Legislator Case Law & Legislation
1108/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor law grounds, rejecting claim that employee was a director under Washington Convention.

Case Number 1108/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court judgment regarding his employment status. The appellant argued he was a 'managing employee' under the Washington Convention, exempting him from overtime pay rules, while the employer contended his role was merely supervisory. The court found the lower court correctly established that the appellant's duties, including managing production and supervising 80-90 staff, did not meet the specific criteria for a director under the relevant international convention.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an employee's supervisory duties and high salary do not automatically confer the status of a 'managing employee' under the Washington Convention, thereby subjecting them to standard labor legislation regarding overtime pay.

Keywords

AI generated
Washington Convention managing employee overtime pay labor law appeal supervisory duties directing employee labor legislation

Cited Legislation

AI generated
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1108 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1108/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Η., κατοίκου Π.. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γιολάντα Καραμπούλια, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στο .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 509/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27 Ιουλίου 2020 και με αριθμ. κατάθ. 40/28-7-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 509/22-11-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε την από 8-10-2018 και με αριθμ. καταθ. 417/9-10-2018 έφεση της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την από 10-10-2018 και με αριθμ.

κατάθ. 435/15-10-2018 αντίθετη έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμ. 410/15-6-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών , που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία επί της από 21-12-2015 με αριθμ. καταθ. 3714/22-12-2015 αγωγής του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, και με την οποία η αγωγή είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή(κατά την κύρια βάση της) ως ουσιαστικά βάσιμη, είχε αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 31-10-2015 καταγγελίας της σύμβασης αγωγής εργασίας του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος και είχε υποχρεωθεί η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καταβάλλοντας σε αυτόν τις νόμιμες αποδοχές του, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε εν μέρει την υπ' αριθμ. 410/15-6-2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή η αγωγή, δίκασε, κατά το μέρος αυτό, κατ' ουσίαν την αγωγή, και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Πατρών στις 28-7-2020 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 22-11-2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 Α.Κ. 1 και 3 παρ. 1 v. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου.

Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, που θεωρείται σαν να μην έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 Α.Κ.

Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζόμενου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 Α.Κ. (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 359/2020, ΑΠ 1162/2019). Εξάλλου επί απόλυσης που οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως μεταξύ άλλων είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομικούς που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.

Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ' ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζόμενου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης (ultima ratio), αφ' ετέρου δε ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζόμενου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 595/2015, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996).

Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζόμενων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από απόψεως ικανότητας, προσόντων και απόδοσης, να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικογενειακής και οικονομικής κατάστασης κάθε μισθωτού και της δυνατότητας εξεύρεσης από αυτόν άλλης εργασίας ή ακόμη να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολύσει την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτήν (ΑΠ 818/2023, ΑΠ 1387/2022, ΑΠ 1127/2022, ΑΠ 392/2021, ΑΠ 750/2020, ΑΠ2243/2013).

Περαιτέρω, στο άρθρο 2 της διεθνούς σύμβασης εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ στις 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 2269/1920, ορίζεται ότι στις οιουδήποτε είδους βιομηχανικές εργασίες (=επιχειρήσεις), δημόσιες ή ιδιωτικές, καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνον μιας και της αυτής οικογένειας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες την ημέρα και τις 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός από τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στις οποίες πρόκειται για πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέση εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, ως προς τα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης για τα χρονικά όρια εργασίας.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες θέσεις θεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι, στους οποίους, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εργοδότη, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα στην επιχείρηση ή σε κάποιον τομέα αυτής, έτσι, ώστε να επηρεάζουν έντονα τη λειτουργία και την εξέλιξή της και να ξεχωρίζουν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, επί των οποίων ασκούν εποπτεία.

Τούτο διότι στα πρόσωπα αυτά εκχωρούνται σε μεγάλη έκταση δικαιώματα του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επ' αυτού και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης.

Σε αντιστάθμισμα της μη εφαρμογής των διατάξεων για τα χρονικά όρια εργασίας, οι διευθύνοντες υπάλληλοι αμείβονται, συνήθως, με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις αποδοχές που καταβάλλονται στους άλλους μισθωτούς. Για το χαρακτηρισμό κάποιου μισθωτού ως "διευθύνοντος υπαλλήλου" δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις, αφού η έννοια αυτή, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του διευθύνοντος, αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, εξαρτώμενη από τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει απέναντι τόσο στον εργοδότη, όσο και στους λοιπούς εργαζόμενους.

Εφ' όσον, λοιπόν, κάποιος μισθωτός μπορεί να θωρηθεί αντικειμενικά ως "διευθύνων υπάλληλος", τότε, αν και εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία, εξαιρείται από την προστασία των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (μόνο αυτό προβλέπει ρητά η ως άνω διεθνής σύμβαση της Ουάσιγκτον) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για την εβδομαδιαία ανάπαυση και για τις αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις σε περίπτωση υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση των διευθυνόντων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν με τη σύμβασή τους ( ΑΠ 1127/2022, ΑΠ 1065/2020, ΑΠ 935/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 399/2021, ΑΠ 109/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ2/2019, ΟλΑΠ 9/2016,ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 499/2023, ΑΠ 750/2020). Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και μάλιστα ενάριθμα, καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 988/2021, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 114/2017). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 930/2022, ΑΠ 702/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εκτίμηση όλων των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κρίσιμα ως προς την έρευνα των λόγων της ένδικης αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: " [...] Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] προσελήφθη αρχικώς [...] στο εργοστάσιο που σήμερα εκμεταλλεύεται η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] την 15-10-1990 ως Προϊστάμενος του τμήματος παραγωγής DECO, δυνάμει εγκύρου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου [...] και, τέλος, την 5-2-1997 προήχθη σε Προϊστάμενος όλης της παραγωγικής διαδικασίας, θέση την οποία διατήρησε μέχρι την αποχώρησή του από την εταιρία[...].

Την 31-10-2015, η εναγομένη προχώρησε στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος[...]. Εξάλλου δεν αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους για να μειώσει το μισθολογικό κόστος. Η εναγομένη εταιρεία δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα για να ήταν σε ανάγκη να μειώσει το μισθολογικό της κόστος, μάλιστα η εναγομένη προέβη σε σύσταση θέσης Διευθυντή Παραγωγής με υψηλές αποδοχές ύψους 42.000 ευρώ ετησίως, χωρίς όμως να προβεί σε γενικότερη αναδιοργάνωση του οργανογράμματός της, ενώ το έτος 2014 είχε προβεί σε προσλήψεις των Δ.

Π. και Γ. Χ.. Η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος λόγω της εξελίξεως της εναγομένης εταιρείας σε διεθνές επίπεδο και στο πέρασμα των ετών διαπιστώθηκε αδυναμία του ενάγοντος να ανταπεξέλθει σε τεχνικές και μηχανικές δεξιότητες καθώς και στη διαχείριση προβλημάτων (trοuble-shooting skills), καθώς στα διάφορα προβλήματα επιδίωκε να βρίσκει λύσεις οργανωτικού χαρακτήρα πχ αλλαγή βαρδιών, προσαρμογή του προσωπικού και όχι τεχνικές διαδικασίες προς αποφυγή επανάληψης προβλημάτων.

Επίσης λόγω της νευραλγικής θέσης του απαιτούνταν η πολύ καλή χρήση της αγγλικής γλώσσης εκ μέρους του ενάγοντος γεγονός που δεν αποδεικνύεται με την προσκόμιση οιουδήποτε τίτλου.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους[...]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τύγχανε, όπως προελέχθη, από το έτος 1997, Προϊστάμενος παραγωγής του εργοστασίου της εναγομένης. Τα καθήκοντά του στη θέση αυτή περιλάμβαναν:

α) την εξασφάλιση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που από κοινού είχαν θέσει ο πελάτης και η εναγομένη, β) τον έλεγχο της διαθεσιμότητας των πρώτων υλών για παραγωγή, γ) την συμφωνία και τήρηση του προϋπολογιζόμενου κόστους υλικών και εργασίας, δ) την συμμετοχή στη διαδικασία εξεύρεσης μεθόδων βελτίωσης παραγωγικής διαδικασίας, αύξησης της απόδοσης και μείωσης HFI, Spoilage και επιστροφών προϊόντων από πελάτες και πρόταση λύσεων, ε) την επικοινωνία με το τμήμα συντήρησης και την υποβοήθηση με κάθε τρόπο της συντήρησης του εξοπλισμού παραγωγής, στ) την εξασφάλιση της τήρησης των κανόνων ασφαλείας προσωπικού, ζ) την αναδιάρθρωση, ανάπτυξη και ενεργοποίηση του προσωπικού της βάρδιας σύμφωνα με την πολιτική της εταιρείας, η) την εξασφάλιση ότι το προσωπικό βάρδιας θα εργάζεται με ευταξία και θα ακολουθεί τους κανόνες πυρασφάλειας, θ) τον προσδιορισμό των αναγκών του προσωπικού του για εκπαίδευση και την υποβολή αναλόγων προτάσεων στην διοίκηση, ι) την εκτέλεση κάθε λογικής απαίτησης των προϊσταμένων του.

Για την εργασία του αυτή, όπως προελέχθη, οι αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 30-6-2011 στο μηνιαίο ποσό των 3.860,14 ευρώ, ενώ οι αντίστοιχες αποδοχές των διπλωματούχων μηχανικών ΑΕΙ ιδίας με τον ενάγοντα προϋπηρεσίας ανέρχονταν, δυνάμει της οικείας κλαδικής ΣΣΕ, στο ποσό των 1.924,07 ευρώ.

Οι αποδοχές του ήταν μεγαλύτερες των εργοδηγών της εταιρείας και, επιπλέον ελάμβανε bonus (μπόνους), καθώς και επιδότηση βενζίνης και συντήρησης αυτοκινήτου. Επίσης, από το έτος 1997, οπότε και προήχθη στην θέση Προϊσταμένου παραγωγής, έπαυσε να χτυπάει κάρτα κατά την προσέλευση και αποχώρησή του από τον χώρο εργασίας του, παρά μόνο καταγραφόταν η είσοδος και η έξοδός του στο εργοστάσιο.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, συνάγεται ότι ο ενάγων είχε αποφασιστικά καθήκοντα για την λειτουργία του εργοστασίου, ήταν υπεύθυνος του συνόλου της παραγωγικής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας μπορούσε να λαμβάνει πρωτοβουλίες και είχε υπό την εποπτεία και καθοδήγησή του προσωπικό 80-90 ατόμων. 'Ηταν, επίσης, υπεύθυνος τηρήσεως των μέτρων ασφαλείας, με την ανάληψη αντίστοιχης ευθύνης.

Δεδομένων των αυξημένων καθηκόντων του, σε συνδυασμό με το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του και του μη ελέγχου της τήρησης του ωραρίου εργασίας του με χτύπημα κάρτας, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της ελεύθερης διαμόρφωσης του χρόνου εργασίας του, ο ενάγων αποτελούσε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, διευθύνοντα υπάλληλο[...], ως εκ τούτου δεν βρίσκουν εφαρμογή επ' αυτού οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί των χρονικών ορίων της εργασίας και το σχετικό αγωγικό κονδύλιο περί αμοιβής υπερωριακής εργασίας πρέπει να απορριφθεί.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ίδια όσον αφορά το κονδύλιο των υπερωριών δεν έσφαλε ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις [...].

Με τους πρώτο με στοιχεία Β1)ι, δεύτερο με στοιχεία Β1)ιι και τρίτο με στοιχεία Β2) λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο κάτω αναιρετικές πλημμέλειες. Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στο πλαίσιο του αντικειμένου της δίκης για το κύρος της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, που οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, τα αντικειμενικά κριτήρια της οποίας, για την επιλογή του ως απολυτέου εργαζόμενου, δεν ερεύνησε και δεν εφάρμοσε.

Με το δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα χωρίς αιτιολογίες άλλως με ελλιπείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, αφού η επιχείρηση της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και στη συνέχεια εντελώς αντιφατικά προς την παραπάνω παραδοχή δέχθηκε ότι η καταγγελία έγινε λόγω της εξέλιξης της επιχείρησης της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης σε διεθνές επίπεδο και στην αδυναμία του ίδιου να ανταποκριθεί στην εν λόγω εξέλιξη, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, λόγω μη προσκόμισης σχετικού τίτλου δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους του πολύ καλή χρήση της Αγγλικής γλώσσας, η οποία απαιτείτο, λόγω της νευραλγικής θέσης που κατείχε.

Με τον τρίτο, αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων εκθέτει, λόγο αναίρεσης επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως το άρθρο 2 εδ. (α') της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον / κυρωτικός Νόμος 2269/1920 ειδικότερα δε, παραβίασε τη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, με την εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που, ανέλεγκτα, δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, ενώ δεν υπάγονταν στο πραγματικό της και, έτσι, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει το αίτημά του για επιδίκαση αμοιβής λόγω υπερωριακής απασχόλησης.

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ ούτε προσέδωσε σε αυτή έννοια διαφορετική από την αληθινή, αλλά ούτε και εφάρμοσε ή παρέλειψε να εφαρμόσει αυτήν, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του, η ως άνω διάταξη δεν ήταν εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού επρόκειτο για καταγγελία για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος και όχι για καταγγελία που οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους, ώστε να κριθεί το κύρος της με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του εν λόγω άρθρου.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, ως προς τις ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν προσδιορίζεται ποιά επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την κρίση της ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος δεν έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, ενώ αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου το ότι η εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα που την ανάγκασαν να μειώσει το οικονομικό κόστος, και δεν αποτελεί αιτιολογία της απόφασης ώστε να θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης.

Ως προς τις αντιφατικές αιτιολογίες, ουδεμία αντίφαση υπάρχει από την παραδοχή ότι η καταγγελία δεν έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους αλλά λόγω της εξέλιξης σε διεθνές επίπεδο της επιχείρησης της εναγόμενης ήδη αναιρεσίβλητης και της διαπιστωθείσας αδυναμίας του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος να ανταποκριθεί σε αυτήν, ενώ η παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους του (ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος) πολύ καλή χρήση της Αγγλικής γλώσσας, επειδή δεν προσκομίσθηκε σχετικός τίτλος, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού πλήττεται η ουσία της υπόθεσης.

Ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, με τις προαναφερθείσες παραδοχές και κρίσεις, το δικαστήριο της ουσίας (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), όσον αφορά το θετικό του συμπέρασμα για την απόκτηση από τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα της ιδιότητας του "διευθύνοντος υπαλλήλου", δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 εδ. (α') της Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον, όπως ο αναιρεσείων επικαλείται, αφού ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, στο πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 2 εδ. (α') της Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, ο αναιρεσείων, από τις 15-10-1990 απασχολήθηκε στην αναιρεσίβλητη, με την ειδικότητα του Προϊσταμένου του τμήματος παραγωγής και από τότε οι μηνιαίες αποδοχές του ήταν ιδιαίτερα αυξημένες, ενώ από τις 5-2-1997 προήχθη σε Προϊστάμενο όλης της παραγωγικής διαδικασίας, θέση την οποία διατήρησε μέχρι την αποχώρησή του από την αναιρεσίβλητη.

Είχε αποφασιστικά καθήκοντα για τη λειτουργία του εργοστασίου της αναιρεσίβλητης, που επηρέαζαν, αποφασιστικά, την οικονομική πορεία της επιχείρησης, αφού ήταν υπεύθυνος για το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, αναλαμβάνοντας σχετικές πρωτοβουλίες, είχε την εποπτεία και την καθοδήγηση του προσωπικού, ήτοι 80-90 υπαλλήλων του εργοστασίου, καθώς, επίσης, ήταν υπεύθυνος για την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, είχε ιδιαίτερα υψηλές αποδοχές και δεν τηρούσε ωράριο, χτυπώντας κάρτα κατά την προσέλευση και αποχώρησή του από την εργασία του.

Τα γεγονότα αυτά, που ανέλεγκτα έγιναν δεκτά υποδηλώνουν συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος εξαιρετικών προσόντων και ιδιάζουσας εμπιστοσύνης από μέρους της αναιρεσίβλητης και μαρτυρούν άσκηση από αυτόν διευθυντικών καθηκόντων σε σημαντικό, εξαιρετικά κρίσιμο και ιδιαίτερα τομέα της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης, που επηρέαζαν, αποφασιστικά, τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη αυτής.

Τα γεγονότα αυτά είναι επαρκή και, σύμφωνα με την καλή πίστη, προσέδιδαν στον αναιρεσείοντα την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. (α') της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον ώστε να εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για αμοιβή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παραστάθηκε προσηκόντως και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Ιουλίου 2020 με αριθμό καταθ. 40/28-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 509/22-11-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών .

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ