1109/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1109/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται η 497/2003 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατ' άρθρ. 12 § 1, 2 του Ν. 2298/1995 όπως αντ. με τα άρθρ. 28 § 3 του Ν. 2579/1998 και 42 του Ν. 2721/1999.
Full text
Απόφαση 1109 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1109/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK AE" που εξομοιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του Ν. 2190/1920, λόγω συγχώνευσης, με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:158/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 520/2001 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά το αναιρεσείον με την από 20-2-2003 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Κασσαβέτης ανέγνωσε την από 10-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται η 497/2003 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατ' άρθρ. 12 § 1, 2 του Ν. 2298/1995 όπως αντ. με τα άρθρ. 28 § 3 του Ν. 2579/1998 και 42 του Ν. 2721/1999.
Οι διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του Ν. Δ/τος 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με το άρθρο 52 αριθ. 3 του Εισαγωγικού του νόμου ορίζουν τα ακόλουθα η πρώτη απ' αυτές "1. Ο υπερθεματιστής υποχρεούται να καταβάλει το πλειστηρίασμα προς την δανείστριαν λαμβάνων δυνάμει της καταβολής περίληψιν της κατακυρωτικής εκθέσεως 2.
Η δανείστρια μετά συμψηφισμό των οφειλομένων αυτή καταθέτει το υπόλοιπον δικαστικώς 3. Εάν υπερθεματιστής είναι η δανείστρια συμψηφίζει την απαίτηση αυτήν προς πλειστηρίασμα και το τυχόν υπόλοιπον καταθέτει δικαστικώς" και η δεύτερη "1. Επί του πλειστηριάσματος γίνεται υπό του συμβολαιογράφου πίναξ κατατάξεως. 2.
Εάν εκ του πίνακος κατατάξεως, τελεσιδίκου γενομένου, προκύψη ότι κακώς εγένετο ο συμψηφισμός, υποχρεούται η δανείστρια ίνα επιστρέψει τα ληφθέντα εντόκως προς 9% προς τον εκ του πίνακος δικαιούχον". Από τις διατάξεις αυτές οι οποίες χωρίς να θεσπίζουν προνόμια υπέρ των ανωνύμων εταιριών και τραπεζών εισάγουν παρεκκλίσεις από τις αντίστοιχες γενικές διατάξεις των άρθρων 1004 επόμ.
του Κ.Πολ.Δ. για διευκόλυνση της ταχύτερης πληρωμής και εκκαθάρισης των ασφαλισμένων με υποθήκη χρηματικών απαιτήσεων των ανωνύμων εταιριών και τραπεζών, ως προς το κρίσιμο της προκείμενης υπόθεσης ζήτημα συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Όταν Τράπεζα επισπεύδει αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου στο οποίο έχει εγγράψει υποθήκη για εξασφάλιση χρηματικής απαίτησής της, από τις αναφερόμενες στις διατάξεις του ανωτέρω διατάγματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες από τη δόση δανείου, ο υπερθεματιστής, ο οποίος θα αναδειχθεί σ' αυτόν, οφείλει να καταβάλει το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε, για το οποίο του κατακυρώθηκε το ακίνητο, απ' ευθείας στην ενυποθήκη δανείστρια Τράπεζα, 2) αυτή με τη λήψη του πλειστηριάσματος οφείλει να υπολογίσει το ύψος της απαίτησής της που πρέπει να ικανοποιηθεί απ' αυτό και το υπόλοιπο του να το καταθέσει δικαστικώς, τη λογιστική δε αυτή μονομερή πράξη της τράπεζας θεωρεί ως συμψηφισμό η διάταξη του άρθρου 61 παρ. 2 και όχι ότι οφείλει η τράπεζα να κάνει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια και συγκεκριμένα ορισμένη προς τρίτο δήλωση συμψηφισμού, 3) και για τον αναγκαστικό αυτό πλειστηριασμό, σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις, συντάσσεται από το συμβολαιογράφο πίνακας κατάταξης, όταν δε αυτός τελεσιδικήσει, η τράπεζα που, ως πιστώτρια, έχει καταταχθεί για ορισμένο ποσό απαίτησης για το οποίο και μόνο έναντι άλλων πιστωτών μπορούσε να ικανοποιηθεί, αν το υπόλοιπο του ποσού πλειστηριάσματος, το οποίο της καταβλήθηκε, που προκύπτει από την αφαίρεση του ποσού της πιο πάνω απαίτησης της δεν το παρακατάθεσε δικαστικώς, οφείλει να το καταβάλει στον αναγραφόμενο στον τελεσίδικο πίνακα κατάταξης ως δικαιούχο πιστωτή, με το νόμιμο τόκο του όχι από την τελεσιδικία του πίνακα αυτού αλλά από τη λήψη του πλειστηριάσματος, γιατί με τη λήψη του η όλη χρηματική απαίτησή της, για την οποία επέσπευσε τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου μόνο κατά το ποσό αυτής που κατατάχθηκε έχει αποσβεστεί και το υπόλοιπο όφειλε από τότε να το παρακαταθέσει δικαστικώς, για να διανεμηθεί στους άλλους, αναγραφόμενους στον πίνακα κατάταξης αναγγελθέντες πιστωτές κατά την αναγραφόμενη σ' αυτόν σειρά ικανοποίησης.
Δηλαδή σε κάθε περίπτωση που η Τράπεζα δεν παρακατάθεσε δικαστικώς το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος αυτού και είτε το παρακράτησε είτε το κατάθεσε υπέρ των αναγγελθέντων πιστωτών σε άτοκο λογαριασμό, οφείλει νόμιμους τόκους στον σύμφωνα με τον τελεσίδικο πίνακα κατάταξης δικαιούχο πιστωτή από την ημέρα που ο υπερθεματιστής της κατέβαλε το πλειστηρίασμα (Α.Π. 1286/1989).
Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εφαρμόζονται και στην περίπτωση που υπερθεματίστρια αναδείχθηκε η μη επισπεύσασα την παραπάνω αναγκαστική εκτέλεση ενυπόθηκη γι' απαίτηση από τις προσδιοριζόμενες στις διατάξεις του πιο πάνω διατάγματος δανείστρια Τράπεζα. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, κατ' εκτίμηση του κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.
επισκοπούμενου δικογράφου της από 6 Απριλίου 1998 αγωγής του, ισχυρίσθηκε ότι με τη σημειούμενη στο ίδιο δικόγραφο έκθεση πλειστηριασμού και κατακύρωσης κατακυρώθηκε στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", (που κατά την υπό κρίση αναίρεση συγχωνεύθηκε με την αναιρεσίβλητη), ένα ακίνητο της εταιρίας με την επωνυμία "ΚΟΛΟΒΕΤΣΙΟΣ ΑΒΕΕ ΘΕΣΣΑΛΙΚΑ ΔΕΡΜΑΤΑ" το οποίο πλειστηριάσθηκε με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ότι η ενυπόθηκη δανείστρια της καθής η εκτέλεση εναγόμενη υπερθεματίστρια Τράπεζα δεν κατέβαλε το από 100.010.000 δραχ.
πλειστηρίασμα την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ότι το ενάγον αναγγέλθηκε γι'απαίτησή του ποσού 8.806.226 δραχ. για το οποίο και κατατάχθηκε στο συνταγέντα πίνακα κατάταξης, μετά την τελεσιδικία του οποίου η εναγομένη κατέβαλε στις 4-11-1997 στο ενάγον το ανωτέρω ποσό και ότι αυτή του οφείλει τόκους που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από την 21-2-1996, που, κατά την ίδια αγωγή, διεξήχθη ο πλειστηριασμός μέχρι την 4-11-1997 και οι οποίοι ανέρχονται στο αιτούμενο με την αγωγή αυτή ποσό του 1.3553.957 δραχ.
Το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ανωτέρω αγωγή ως μη νόμιμη. Συνακόλουθα με όσα έχουν εκτεθεί ήταν εφαρμοστέες στην κριθείσα περίπτωση οι σημειωθείσες ειδικές διατάξεις του παραπάνω νομοθετικού διατάγματος με αποτέλεσμα τον, όπως έχει εκτεθεί, αποκλεισμό της εφαρμογής της επικαλούμενης από την αναιρεσίβλητη γενικής διάταξης του άρθρου 1004 § 2 Κ.Πολ.Δ.
κατά την οποία "αν ο υπερθεματιστής είναι ενυπόθηκος δανειστής ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί να επιτρέψει να μην καταβάλει το ποσό του πλειστηριάσματος που αναλογεί στην ενυπόθηκη απαίτησή του ή μέρος του ποσού αυτού ώσπου να γίνει η οριστική κατάταξη με εγγύηση ή χωρίς εγγύηση". Για την αιτία αυτή το Εφετείο με την εκτεθείσα κρίση του παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων των ανωνύμων εταιριών".
Επομένως ο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της παραδεκτά ασκηθείσης από το αναιρεσείον υπό κρίση αναίρεσης ως προς την οποία δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου της συζήτησής της με την από την αναιρεσίβλητη επικαλούμενη για πρώτη φορά με τις κατατεθείσες μετά τη συζήτηση προτάσεις της εκπρόθεσμη κατάθεσή της επί της αναίρεσης αυτής εισήγησης, μοναδικός λόγος της αναίρεσης αυτής με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., εγκείμενη στην παραβίαση των διατάξεων του ανωτέρω ν.δ/τος που σημειώθηκαν, είναι βάσιμος.
Για την αιτία αυτή πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, κατ' άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρούμενη απόφαση για περαιτέρω εκδίκαση στο δυνάμενο να συντεθεί από άλλους δικαστές Εφετείο που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 520/2001 απόφαση του Εφετείου της Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρούμενη απόφαση στο Εφετείο της Λάρισας για περαιτέρω απ'αυτό εκδίκασή της. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τριακόσια τριάντα, (330), ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ