Legislator Case Law & Legislation
1109/2008 AI generated

1109/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1109/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1109/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι κατά τη σύνταξη του ........ προσυμφώνου πώλησης της συμβολαιογράφου Πατρών Π. Τσούνη, με το οποίο ο εργολάβος του έργου Γ1 συμβλήθηκε με τους γονείς της ανήλικης τότε αναιρεσίβλητης ....

Keywords

AI generated
expatriation and foreign residence allowances voluntary resignation right to a decision revocation of nationality Iraqi asylum application right to disconnect
AI generated
47/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
989/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-5-2021 αίτηση και τους από 10-8-2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
952/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
657/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
924/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1109 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1109/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκαστή.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δερβίση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-9-2000 και 25-5-2001 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 474/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-4-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 20-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι κατά τη σύνταξη του ........ προσυμφώνου πώλησης της συμβολαιογράφου Πατρών Π. Τσούνη, με το οποίο ο εργολάβος του έργου Γ1 συμβλήθηκε με τους γονείς της ανήλικης τότε αναιρεσίβλητης ....

και ....., που ενεργούσαν για λογαριασμό της και προσυμφώνησε την πώληση και μεταβίβαση σ' αυτούς της κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος αντί τιμήματος δρχ. 13.500.000, και ότι οι γονείς της αναιρεσίβλητης κατέβαλαν στον αναιρεσείοντα το ποσό των 2.700.000, δέχθηκε, δηλαδή, ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, που δεν προτάθηκε ενώπιον του, αλλά ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού θεμελίωσε, μεταξύ άλλων, την ένσταση της ίδιας - (αναιρεσίβλητης) - περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αντιδίκου της.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο προμνημονευόμενος ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης δεν αποτέλεσε στοιχείο θεμελιωτικό μεταξύ άλλων, της ένστασης κατάχρησης του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσείοντα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή να διαλαμβάνεται ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και να εξειδικεύεται το σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η αντίφαση, από ποιά αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιό, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή αποζημίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης λόγω της ζημίας την οποία έχει υποστεί εξαιτίας της αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του αντιδίκου της, καθώς και χρηματικής της ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης την οποία, επίσης, έχει η ίδια υποστεί, δεχόμενο, ότι "...

δεν αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω πράξεις και παραλείψεις του ενάγοντος και εναγομένου της ανωτέρω αγωγής, έγιναν με πρόθεση να ζημιώσει την εναγόμενη και ενάγουσα της αγωγής αυτής, η όλη δε συμπεριφορά του αποσκοπούσε στη διασφάλιση των δικών του συμφερόντων έναντι του εργολάβου, ο οποίος δεν ήταν συνεπής στις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Συνεπώς, εφόσον λείπει το στοιχείο της πρόθεσης στην ελεγχόμενη συμπεριφορά του ως άνω εναγομένου, δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης βάσει της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ..." και, παράλληλα, με αντιφατικές αιτιολογίες, να απορρίψει την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή, καθώς και την παραδεκτά σωρευόμενη με αυτή αγωγή αποζημίωσης χρήσης του επίδικου ακινήτου του ήδη αναιρεσείοντα ως ουσιαστικά αβάσιμες, κατά παραδοχή της ένστασης της αντιδίκου του περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματός του ως και κατ' ουσίαν βάσιμης, δικαιώματος που απορρέει από το εργολαβικό συμβόλαιο και το νόμο "προς καταγγελία και υπαναχώρηση της εργολαβίας", έτσι δε στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αμέσως πιο πάνω ένσταση της αναιρεσίβλητης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η συμπεριφορά αυτή τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο ( Ολ.

ΑΠ 17/1995 και 62/1990). Απαιτείται, δηλαδή, για το χαρακτηρισμό ως καταχρηστικής της άσκησης του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.

Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η από αυτόν κατάσταση που δημιουργήθηκε, η οποία συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για αυτόν (υπόχρεο) επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεστεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 62/1990 ό.π).

Εξάλλου, το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματός του. Ειδικά, στην περίπτωση κατά την οποία, υπαρχουσας εργολαβικής σύμβασης προς ανέγερση πολυκατοικίας, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, ο εργολάβος κηρύσσεται έκπτωτος λόγω υπερημερίας, η από τον οικοπεδούχο διεκδίκηση της οριζόντιας ιδιοκτησίας, η οποία μετά την έκπτωση του εργολάβου περιήλθε σ' αυτόν από τον τρίτο, προς τον οποίο ο εργολάβος είχε υποσχεθεί την πώλησή της με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και είχε προεισπράξει το τίμημα, τότε μόνο είναι καταχρηστική, όταν ο οικοπεδούχος συναίνεσε να εγκατασταθεί ο τρίτος στην οριζόντια ιδιοκτησία, της οποίας η πώληση είχε προσυμφωνηθεί με τον εργολάβο, πριν από την έκπτωσή του, και τον διαβεβαίωσε, ότι η οριστική σύμβαση θα καταρτιζόταν με αυτόν στο άμεσο μέλλον με την καταβολή συγκεκριμένου συμπληρωματικού τιμήματος, ενόψει δε της διαβεβαίωσης αυτής ο τρίτος έκανε εργασίες αποπεράτωσης του ημιτελούς διαμερίσματος με δικές του δαπάνες, κατόπιν δε όλων αυτών ο οικοπεδούχος αθέτησε την υπόσχεση κατάρτισης οριστικού συμβολαίου. (Ολ.

ΑΠ 56/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκαν και τα εξής: 1) Ότι κατά το χρονικό διάστημα που ο εργολάβος Γ1 δεν ήταν συνεπής προς τις υποχρεώσεις του προς το ΙΚΑ, έγιναν από τον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσείοντα) μεταβιβάσεις διαμερισμάτων προ τρίτους, στις οποίες συμμετείχε και ο ανωτέρω εργολάβος ως συμβαλλόμενος.

Ειδικότερα, καταρτίσθηκαν τα παρακάτω αγοραπωλητήρια συμβόλαια: α) το ...... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Πατρών Πηνελόπης Τσούνη, με το οποίο μεταβιβάστηκε στο .... ένα κατάστημα, β) το ...... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμ/φου, με το οποίο μεταβιβάστηκε στον ...... ένα διαμέρισμα, γ) το .... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Χρήστου Αργύρη, με το οποίο μεταβιβάστηκε στο .....

ένα διαμέρισμα, δ) το .... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμ/φου Πατρών Πηνελόπης Τσούνη, με το οποίο μεταβιβάστηκε στον .... ένα διαμέρισμα και ε) το .... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμ/φου με το οποίο μεταβιβάστηκε στην..... ένα διαμέρισμα. 2) Ότι ο ενάγων, ενόψει και της άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εργολάβου, παρακολουθούσε επισταμένως και από κοντά την πρόοδο των εργασιών της πολυώροφης οικοδομής, ήταν γνώστης όλων γενικά των συμφωνιών αγοραπωλησίας των οριζόντιων ιδιοκτησιών του εργολαβικού ανταλλάγματος, συζητούσε με τους υποψήφιους αγοραστές, παρακολουθούσε την καταβολή των χρηματικών δόσεων από τους αγοραστές προς τον εργολάβο, τους οποίους μάλιστα παρότρυνε, μεταξύ των οποίων και την εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη), να καταβάλουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα και πριν από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου τις δόσεις του συμφωνηθέντος τιμήματος, έχοντας προς τούτο άμεσο συμφέρον, λόγω των οικονομικών του διαφορών με τον εργολάβο. 3) Ότι η εναγομένη, από το μήνα Νοέμβριο του έτους 1997, που ο εργολάβος παρέδωσε τα κλειδιά του επιδίκου διαμερίσματος σ' αυτή, άρχισε να εκτελεί εντός αυτού διάφορες εργασίες προς αποπεράτωσή του.

Συγκεκριμένα, κατασκεύασε τα ντουλάπια και τους πάγκους της κουζίνας, καθώς και τις ντουλάπες των υπνοδωματίων. Τις εργασίες αυτές τις πραγματοποίησε ο πατέρας της εναγομένης, που είναι ξυλουργός. 4) Ότι η τελευταία συμμετείχε στις συνελεύσεις των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας και κατέβαλε την αναλογία των κοινοχρήστων του ως άνω διαμερίσματος, το οποίο από την αποπεράτωσή του χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία της. 5) Ότι στις παραπάνω συνελεύσεις συμμετείχε και ο ίδιος ο ενάγων και συζητούσε με την εναγομένη, χωρίς ποτέ να της αμφισβητήσει οποιοδήποτε δικαίωμα νομής ή κατοχής της.

Αντιθέτως, την διαβεβαίωνε ότι μελλοντικά θα της μεταβιβάσει το ως άνω διαμέρισμα. Και 6) ότι ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για πρώτη φορά προς την εναγομένη για παράνομη κατοχή απ' αυτή του διαμερίσματος τη 18.11.1999 με το ταυτόχρονο εξώδικο έγγραφό του και την 20.4.2000 με την άσκηση εναντίον της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων προς απόδοση της νομής, που απορρίφθηκε με την 299/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών.

Τα ανωτέρω (υπό στοιχεία 1 έως 6) πραγματικά περιστατικά, δημιούργησαν στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να διεκδικήσει το επίδικο διαμέρισμα και γι' αυτόν άλλωστε το λόγο εκείνη κατέβαλε όχι μόνο το συμφωνηθέν τίμημα, αλλά και το ποσό του 1.000.000 δραχμών πέραν τούτου, πριν την ορισθείσα ημερομηνία για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, μ' αποτέλεσμα η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος να καθίσταται καταχρηστική, καθόσον υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, η δε επιδιωκόμενη με την αγωγή ανατροπή της δημιουργηθείσας καταστάσεως θα επιφέρει ιδιαιτέρως επαχθείς για την εναγομένη επιπτώσεις, γιατί θα παραμείνει άστεγη, δεδομένου ότι οι οικονομικές δυνατότητες της δεν επιτρέπουν σ' αυτή να αποκτήσει για κατοικία της άλλο διαμέρισμα>>.

Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή της ένστασης του άρθρου 281 Α.Κ., που προβλήθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αντιδίκου της, τόσο κατά τη βάση της περί διεκδίκησης της κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος, όσο και κατά τη βάση της περί επιδίκασης στον τελευταίο ως αποζημίωση χρήσης του εν λόγω διαμερίσματος του ποσού των δρχ. 4.301.000, με την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη, "πίστευε καλοπίστως ότι έχει το δικαίωμα να νέμεται και να κατέχει τούτο".

Το Εφετείο, επίσης, με τις περαιτέρω παραδοχές, ότι: "Δεν αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω πράξεις και παραλείψεις του ενάγοντος και εναγομένου της ανωτέρω αγωγής, έγιναν με πρόθεση να ζημιώσει την εναγομένη και ενάγουσα της αγωγής αυτής, η όλη δε συμπεριφορά του αποσκοπούσε στη διασφάλιση των δικών του συμφερόντων έναντι του εργολάβου, ο οποίος δεν ήταν συνεπής στις συμβατικές του υποχρεώσεις.

Συνεπώς, εφόσον λείπει το στοιχείο της πρόθεσης στην ελεγχόμενη συμπεριφορά του ως άνω εναγομένου, δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης βάσει της διάταξης του άρθρου 919 Α.Κ.", απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης περί αποζημίωσής της από την αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του αντιδίκου της καθώς και περί χρηματικής της ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία έχει υποστεί, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, συνακόλουθα, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού πράγματι, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που προπαρατέθηκαν, καθώς και τη συμπεριφορά του οικοπεδούχου και ήδη αναιρεσείοντα, όπως, επίσης, εκτέθηκε, η από μέρους του άσκηση του αγωγικού του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και ως τέτοια απαγορεύεται κατά την αμέσως πιο πάνω διάταξη, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 558 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, που προτάθηκε ενώπιόν του με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατά τις γενικές συνελεύσεις της πολυκατοικίας που έλαβαν χώρα μετά την έκπτωση του εργολάβου όχι μόνο δεν συναινούσε αυτός -αναιρεσείων- στην υπογραφή των οριστικών συμβολαίων μεταβίβασης της κυριότητας των διαμερισμάτων που είχαν δοθεί στον εργολάβο ως εργολαβικό αντάλλαγμα και των οποίων είχε ήδη προσυμφωνηθεί η πώλησή τους στους κατόχους τους, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη, ούτε, επίσης, υποσχόταν ο ίδιος την υπογραφή των συμβολαίων αυτών, αλλά, αντίθετα, ενημέρωνε τους κατόχους των πιό πάνω διαμερισμάτων, ότι δεν επρόκειτο να συμπράξει στην υπογραφή των οικείων μεταβιβαστικών της κυριότητάς τους σ' αυτούς συμβολαίων, προέτρεπε δε τους τελευταίους να εγκαταλείψουν τα διαμερίσματα, τα οποία κατείχαν.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ο επίμαχος ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί άρνηση της αγωγής αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης, καθώς και της ένστασης της ίδιας περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσείοντα.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο, αφενός μεν της 499/2003 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία καταδικάστηκε ο εργολάβος Γ1 σε συνολική ποινή φυλάκισης σαράντα (40) ημερών για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις της εξύβρισης, απειλής και εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης σε βάρος του- αναιρεσείοντα-, με το να δεχθεί, ότι ο τελευταίος διαβεβαίωνε την αναιρεσίβλητη στις γενικές συνελεύσεις της πολυκατοικίας, ότι θα της μεταβιβάσει μελλοντικά το επίδικο διαμέρισμα και αφετέρου των από 20-6-2000 προτάσεων της αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πατρών, ενόψει της συζήτησης αίτησή του - αναιρεσείοντα- για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και της 229/2000 απόφασης του πιο πάνω Δικαστηρίου, με τα ταυτάριθμα σ' αυτή πρακτικά, στα οποία περιέχεται η ένορκη κατάθεση του πατέρα της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθεί, ότι αυτός παρότρυνε την αντίδικό του να καταβάλει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και, ειδικότερα, πριν από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου τις δόσεις του προσυμφωνημένου τιμήματος, μολονότι από την καταδικαστική απόφαση, που προπαρατέθηκε, προκύπτει σαφώς η άρνηση του αναιρεσείοντα να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης της κυριότητας του επίδικου διαμερίσματος στην αντίδικό του, αλλά και σε άλλους κατόχους διαμερισμάτων, (όπως λ.χ.

τους .... και .....), ενώ από τα λοιπά έγγραφα προκύπτει τόσο η μη συμμετοχή του αναιρεσείοντα στη σύναψη του προσυμφώνου που υπογράφτηκε από τον εργολάβο και τους γονείς της αναιρεσίβλητης, όσο και η έλλειψη οποιασδήποτε πληροφόρησης του αναιρεσείοντα ως προς τις οικονομικές δοσοληψίες του εργολάβου και των γονέων της αναιρεσίβλητης τουλάχιστον μέχρι το μήνα Νοέμβριο του 1997.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, στις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των διαδίκων και σε όλα τα λοιπά έγγραφα, που με επίκληση, προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προμνημονευόμενα έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-4-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 56/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ