Appeal dismissed; grounds rejected as accessory when one ground fails to affect the judgment's operative part.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision, which had partially rejected the plaintiff's claim regarding a real estate broker. The plaintiff argued she acted as a broker, but the court found she lacked legal capacity to perform brokerage duties during the relevant period and that the specific contract in question was already finalized between other parties. Consequently, the appellate court's findings were upheld, and the appeal was rejected as the grounds relied upon were accessory to a ground that had already failed to alter the judgment's operative effect.
Legislator headnote
AI generatedArt. 359 of the Code of Civil Procedure; If a judgment is based on multiple grounds and one ground is not affected by the appeal or is unsuccessfully challenged, the other grounds are inadmissible as accessory.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1109 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1109/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλφαντάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) ...συζ. Ψ2, 4) ... του Ψ2, 5) ...του Ψ2 και 6) Ψ3 του Φ1. Ο 1ος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη. Οι 2ος, 3η, 4η, 5η και 6η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Στεφανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 146/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3252/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-8-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 17-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 1-8-2008 αίτησης της Χ1 για αναίρεση της 3252/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες, επάλληλες, αιτιολογίες, αν έστω και μία δεν πλήττεται με την αναίρεση ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναιρέσεως, που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είναι επαγγελματίας μεσίτρια αστικών συμβάσεων, κάτοχος νόμιμης άδειας και διατηρεί μεσιτικό γραφείο στα ...
Ήταν εγγεγραμμένη στα μητρώα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών από 31-7-1990 και είχε παραλάβει από τη Νομαρχία Αθηνών, Διεύθυνση Εμπορίου, την άδεια άσκησης επαγγέλματος μεσίτριας αστικών συμβάσεων. Στη συνέχεια, όμως, επειδή δεν προσκόμισε στο Επιμελητήριο την απαιτουμένη από το νόμο δήλωση έναρξης επαγγέλματος από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., το Επιμελητήριο, αφού προηγουμένως της ζήτησε να τακτοποιήσει την εκκρεμότητα αυτή, τάσσοντας σ' αυτήν ως καταληκτική ημερομηνία προσκόμισης της ως άνω δήλωσης την 10-9-2004, διέγραψε την ενάγουσα από μέλος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών από 11-9-2004, με την 1606/24-6-2004 απόφαση της Διοικητικής του Επιτροπής.
Η ενάγουσα δεν προσέβαλε την απόφαση αυτή της διαγραφής της, αλλά στις 24-12-2004, αφού υπέβαλε τα από το Π.Δ. 248/1993 απαιτούμενα δικαιολογητικά, δήλωσε εκ νέου το επάγγελμα της μεσίτριας αστικών συμβάσεων και επανεγράφη στα μητρώα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών την 18-1-2005. Ότι, επομένως, κατά το διάστημα από 11-9-2004 έως 18-1-2005, η ενάγουσα δεν ασκούσε νόμιμα το επάγγελμα της μεσίτριας αστικών συμβάσεων.
Ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή το αναφερόμενο ακίνητο (οικόπεδο), το οποίο τον Ιούλιο 2004 αποφάσισε να πωλήσει. Έκανε δε γνωστό στους ενδιαφερόμενους μεσίτες, μηχανικούς και δικηγόρους που ενεργούσαν για λογαριασμό πελατών τους ότι αρμόδιος για την παροχή οποιωνδήποτε πληροφοριών και διευκρινήσεων σχετικά με το ακίνητο ήταν ο μηχανικός και συνεργάτης του ....
Τον ίδιο αυτόν μήνα (Ιούλιο 2004) ο πρώτος αναιρεσίβλητος έδωσε την εντολή στην αναιρεσείουσα και αυτή ανέλαβε με την ως άνω ιδιότητα της μεσίτριας να διενεργήσει για λογαριασμό του έρευνα και να του υποδείξει υποψήφιους αγοραστές για το ως άνω προσφερόμενο προς πώληση ακίνητο. Η τελευταία (αναιρεσείουσα) με την ιδιότητα της μεσίτριας υπέδειξε στον πρώτο αναιρεσίβλητο ως υποψήφιους αγοραστές τους ...
και ..., χωρίς όμως οι διαπραγματεύσεις να έχουν αίσιο αποτέλεσμα. Ότι ο ..., μηχανικός των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου ..., ο οποίος γνώριζε ότι το ανωτέρω ακίνητο ήταν προς πώληση, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα (στην προσβαλλόμενη απόφαση), επισκέφθηκε στις 14-9-2004 τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2 στα γραφεία της εταιρίας του και του έθεσε υπόψη ότι το ανωτέρω ακίνητο διατίθεται προς πώληση.
Στη συνέχεια, με απευθείας επαφές, διαπραγματεύσεις και συνεννοήσεις μεταξύ των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ2 επιτεύχθηκε στις 16-9-2004 η συμφωνία της αγοραπωλησίας του ως άνω ακινήτου και ακολούθως συντάχθηκε το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κρωπίας Κωνσταντίνου Βλαχάκη, με το οποίο ο πρώτος μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ακίνητο αυτό στους αγοραστές Ψ2, ...
σύζυγο Ψ2, ...θυγατέρα Ψ2 και ... (2ο, 3η, 4η και 5η αναιρεσίβλητους) κοινά, αδιαίρετα και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αντί τιμήματος 20.000.000 ευρώ. Ότι, περαιτέρω, η ενάγουσα στις 20-9-2004 τηλεφώνησε στα γραφεία του εφοπλιστή Φ1, αδελφού του Ψ2, και απάντησε η γραμματέας αυτού Τ1, στην οποία δήλωσε ότι είναι μεσίτρια ακινήτων και ότι ήθελε να ενημερώσει τον Φ1 για το εν λόγω προς πώληση ακίνητο του πρώτου εναγομένου.
Ο Φ1 αρνήθηκε να της μιλήσει γιατί δεν τη γνώριζε, και η ενάγουσα, αφού επανέλαβε στην Τ1 ότι έχει προς πώληση ένα ακίνητο, το οποίο ήθελε να δείξει στον Φ1, της άφησε προς τούτο τον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου. Η Τ1 έδωσε τον αριθμό του κινητού αυτού τηλεφώνου (της ενάγουσας) στην Ψ3, θυγατέρα του Φ1, 6η αναιρεσίβλητη, η οποία τηλεφώνησε στην ενάγουσα και ζήτησε να επισκεφθεί το εν λόγω ακίνητο, ενδιαφερομένη να το αγοράσει για λογαριασμό της.
Στις 23-9-2004 συναντήθηκε η ενάγουσα με την Ψ3 και της έδειξε το προς πώληση ακίνητο του πρώτου εναγομένου. Αμέσως μετά την επίσκεψη η ενάγουσα ζήτησε από την Ψ3 να υπογράψει έντυπη μεσιτική εντολή και η τελευταία υπέγραψε την από 23-9-2004 έντυπη μεσιτική εντολή, με την οποία συμφωνήθηκε αμοιβή ανερχομένη σε ποσοστό 1,3% επί της τιμής πώλησης του εν λόγω ακινήτου.
Ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Ψ3 ζήτησε να δει το προς πώληση ακίνητο και ότι υπέγραψε την ως άνω μεσιτική εντολή για λογαριασμό των άνω αγοραστών ως άμεση αντιπρόσωπος αυτών, προστηθείσα υπ' αυτών και κατ' εντολήν τους. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η Ψ3 πήγε στη συνάντηση με την ενάγουσα για να δει το ακίνητο για να το αγοράσει η ίδια προσωπικώς και όχι για λογαριασμό των παραπάνω αγοραστών.
Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η συμφωνία για την πώληση του εν λόγω ακινήτου είχε ήδη κλείσει από 16-9-2004 μεταξύ του πρώτου αναιρεσίβλητου και του Ψ2, κατά συνέπειαν, είναι εξ αντικειμένου αδύνατον ο Ψ2, η σύζυγός του και οι θυγατέρες του, να δώσουν εντολή στην Ψ3 (ημέρα που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι είχε την πρώτη τηλεφωνική επαφή της με αυτήν) να τους εκπροσωπήσει στην ένδικη σύμβαση μεσιτείας, αφού είχαν ήδη συμφωνήσει τα πάντα με τον πωλητή του ακινήτου και είχε δρομολογηθεί η σύνταξη του οριστικού συμβολαίου.
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση οι παραπάνω μεσιτικές πράξεις, δηλαδή η υπόδειξη του εν λόγω ακινήτου του πρώτου εναγομένου στην εντολέα Ψ3 και η υπογραφή της σχετικής εντολής στις 23-9-2004, έγιναν από την ενάγουσα σε χρόνο, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αυτή (ενάγουσα) δεν είχε εκ του νόμου ικανότητα για τη διενέργεια των μεσιτικών πράξεων της μεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας για την κατάρτιση αμφοτεροβαρών συμβάσεων που αφορούν σε ακίνητα, αφού κατά το χρονικό διάστημα από 11-9-2004 έως 18-1-2005 δεν ήταν μέλος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών.
Ότι, επομένως, οι παραπάνω διενεργηθείσες από αυτήν μεσιτικές πράξεις κατά το ως άνω χρονικό διάστημα συνιστούν παράνομες και άκυρες πράξεις οι οποίες δεν στοιχειοθετούν κατά νόμο απαίτηση για αμοιβή. Ότι, τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η μεσιτεία είναι σύμβαση ενοχική υποσχετική υπό αίρεση δικαίου, γιατί ο ίδιος ο νόμος εξαρτά την επέλευση των αποτελεσμάτων της (υποχρέωση καταβολής της αμοιβής) από μέλλον και αβέβαιο γεγονός της σύναψης της σκοπουμένης σύμβασης, από την ελεύθερη άρα βούληση σύναψης του μεσιτικού εντολέα, με αποτέλεσμα να μη βρίσκει έδαφος εφαρμογής επ' αυτής η διάταξη του άρθρου 209 Α.Κ.
Ακολούθως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως βάσιμους τους σχετικούς πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο Ψ1 (ως προς τους λοιπούς εναγόμενους είχε διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης και η παραπομπή αυτής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) και απέρριψε την αγωγή ως προς τον εναγόμενο Ψ1.
από τον Απρίλιο του 1998, δηλαδή πριν την τέλεση του γάμου του. Επομένως κατά το μέρος αυτό (δεύτερο) ο έβδομος λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί όπως και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 25-8-2008 αίτηση για αναίρεση της 7273/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών στην οποία ενσωματώνεται η 708/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ