι οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας της αναιρεσίβλητης (καταρτισθείσες πριν την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004 και συνεχισθείσες, όντας ενεργές κατά τα χρονικά αυτά σημεία, και μετά ταύτα) κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος και ότι ο καθορισμός της διάρκειας αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από την φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας, και έκρινε ότι αυτές αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθ. 8§3 ν. 2112/1920, που ήταν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, και σε ορθό κατέληξε συμπέρασμα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εσφαλμένα θεώρησε ως εφαρμοστέες και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 103§§7 και 8 του Συντάγματος (με την εκδοχή ότι αυτές δεν απαγορεύουν την σε κάθε περίπτωση μετατροπή των αλλεπαλλήλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου), διέλαβε δε σχετικά πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασεν ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 8§3 ν. 2112/1920, που εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέα, και των άρθ. 103§§7 και 8 του Συντάγματος, 81§3 ν. 1958/1991, 10 ΠΔ 99/1992, 27 ν. 2947/2001, που απαγορεύουν τον χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών ως αορίστου χρόνου, και 5 και 11 ΠΔ 164/2004, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης νόμιμοι, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων συγκροτούν την βάση και, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος εναγομένου ότι η ενάγουσα ουδέποτε συνήψε αλλεπάλληλες σχέσεις εργασίας καθώς και ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του ΠΔ 164/2004 για μετατροπή της εργασιακής της σύμβασης σε αόριστης διάρκειας, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα" με την προαναφερθείσα έννοια, αλλά άρνηση της αγωγής.
Πρέπει κατά συνέπεια ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την 134423/1993 ΥΑ, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 65/2009 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε διακόσια (200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ