Supreme Court dismisses appeal for non-examination of documents, ruling second instance court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Single Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to examine specific land survey documents and contracts submitted as evidence. The court rejected this claim, finding no evidence in the judgment's reasoning to suggest the documents were ignored, as they were legally admissible and considered by the second instance court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(c), 577(2) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must reject an appeal if the lower court's judgment contains no indication of non-examination of submitted documents, confirming that the second instance court properly evaluated all legally presented evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1108 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1108/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Κ. του Γ. και της Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσόβολο, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Δ. του Β. και της Μ., 2) Γ. Ρ. του Ν. και της Β., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παχή και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2016 μη οριστική, 37/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2021 του Μονομελούς Εφετείου ... Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15.06.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 4/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... Ελλάδας, το οποίο απέρριψε την από 14.03.2019 έφεση της αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμ. 37/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
το οποίο είχε απορρίψει την από 09.01.2014 αγωγή από το άρθρο 6§§1, 2 του ν. 2664/... αυτής (αναιρεσείουσας). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).
Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, με την από 09.01.2014 αγωγή της που απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και έστρεψε κατά των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, αφού ισχυρίσθηκε ότι αρχικώς μεν ο πατέρας της κατέστη παραγώγως κύριος του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, που βρίσκεται εντός της πόλεως της ...
ακολούθως δε αυτή (ενάγουσα) κατέστη ομοίως κυρία του ομοιοτρόπως (λόγω κληρονομικής διαδοχής), αλλά και πρωτοτύπως (λόγω έκτακτης χρησικτησίας), και επικαλέσθηκε ότι, κατά την κατάρτιση του κτηματολογίου, μέρος του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 4,50 τετρ. μέτρων, είχε ενσωματωθεί στο όμορο ακίνητο των εναγομένων, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητα του αποβιώσαντος πατέρα της επί του ως άνω μέρους του όλου ακινήτου και να διαταχθεί η στο ορθό διόρθωση στα βιβλία του Κτηματολογίου ...
της υφισταμένης εσφαλμένης εγγραφής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 79/2016 μη οριστική απόφασή του έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και την επαναφορά της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αυτό (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), με την, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 37/2019 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή.
Ακολούθως, η ηττηθείσα ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, με την από 14.03.2019 έφεσή της, που απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο ... Ελλάδας και έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την παραδοχή της εφέσεώς της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την αναδίκαση της αγωγής και την παραδοχή αυτής. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 4/2021 τελεσίδικη απόφασή του δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν.
Η κρίση αυτή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στηρίχθηκε στις ακόλουθες αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας αστικού ακινήτου του συμβολαιογράφου ...
Ά. Σ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 58 και με αύξοντα αριθμό ..., ο Γ. Μ. του Α. μεταβίβασε στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας Γ. Κ. του Σ. μία ανώγεια οικία ευρισκόμενη εντός της πόλεως της ... και στην συνοικία του Ι. Ν. Α. Ι. του Θ.. Στο συμβόλαιο αυτό το εν λόγω ακίνητο περιγράφεται ως οικία με τρία δωμάτια στο ανώγειο και κουζίνα, χωλ και λοιπούς βοηθητικούς χώρους στο κατώγειο, μαζί με το οικόπεδο εντός του οποίου βρίσκεται, εμβαδού 36 τμ περίπου και το συνεχόμενο όπισθεν αυτής προαύλιο, όπου βρισκόταν και το αφοδευτήριο της οικίας αυτής, εμβαδού 4,25 τμ περίπου, το οποίο (ακίνητο) συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησία (οικία) Θ.
Σ., από την οποία διαχωρίζεται διά κοινού μεσότοιχου, ..., αδελφών Σ. και Π. Μ. και με δημοτική οδό. Ο ανωτέρω Γ. Κ. απεβίωσε το έτος 2009, ήτοι μετά την έναρξη του κτηματολογίου στην περιοχή, καταλείποντας την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ... Πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1.806/2010 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου.
Με τη διαθήκη του αυτή ο κληρονομούμενος κατέλειπε το υπό κρίση ακίνητο στην κόρη του - ενάγουσα, κληρονομιά την οποία αποδέχθηκε, συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθμ. ... δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π. - Α., η οποία καταχωρίσθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με αριθμό και ημερομηνία καταχώρισης ....
Στον τίτλο αυτό το ακίνητο περιγράφεται ότι έχει έκταση 37,34 τμ και συνορεύει γύρωθεν με δημοτικό δρόμο, ιδιοκτησία Π. Β. και με ιδιοκτησία αδελφών Σ. Μ.. Περαιτέρω δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας αστικού ακινήτου του συμβολαιογράφου ... Ά. Σ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο 53 και με αύξοντα αριθμό ..., η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγομένων Σ. θυγ. Φ. Μ. μεταβίβασε στους Π. Μ. του Δ. και Α. συζ. Π. Μ., το γένος Δ. Ζ., ένα ακίνητο, ευρισκόμενο στην ίδια ως άνω περιοχή. Στον εν λόγω τίτλο το ακίνητο περιγράφεται ως ακίνητο ευρισκόμενο στην συνοικία του Ι. Ν. Α. Ι. του Θ., εκτάσεως 146 τμ ή όσης εκτάσεως πλέον ή έλαττον και αν είναι, το οποίο συνορεύει γύρωθεν από δύο πλευρές με δημοτικές οδούς, με ιδιοκτησίες πρώην Α.
Γ., προικώο Γ. Μ. και Θ. Φ., από τις οποίες διαχωρίζεται διά στενωπού αδιεξόδου και με οικόπεδο κληρονομίας Φ. Μ. και Φ. και Α. Φ.. Επί του ακινήτου αυτού οι ανωτέρω Π. και Α. Μ. συνέστησαν οριζόντιες ιδιοκτησίες με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Χ. Γ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό … Στο συμβόλαιο αυτό το ακίνητο περιγράφεται ως οικόπεδο εμβαδού 170,90 τμ, στο οποίο υφίστανται υπολείμματα τοιχοποιίας παλαιάς οικίας, το οποίο συνορεύει με οδό ..., με ανώνυμη δημοτική οδό, με αδιέξοδο στενωπό που ανήκει κατά το ήμισυ στο ακίνητο, πέραν - της οποίας συνορεύει εν μέρει με ιδιοκτησία Γ.
Λ., εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Θ. Β. (πρώην ιδιοκτησία Θ. Φ.) και με ιδιοκτησία Α. Μ.. Τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες οι ανωτέρω συγκύριοι πώλησαν και μεταβίβασαν στους εναγόμενους με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Χ. Γ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο ... και με αύξοντες αριθμούς .... Η περιγραφή του ακινήτου εν προκειμένω ταυτίζεται με την περιγραφή του ανωτέρω συμβολαίου, σε αμφότερους δε τους τίτλους γίνεται παραπομπή στο από Ιουλίου ... τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου Π. Ζ.. Αποτέλεσμα τούτων ήταν η ενάγουσα και οι εναγόμενοι να καταστούν ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων, τα οποία βρίσκονται εντός της πόλεως της ...
και φέρουν ΚΑΕΚ .... Όπως αποδεικνύεται από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες, μεταξύ των δύο ακινήτων διέρχεται μία στενωπός, μέσου πλάτους 0,70 μέτρων, η οποία ξεκινά από την ανώνυμη δημοτική οδό με ΚΑΕΚ ... και συνεχίζει παράλληλα προς τη δημοτική οδό Κ. Μαχαίρα, κατά μήκος, από την μία πλευρά, των ακινήτων με ΚΑΕΚ ..., ... (ενάγουσας), ...
και ... και από την άλλη πλευρά, των ακινήτων με ΚΑΕΚ ... (εναγομένων) και ... Επίδικο είναι τμήμα το οποίο βρίσκεται μεταξύ του νοτιοδυτικού μέρους του ακινήτου της ενάγουσας και του βορειοανατολικού μέρους του ακινήτου των εναγομένων, το οποίο αποτυπώνεται στο από Σεπτεμβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα που προσαρτάται στο δικόγραφο της αγωγής με τα στοιχεία Β, Α, 1 2, Β, εμβαδού 4,50 τμ, πρόκειται δε ουσιαστικά για μία εδαφική λωρίδα πλάτους 0,70 μέτρων και μήκους 6,36 και 6,49 μέτρων από κάθε πλευρά.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εδαφική αυτή λωρίδα αποτελεί τον πίσω προαύλιο χώρο που αναφέρεται στον τίτλο κτήσεως του απώτερου δικαιοπαρόχου της ήτοι στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Ά. Σ. και ότι αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας της, εντός του οποίου, ο δικαιοπάροχος της και εν συνεχεία και η ίδια, ασκούν διαρκώς πράξεις νομής και συγκεκριμένα, ότι χρησιμοποιούσαν την εντός αυτής ευρισκομένη εξωτερική τουαλέτα, καθώς και ότι χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν το χώρο για να αποθηκεύουν πράγματα.
Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο μάρτυρας Ε. Σ., ο οποίος κατέθεσε ότι μεταξύ των ετών 1974 και 2000 είχε επισκεφθεί την οικία της ενάγουσας αρκετές φορές και είχε δει τα εν λόγω κτίσματα (αποθήκη και τουαλέτα), χωρίς, όμως, να γνωρίζει πότε τα κτίσματα αυτά κατεδαφίσθηκαν και από ποιον.
Οι εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη των ανωτέρω κτισμάτων και εκθέτουν ότι η στενωπός αυτή χωρίζεται νοητά σε δύο τμήματα, από το μέσον αυτής και ανατολικά, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα στην ενάγουσα και από το μέσον αυτής και δυτικά, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτούς, καθώς και ότι έτσι έχει το ιδιοκτησιακό καθεστώς στην πόλη της ...
όπου οι ιδιοκτήτες των ακινήτων δεν έκτιζαν τις οικίες τους σε επαφή με το όριο του ακινήτου τους, αλλά άφηναν μία απόσταση 0,30 - 0,60 εκατοστών περίπου, προκειμένου να υπάρχει επαρκής αερισμός μεταξύ των οικιών, οι οποίες είναι μικρές. Προς απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού ως αποδεικτικά μέσα προσκομίζονται, πέραν της καταθέσεως του μάρτυρα ανταποδείξεως Π.
Ζ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τρεις ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Γ. του Σ., Π. Θ. του Θ. και Ε. Φ. του Ι.. Στις καταθέσεις αυτές οι μάρτυρες, γείτονες και ενοικιαστές των κατοικιών τις οποίες διασχίζει η στενωπός, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας, βεβαιώνουν ότι από το έτος 1970 τουλάχιστον, που έχουν γνώση της στενωπού, εντός αυτής δεν υπήρχε τουαλέτα, αλλά αυτή βρισκόταν εντός της οικίας της ενάγουσας και συγκεκριμένα στο νοτιοδυτικό άκρο της με φωταγωγό που έβλεπε νότια της οικίας της και στο στενάκι που υπάρχει μεταξύ της οικία της ενάγουσας και της οικίας της Α.
Θ. ενώ γινόταν χρήση σύμφωνα με τους ανωτέρω ισχυρισμούς των εναγομένων. Από τα ανωτέρω προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της ενάγουσας. Ειδικότερα, από το προσκομισθέν από τον πραγματογνώμονα από Δεκεμβρίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει ότι η επίδικη έκταση, όπως αυτή αποτυπώνεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, αποτελεί τμήμα της ανωτέρω στενωπού, περίπου στο ήμισυ προς τα δυτικά - νοτιοδυτικά τμήμα αυτής, καθώς και τμήμα που εκτείνεται πέραν αυτής, επί του οποίου έχει ανεγερθεί τμήμα των οριζοντίων ιδιοκτησιών των εναγομένων.
Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ότι η έκταση αυτή ταυτίζεται με αυτή που αναφέρεται στο ανωτέρω συμβόλαιο ως προαύλιο στο πίσω μέρος της οικίας, καθώς δεν προκύπτει ότι η θέση της οικίας που βρίσκεται σήμερα εντός του ακινήτου ταυτίζεται πλήρως με τη θέση αυτής κατά το χρόνο συντάξεως του υπό κρίση συμβολαίου (...), καθώς έκτοτε έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει δε λάβει χώρα ανακαίνιση της οικίας, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως.
Περαιτέρω δε, δεν αποδεικνύεται ότι είτε η ενάγουσα είτε ο δικαιοπάροχος της, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω βοηθών νομής ασκούσαν πράξεις νομής επί της επίδικης εκτάσεως, παρά μόνο επί του ημίσεος τμήματος της στενωπού, ήτοι του ανατολικού -βορειοανατολικού τμήματος αυτής, το οποίο έχει καταχωρισθεί στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως τμήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας.
Επιπροσθέτως επιχείρημα υπέρ των ανωτέρω αντλείται και από το προσκομισθέν από τους εναγόμενους υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου ... Γ. Σ. στο οποίο ο Δ. Γ. μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην Α. συζ. Ε. Θ., δικαιοπάροχο των ιδιοκτητών του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ .../.... Το ακίνητο αυτό περιγράφεται ως οικία συνορευόμενη γύρωθεν με δημοτικές οδούς, με οικία Ι.
Μ. (απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων), από την οποία διαχωρίζεται διά κοινοχρήστου εσωκακίου και με οικία Γ. Μ. (απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας) από την οποία διαχωρίζεται επίσης διά στενού εσωκακίου, το οποίο ανήκει στην οικία αυτή. Από την περιγραφή αυτή του τρίτου, όμορου προς τους διαδίκους ακινήτου, προκύπτει σαφώς αφενός μεν ότι υπήρχε και άλλος "προαύλιος χώρος" στο ακίνητο της ενάγουσας, ο οποίος δεν περιγράφεται στον τίτλο κυριότητας του απώτερου δικαιοπαρόχου της, ήτοι στο υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο, που επικαλείται, και δη στο τμήμα αυτής που συνορεύει με την προαναφερθείσα ιδιοκτησία, αφετέρου δε ότι η προέκταση της υπό κρίση εδαφικής λωρίδας και δη στην έναρξή της θεωρούνταν κοινόχρηστη. Η ύπαρξη της στενωπού, εξάλλου, αναφέρεται και στον τίτλο κυριότητας των εναγομένων, όπως ήδη περιγράφηκε ανωτέρω, ήτοι στο υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Έτσι ως κοινό όριο των δύο ιδιοκτησιών είναι η τεθλασμένη γραμμή με στοιχεία Α,Β,3,4, του τοπογραφικού του Δ. Κ., η οποία ταυτίζεται με τον άξονα της διόδου ενώ το ίδιο συμβαίνει και μεταξύ της ιδιοκτησίας των εναγομένων και της όμορης με ΚΑΕΚ ... με στοιχεία 4, 5, 6, ιδιοκτησίας Α. Λ., στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα.
Απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος του ιδιαίτερου δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης με τον οποίο παραπονείται η εκκαλούσα - ενάγουσα ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 14 του ν. 4067/2012 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού σύμφωνα με τον οποίο οι εφεσίβλητοι έπρεπε να χτίσουν την νέα οικοδομή τους αφήνοντας απόσταση 2,50 μέτρων από το όριο του οικοπέδου τους, δεδομένου ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθώς η υπ' αριθμ. ...
άδεια οικοδομής των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων εκδόθηκε το έτος ..., όταν δεν ήταν ακόμη σε ισχύ ο ανωτέρω νόμος ενώ σε κάθε περίπτωση δεν εξετάζεται η τήρηση η μη των πολεοδομικών διατάξεων προκειμένου να εξαχθεί από αυτές και μόνο συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη εμπραγμάτων δικαιωμάτων των διαδίκων." Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (Α.Π. 1201/2019, Α.Π. 1399/2011, Α.Π. 159/2004). Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.Α.Π. 10/2011, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 36/...).
Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1. Να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάσθηκε (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 1399/2011, Α.Π. 1676/..., Α.Π. 1568/..., Α.Π. 1459/1997, Α.Π. 1148/1989, Α.Π. 1068/1983), καθώς και το περιεχόμενό της, μη αρκούσης της αόριστης γενικής αναφοράς (Α.Π. 429/..., Α.Π. 295/...), 2) η νομική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την έννοια της διατάξεως αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.Α.Π. 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υποθέσεως, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσεώς του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ.Α.Π. 27/..., Α.Π. 1399/2011, Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1353/2001).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 28/..., Ολ.Α.Π. 27/..., Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 901/2010, Α.Π. 495/2010, Α.Π. 954/2008, Α.Π. 609/2008, Α.Π. 1353/2001, Α.Π. 1036/2000).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι " ... παραβίασε ουσιαστικό κανόνα δικαίου με το να μην δεχτεί ότι ... ". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι πολλαπλώς αόριστος και, ως απαράδεκτος, αποβαίνει απορριπτέος διότι, συμφώνως προς τα αμέσως προηγουμένως σημειούμενα, δεν αναφέρεται σε αυτόν ενάριθμα ο παραβιασθείς κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και δεν παρατίθενται οι σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Σημειώνεται ότι η αναφορά στον αυτό λόγο αναιρέσεως περί εσφαλμένης υπαγωγής του συνόλου των πραγματικών περιστατικών στον μη προσδιοριζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν συνιστά αυτοτελές σκέλος του λόγου αυτού, επιχειρούμενο να βρει νόμιμο έρεισμα στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αναφέρεται διηγηματικώς.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Πράγμα, συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου σχετικός με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και, συνεπώς, δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 976/2008). Τέλος, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (Α.Π. 354/2011, Α.Π. 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (Α.Π. 760/2004, Α.Π. 539/2003, Α.Π. 885/1994), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη του δύο από τους προσθέτους λόγους της εφέσεώς του αφετέρου δε έλαβε υπόψη, καίτοι δεν προτάθηκαν, δύο πραγματικούς ισχυρισμούς.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος και απορριπτέος αποβαίνει και τούτο διότι δεν προσεπιβεβαιώνεται στο αναιρετήριο ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί της είχαν προβληθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχαν επαναφερθεί με τους αντιστοίχους προσθέτους λόγους εφέσεως ή ανήκουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ. .
Σε κάθε περίπτωση πάντως οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα, αλλά νομικά και πραγματικό, αντιστοίχως, επιχειρήματα. Ως προς το δεύτερο σκέλος του ο αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος διότι οι σχετικοί ισχυρισμοί που φέρονται να έχουν ληφθεί υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να έχουν προταθεί, συνιστούν αρνητικούς τέτοιους και όχι πράγματα ενώ, σε κάθε περίπτωση, αναφέρονται στην ανέλεγκτη (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.) εκ μέρους του Αρείου Πάγου κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αναφορικά με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου ή της διακρίσεως από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023).
Εξάλλου, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Περαιτέρω, δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020). Έτι περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018, Α.Π. 208/2018).
Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η λήψη ή η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 388/2018, ΑΠ 12/...), ενώ ο λόγος αυτός (από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ.) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1409/2018, Α.Π. 663/2017, Α.Π. 481/1991).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566§1 και 577§3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίσθηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Τέλος, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό (...). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από την περίπτωση γ' του αριθμού 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
και τούτο διότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και συγκεκριμένα: 1. Το υπ' αριθμ. ...... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Ά. Σ., 2. το από Ιανουαρίου ... διάγραμμα καλύψεως του τοπογράφου μηχανικού Π. Ζ., 3. το από Αυγούστου ... τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Θ., 4. το από Ιουνίου ...
τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Διονυσίου Μεσσήνη, το επισυναπτόμενο στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Δ. Μ., 5. το από Αυγούστου ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Γ., 6. το από Σεπτεμβρίου ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Κ., 7. το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Σ. Τ. και 8. το από Ιανουαρίου ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ.. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και από όλα τα έγγραφα " ...
που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ... ." σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το ως άνω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς τους κρισίμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφο αυτά.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, σχετικά με τα δικαστικά έξοδα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θα περιληφθεί σχετική διάταξη και τούτο διότι το αίτημα για την επιβολή και τον προσδιορισμό τους υποβλήθηκε με το κατατεθέν, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, υπόμνημα των αναιρεσιβλήτων και όχι πριν ή κατά τη συζήτηση αυτής (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.06.2021 αίτηση της Δ. Κ. του Γ. και της Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ... Ελλάδας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ