1109/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1109/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην τελευταία περίπτωση οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξή τους (Ολ. ΑΠ 26/1995). Εξάλλου, πέραν της περιουσιακής αποζημιώσεως ο παθών μπορεί να απαιτήσει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1109 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1109/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 15η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων-αναιρεσίβλητων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία «ASCOT ENTERPRISES S.A.» (ΑΣΚΟΤ ΕΝΤΕΡΠΡΙΖΕΣ ΕΣ ΕΙ) που έχει έδρα στη Μονροβία της Λιβερίας και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Εταιρείας με την επωνυμία «CENTROFIN MANAGEMENT INC» που έχει έδρα στη Μονροβία της Λιβερίας, είναι εγκατεστημένη στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. 3) ..... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος: ..... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μικέ Κουντούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5148/2002 προδικαστική, 3955/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 730/2004 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι μεν αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητοι με την από 9 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή τους, ο δε αναιρεσίβλητος – αναιρεσείων με την από 29 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας διάβασε την από 1 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α) τη συνεκδίκαση των ως άνω αιτήσεων αναίρεσης και β) να απορριφθούν αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου – αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της από 29-3-2004 αίτησης και την απόρριψη της από 9-12-2004 (αντίθετης) αίτησης και την καταδίκη των αντίδικων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, οι υπό κρίση από α) 9-12-2004 και β) 29-3-2005 αντίθετες αιτήσεις, για αναίρεση της 730/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αυτεπαγγέλτως, να ενωθούν και συνεκδικασθούν προς διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης.
ΙΙ. Επί της από 29-3-2005 αιτήσεως του .....
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 551/1915, όπως ισχύει, που εφαρμόζεται και στην σύμβαση ναυτικής εργασίας κατά τα άρθρα 2 του ιδίου νόμου και 66 του ΚΙΝΔ (ν. 3816/1958), προκύπτει ότι ο παθών εκ του ατυχήματος έχει δικαίωμα να εγείρει την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσει, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ, πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και, εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών.
Στην τελευταία περίπτωση οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξή τους (Ολ. ΑΠ 26/1995). Εξάλλου, πέραν της περιουσιακής αποζημιώσεως ο παθών μπορεί να απαιτήσει και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η αξίωση αυτή κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (914, 922, 932 ΑΚ) εις τρόπον ώστε για τη θεμελίωσή της δεν απαιτείται το ειδικό πταίσμα της μη τηρήσεως επιβαλλομένων όρων ασφαλείας, αλλ' αρκεί το κατά το κοινό δίκαιο πταίσμα του εργοδότη ή των από αυτόν προστηθέντων (Ολ. ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 356/2001), εφόσον βεβαίως και στην περίπτωση αυτή υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσης ζημίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, και τα εξής : Κατόπιν του από 22-3-2001 προσυμφώνου ναυτικής εργασίας, μεταξύ του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και της δεύτερης εναγομένης-αναιρεσίβλητης, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της πρώτης εναγομένης - αναιρεσίβλητης, αλλοδαπής εταιρίας, πλοιοκτήτριας του υπό σημαία Ελληνική δεξαμενοπλοίου .... , της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο τρίτος εναγόμενος και αναιρεσίβλητος, ο ενάγων προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε αυθημερόν ως ναύκληρος στο πιο πάνω πλοίο στο Τριέστη της Ιταλίας, με συμφωνηθέντα μισθό τον προβλεπόμενο από την σχετική ΣΣΝΕ για την ειδικότητά του, ήτοι 2928,83 ευρώ και εργάστηκε με την ειδικότητα αυτή μέχρι τις 30-8-2001, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας λόγω του τραυματισμού του που έλαβε χώρα κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες.
Στις 30-8-2001 και περί ώρα 15.45΄, κατά το χρόνο που το πλοίο βρισκόταν σε διαδικασία αγκυροβολίας στο λιμάνι Βαλέττα της Μάλτας, ο ενάγων έλαβε εντολή από τον Υποπλοίαρχο του πλοίου ...., άμεσο προϊστάμενό του, να ενεργήσει εργασίες συντήρησης στην πρυμναία πλατφόρμα του καταστρώματος, δηλαδή σε υπερηψωμένη επιφάνεια δαπέδου από μαδέρια σχήματος ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου που έχει διαστάσεις μήκους 4,70 μ., πλάτους 5 μ.
και ύψους υπέρ το κύριο κατάστρωμα 1,80 μ. και αποτελείται από μεταλλικό σκελετό, συγκολλημένο σταθερά επί του κυρίου καταστρώματος δια είκοσι μεταλλικών στηλίσκων διατεταγμένων ανά πέντε αριστερά – δεξιά πρώρα – πρύμνα – και χρησιμεύει για κάλυμμα των σωλήνων φορτίου (spring platform). Δηλαδή κατά τον τρόπο αυτό προστατεύονται οι κάτωθεν της οροφής του καλύμματος κείμενοι αγωγοί (σωληνώσεις) καυσίμων και φορτίου από την τριβή (που αν δεν υπήρχε το κάλυμμα αυτό θα ήταν αναπόφευκτη) επ' αυτών, των συρμάτινων πλαγιοδετών, οι οποίοι βρίσκονται περιελιγμένοι σε ανέμη βαρούλκου κείμενη στη δεξιά πλευρά της εξέδρας και οδηγούνται εγκαρσίως προς τους τονοδηγούς της αριστερής πλευράς του πλοίου, όταν τούτο παραβάλλει (πλαγιοδετεί) σε αποβάθρες δια της αριστερής του πλευράς ή όταν εξασφαλίζει την πρύμνη του δια προσδέσεώς της σε στερεότυπο σύστημα πολλαπλών ναυδέτων.
Το κάλυμμα αυτό χρησιμοποιείται προς αποφυγή πρόκλησης σπινθήρων που θα μπορούσαν να παραχθούν και από την ελαφρύτερη επαφή των συρμάτινων πλαγιοδετών επί των σωληνώσεων του φορτίου των καυσίμων. Ειδικότερα το κάλυμμα προστασίας τα σωληνώσεων, όπου εργαζόταν ο αναιρεσείων, υφίστατο από κατασκευής του πλοίου και ο μοναδικός λόγος υπάρξεώς του ήταν η προστασία του φορτίου από τους εγκαρσίως διερχομένους πλαγιοδέτες, δεν χρησιμοποιείτο για τη διέλευση του πληρώματος και γι' αυτό δεν επιβάλλετο να έχει κιγκλίδωμα, γεγονός άλλωστε που θα καθιστούσε δύσκολη τη διέλευση των πλαγιοδετών και με κίνδυνο εμπλοκής των στα κιγκλιδώματα.
Ακόμη, για τη διέλευση του πληρώματος υπήρχαν εγκαρσίως τρείς σταθερές διαβάθρες με κιγκλιδώματα, μάλιστα η μία σε απόσταση πέντε μέτρων από την ένδικη (πλατφόρμα). Η τοποθέτηση δε κιγλιδωμάτων πάνω στο κάλυμμα των σωληνώσεων του φορτίου θα παρακώλυε την απρόσκοπτη διέλευση των συρματόσχοινων προσδέσεως του πλοίου με προφανείς κινδύνους εμπλοκών των συρματόσχοινων και εξ αυτών της ασφάλειας του πληρώματος που τα χειριζόταν και επί πλέον ενείχε τον κίνδυνο τριβής αυτών(συρματόσχοινων) με τα κιγκλιδώματα και παραγωγής σπινθήρων πάνω από τις σωληνώσεις διελεύσεως ευφλέκτου φορτίου με καταστρεπτικά αποτελέσματα για το πλοίο και την ασφάλεια του πληρώματος.
Κατά την εκτέλεση της πιο πάνω εργασίας του ο ενάγων προσπαθώντας να τραβήξει ένα από τα φθαρμένα μαδέρια, που αποτελούσαν το δάπεδο της πλατφόρμας, το οποίο ήταν σφηνωμένο και δεν αποκολλήθηκε αμέσως έπεσε από την πλατφόρμα στο κατάστρωμα του πλοίου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί στη σπονδυλική στήλη.
Βάσει αυτών των παραδοχών, το Εφετείο έκρινε ότι το ατύχημα αυτό δεν οφείλεται στην μη τήρηση εκ μέρους των εναγομένων ή των προστηθέντων από αυτούς ισχυουσών διατάξεων που θεσπίζουν ειδικούς όρους ασφαλείας και μάλιστα των διατάξεων που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και απέρριψε γι' αυτό την στηριζόμενη στις διατάξεις του κοινού δικαίου κυρία βάση της ένδικης αγωγής.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν είχαν εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση οι ειδικές για τους όρους ασφαλείας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις : α) του Παραρτήματος Ι παρ. 14.1 και του Παραρτήματος
ΙΙ παρ. 13.2 του Π.Δ. 16/1996, β) του άρθρου 42 του Π.Δ. 70/1990, γ΄) των παρ. 2, 3, 4 του Κανονισμού 25 της Διεθνούς Συμβάσεως "περί γραμμών φορτώσεως των πλοίων" του έτους 1966 (κυρ. με Α.Ν.391/1968), δ) της παρ. 1 του άρθρου 8 και παρ. 4 του άρθρου 13 του Π.Δ. 1349/1981, ε) του άρθρου 58 του Π.Δ. 399/24-8-1980 και στ΄) του άρθρου 5 του Π.Δ.13/22-3-1934, παραβίασε τις διατάξεις αυτές.
Οι ως άνω διατάξεις, όμως, δεν έχουν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή για τους εξής λόγους : 1)Οι διατάξεις του Π.Δ. 16/1996 για τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας στους χώρους εργασίας, σύμφωνα με την οδηγία 89/654/ΕΟΚ, εφαρμόζονται μεν σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες (άρθρ. 1 παρ. 3), προβλέπεται όμως ρητώς στην παρ. 5 περιπτ.
α΄του άρθρου 1 αυτού ότι δεν εφαρμόζονται στα μέσα μεταφορών, στα οποία περιλαμβάνονται και τα πλοία που μεταφέρουν ξηρό ή υγρό φορτίο (δεξαμενόπλοια). Με την περίπτωση δ΄ μάλιστα της ίδιας παραγράφου εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων του άνω Π.Δ. και τα αλιευτικά πλοία, διότι χωρίς την πρόβλεψη αυτή θα υπήρχε αμφισβήτηση για το αν τα αλιευτικά πλοία εμπίπτουν στην περίπτωση α΄, αφού τα πλοία αυτά χρησιμοποιούνται κυρίως για την αλιεία και όχι για την μεταφορά των αλιευμάτων. 2) Οι διατάξεις του Π.Δ. 70/1990, για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων σε ναυπηγικές εργασίες, δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η εργασία που εκτελούσε ο αναιρεσείων στην άνω πλατφόρμα ήταν ναυπηγοεπισκευαστικό έργο κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του άνω Π.Δ., η εν λόγω πλατφόρμα δεν αποτελούσε σταθερό ικρίωμα κατά την έννοια του άρθρου 38 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ., δηλαδή σταθερή μεταλλική ή ξύλινη κατασκευή, που εξυπηρετούσε την εκτέλεση ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών όχι επί της ίδιας κατασκευής, αλλά επί άλλου μετώπου εργασίας, που βρισκόταν σε διαφορετικό ύψος από το σταθερό δάπεδο (βλ.
και άρθρ. 37 και 42 παρ. 1 του άνω Π.Δ.). 3) Επίσης δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Δ.Σ. για τις γραμμές φορτώσεως του έτους 1966, που κυρώθηκε μαζί με τους συνημμένους σ' αυτή Κανονισμούς, με τον Α. Ν. 391/1968 και ειδικότερα οι διατάξεις του Κανονισμού 25 της άνω Δ.Σ., οι οποίες προβλέπουν την τοποθέτηση κιγλιδωμάτων επί όλων των εκτεθειμένων καταστρωμάτων και καταστρωμάτων υπερκατασκευάσματος.
Διότι ορίζεται μεν στην παρ. 10 περίπτ. α΄ του Κανονισμού 3 της άνω Δ.Σ. ότι θεωρείται υπερκατασκεύασμα και το ανυψωμένο τμήμα του πρυμναίου καταστρώματος, η προαναφερόμενη εξέδρα όμως δεν αποτελεί κατάστρωμα, ούτε υπερυψωμένο τμήμα του πρημναίου καταστρώματος – που εκτείνεται από πλευράς εις πλευράν (σε όλο το πλάτος) του πλοίου (πρβλ.
παρ. 9 και περίπτ. α΄ , εδαφ. πρώτο της άνω παρ. 10 του ίδιου Κανονισμού) – αλλά απλό κάλυμμα σωληνώσεων. Τέλος δεν έφαρμόζονται : 4) Τα άρθρα 8 και 13 του Π.Δ. 1349/1981 που αφορούν, το μεν πρώτο στην καταλληλότητα των κιγκλιδωμάτων και προστατευτικών διαφραγμάτων που τοποθετούνται στα στόμια κυτών ή σε άλλα ανοίγματα και στα καταστρώματα, ήτοι σε χώρους περί των οποίων δεν πρόκειται εδώ, το δε δεύτερο στην τοποθέτηση ευδιάκριτων και επαρκώς φωτιζόμενων σημάτων ασφαλείας σε όλες τις επικίνδυνες περιοχές, ήτοι σημάτων απαγορεύσεως (απαγόρευση καπνίσματος, σβέσεως με νερό για μη πόσιμο νερό κ.λ.π.) ή σημάτων προειδοποιήσεως, (εύφλεκτες ύλες, εκκρηκτικές ύλες, τοξικές ουσίες κ.λ.π.), που χρησιμοποιούνται για την επισήμανση επικίνδυνων καταστάσεων ή αντικειμένων και δεν έχουν σχέση με μέτρα ασφαλείας που θα μπορούν να αποτρέψουν το ένδικο ατύχημα, 5) το άρθρο 5 του Π.Δ.13/22-3-1934 διότι καταργήθηκε με το άρθρ. 13 του Π.Δ. 16/18-1-1996, και 6) το άρθρο 58 του Π.Δ. 399/28-4-1980 με τον τίτλο "προστασία πληρώματος και επιβατών ", που ορίζει ότι "1.
Όπου επιτρέπεται η παραμονή ή η διέλευσις επιβατών επί ανοικτών χώρων του πλοίου, δέον εις τας πλευράς αυτού να υφίστανται κιγκλιδώματα ή κουπασταί, ύψους τουλάχιστον 1.00 μέτρου και ικανοποιητικής αντοχής.", διότι από το κείμενό της προκύπτει ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε ανοικτούς χώρους του πλοίου όπου επιτρέπεται η παραμονή ή διεύλευση των επιβατών ή και του πληρώματος, και συνεπώς όχι σε χώρο όπως η εν λόγω εξέδρα, η οποία αποτελεί απλό κάλυμμα σωληνώσεων και επί της οποίας δεν επιτρέπεται η παραμονή ή η διέλευση των επιβατών ή του πληρώματος.
Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε, δια της μη εφαρμογής τους, τις προαναφερόμενες διατάξεις και συνεπώς ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων.
Ειδικότερα η παραδοχή του ότι η ως άνω εξέδρα χρησιμοποιόταν για το πέρασμα των συρματόσχοινων και όχι για το πέρασμα του πληρώματος – που απέκλειε την εφαρμογή του άρθρου 58 του Π.Δ. 399/1980 – δεν έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή του ότι χρησιμοποιήθηκε από τον αναιρεσείοντα για την εκτέλεση εργασιών συντηρήσεως, αφού η εκτέλεση των εργασιών αυτών δεν έχει σχέση με την χρησιμοποίησή του για την διέλευση του πληρώματος.
Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ.Επί της από 9-12-2004 αιτήσεως των «ASCOT ENTERPRISES S.A.» Κ.Λ.Π.
1.Επειδή, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο με την έννοια των άρθρων 432, 438 και 443 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή έγγραφο από το οποίο παρέχεται άμεση ή έμμεση απόδειξη, αλλά έγγραφο στο οποίο αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (οι γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων) και συνεπώς η αποδιδόμενη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης παραμόρφωση του περιεχομένου της δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ..
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με την θεμελιούμενη στις διατάξεις του Ν. 551/1915 επικουρική βάση της αγωγής, η πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 7-4-2003 (με αριθ. καταθ. 41/2003) εκθέσεως ιατρικής πραγματογνωμοσύνης διότι αποδόθηκε σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι είχε, είναι απαράδεκτος, προεχόντως γιατί η έκθεση αυτή δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της, διότι το Εφετείο δεν αναφέρει γιατί ο ενάγων κατέστη ολικώς ανίκανος, λόγω του ατυχήματος, να ασκήσει άλλο επάγγελμα κοινωνικώς και οικονομικώς ισοδύναμο με εκείνο του ναυκλήρου και γιατί το αναφερόμενο επάγγελμα του «ρεσεψιονίστ» δεν είναι κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο με του ναυκλήρου.
Και κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού οι επικαλούμενες ελλείψεις και αν ακόμη υπάρχουν αφορούν την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εκτίθεται σαφώς και δεν στερούν την απόφαση από νόμιμη βάση. 2. Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, είναι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Με το δεύτερο (β΄ σκέλος), από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν με τις προτάσεις και αποδείχθηκαν αληθή με τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι ότι ο ναύκληρος ήταν έμπειρος ναυτικός, που είχε υπηρετήσει άλλες τρεις φορές στο ίδιο πλοίο επί μακρό χρονικό διάστημα και που γνώριζε πολύ καλά τον ασφαλή τρόπο εκτελέσεως της εργασίας βαψίματος, η οποία ήταν μια εύκολη δουλειά ρουτίνας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η ως άνω αιτίαση δεν αποτελεί πράγμα, υπό την ανωτέρω έννοια, αλλά επιχείρημα προς υποστήριξη των απόψεων των εναγομένων. 3. Επειδή, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 52 παρ. 7 του Κανονισμού εργασίας των ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω (ΒΔ 806/1970) – κατά το οποίο ο ναύκληρος «δια τας εκτελουμένας εν τω πλοίω μερίμνη του εργασίας ζητεί τας τυχόν αναγκαίας οδηγίας του υποπλοιάρχου» - διότι δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι για την επέλευση του ατυχήματος του ενάγοντος υπάρχει πταίσμα του προστηθέντος από τους εναγομένους υποπλοιάρχου, συνιστάμενο στο ότι αν και αυτός έδωσε στον ενάγοντα, ως άμεσος προϊστάμενός του, την εντολή να εκτελέσει την εργασία βαψίματος των μαδεριών, δεν του επέστησε την προσοχή στον ασφαλή τρόπο εκτελέσεως αυτής, ούτε πολύ περισσότερο επόπτευσε ο ίδιος την εκτέλεσή της, ώστε να μπορεί να παρέμβει σε κάθε στιγμή, εάν δεν τηρούνταν οι κανόνες ασφαλείας.
Οι διατάξεις όμως του άρθρου 52 του ανωτέρω Κανονισμού καθορίζουν τα εν γένει καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του ναυκλήρου και όχι του υποπλοιάρχου, γι' αυτό και δεν αναιρούν την προβλεπόμενη στο άρθρο 29 παρ. 1 του ίδιου κανονισμού ευθύνη του υποπλοιάρχου για τις εργασίες που εκτελεί το προσωπικό καταστρώματος και πολύ περισσότερο για τις εργασίες που ανέθεσε ο ίδιος σε μέλος του πληρώματος – και μάλιστα στο ναύκληρο που τελεί υπό τις διαταγές και τον έλεγχο αυτού (άρθρ. 52 παρ. 2) – την ασφαλή εκτέλεση των οποίων οφείλει να εποπτεύει και να ελέγχει, ως προστηθείς από τον εργοδότη, και στα πλαίσια της υποχρεώσεως πρόνοιας του τελευταίου προς τους εργαζόμενους (άρθρ. 662 ΑΚ).
Με τις πιο πάνω παραδοχές, άρα, το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 52 παρ. 7 του Β.Δ. 806/1970, η οποία δεν είχε στην συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογή και συνεπώς ο παραπάνω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος που στηρίζεται και σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, διότι το Εφετείο, ενώ δέχεται εμμέσως ότι υπεύθυνος για το ατύχημα είναι ο ναύκληρος – αφού ο υποπλοίαρχος έπρεπε να παρέμβει αν δεν τηρούνταν οι κανόνες ασφαλείας από τον ενάγοντα – καταλήγει ότι για το ένδικο εργατικό ατύχημα υπάρχει πταίσμα του υποπλοιάρχου. Ο λόγος αυτός είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ανεξάρτητα από το αν δέχεται, έστω και εμμέσως το Εφετείο, υπαιτιότητα του ενάγοντος στην επέλευση του ατυχήματος, η υπαιτιότητα αυτού δεν αποκλείει το πταίσμα του υποπλοιάρχου, που είχε υποχρέωση να παρέμβει για την ασφαλή εκτέλεση της εργασίας που ανέθεσε στο ναύκληρο, το οποίο (πταίσμα) και λήφθηκε υπόψη, εφόσον δεν τέθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση θέμα συνυπαιτιότητας του παθόντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 29-3-2005 αίτηση του ..... και την από 9-12-2004 αίτηση των «ASCOT ENTERPRISES S.A.» και λοιπών για αναίρεση της 730/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των άνω διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ