Legislator Case Law & Legislation
1108/2022 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal regarding unpaid salary and compensation in labor dispute.

Case Number 1108/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of her claim for unpaid salary and compensation. The appellant argued the lower court erred in fact-finding, while the opposing party contended the claim lacked legal standing. The court ruled that the First Instance Court erred in dismissing the specific claim for 960 euros regarding unpaid wages, as this issue was not properly raised in the appeal to the Court of First Instance.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 578, 178 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible if the court failed to consider matters that were proposed or had a significant impact on the outcome; partial victory entitles the court to offset legal costs between parties.

Keywords

AI generated
labor dispute unpaid salary appeal admissibility partial victory legal costs offset court of first instance statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 8 and 11 of the Code of Civil Procedure
Article 178 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 11/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1108 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1108/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ" (Ε.Ο.Φ.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευανθίας Κίτσιου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 163/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2951/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3692/508/25.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 2951/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 1.11.2017 και με αριθμ. κατάθεσης 592571/505985/3.11.2017 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΩΝ" (ΕΟΦ) και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 163/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε η από 29.12.2014 και με αριθμό κατάθ. 141559/396/29.12.2014 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με το ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015", επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.

Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1.

Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α).

Επίσης υπάγονται: α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, δ) Οι υπάλληλοι της Βουλής, όσον αφορά τα μισθολογικά θέματα τους τροποποιουμένου αναλόγως του Κανονισμού της Βουλής, και το προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας". 2.Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17.

Κατά το άρθρο 22 του ιδίου νόμου και με τον τίτλο, Επέκταση διατάξεων, ορίζεται, ότι: Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα. 4.

Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου εκδίδονται εντός διαστήματος ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. 5. Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων και συγκεκριμένα των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς των διατάξεων του εν λόγω νόμου επεκτάθηκε και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 4024/2011.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 4024/2011, με κοινή υπουργική απόφαση καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ήτοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ).

Σε εφαρμογή της διάταξης αυτής εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012), σύμφωνα με την παρ. 1 της οποίας καταβάλλεται στους δικηγόρους σε Πρωτοδικείο ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, στους δικηγόρους σε Εφετείο, ο βασικός μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο βασικός μισθός του Β' βαθμού.

Η εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ επεκτάθηκε στη συνέχεια και στους δικηγόρους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ. Σε όλους αυτούς, επιπλέον, είχε προβλεφθεί η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου.

Η παροχή αυτή καταργήθηκε από 1.1.2013, δυνάμει της περ. 9 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Επίσης, έχει προβλεφθεί η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, σύμφωνα με το οποίο τα επιδόματα εορτών και αδείας καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσης μηνιαίες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα 3.000 ευρώ, ενώ αν με την καταβολή των επιδομάτων αυτών, οι μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα εν λόγω επιδόματα καταβάλλονται μέχρι του ορίου των 3.000 ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους (παρ. 5).

Όμως, και τα επιδόματα αυτά καταργήθηκαν από 1.1.2013, δυνάμει του άρθρου πρώτου παρ. Γ υποπαράγραφος Γ.1 περ. 1 του ν. 4093/2012. Ακόμη, με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011, ορίζεται ότι, πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού.

Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις (περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω). Στο δε άρθρο 32 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, ορίζεται: 1. Από την Έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

Όπου σε διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων, γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο νοείται ως παραπομπή στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου που ρυθμίζουν το αντίστοιχο θέμα. Επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις με εξαίρεση την Οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17. 2... 3... 4.

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011". Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 10 του Ν. 1965/1991 ορίζεται: "Στους υπαλλήλους του Ε.Ο.Φ. καταβάλλεται αποζημίωση για δικαιώματα εκτελέσεως χημικών και διοικητικών διεργασιών, για τη διεκπεραίωση του εκτελωνισμού των προϊόντων αρμοδιότητας Ε.Ο.Φ. "Δικαιούχοι της ανωτέρω αποζημίωσης είναι και οι δικηγόροι που υπηρετούν στον Οργανισμό με σχέση έμμισθης εντολής" όπως το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 16 παρ. 8 του Ν. 2227/1994.

Επίσης, με την παράγραφο 9 του άρθρου 55 του Ν. 4075/2012 (ΦΕΚ Α89/11.4.2012) "Θέματα Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, Ασφαλιστικών Φορέων, προσαρμογή της νομοθεσίας στην Οδηγία 2010/18/ΕΕ και λοιπές διατάξεις" ορίστηκε ότι: "9. Εξαιρείται από τις προβλέψεις της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4024/2011 (Α 226) το πάσης φύσεως προσωπικό του ΕΟΦ.

Στο εν λόγω προσωπικό καταβάλλεται αποκλειστικά από ανταποδοτικούς πόρους ειδικό επιμίσθιο. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ύστερα από πρόταση του ΕΟΦ, καθορίζεται το ύψος του επιμισθίου, ο τρόπος υπολογισμού, η διαδικασία καταβολής και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου", ενώ με το άρθρο πρώτο, υποπαράγραφος Γ. 1 περ. 10 του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α' 12.11.2012) ορίστηκε ότι: " Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 55 του ν. 4075/2012 (Α' 89) καταργούνται από τότε που ίσχυσαν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων του πρώτου εδαφίου του άρθρου 30 και των παραγρ. 1 και 4 του άρθρου 32 του Ν. 4024/2011, συνάγεται ότι από την 1.11.2011, οι διατάξεις που πέραν των επιδομάτων και παροχών του δευτέρου Κεφαλαίου (άρθρα 4 έως 32) του Ν. 4024/2011 προβλέπουν επιδόματα, αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπονται με τις ισχύουσες μέχρι την 1.11.2011 διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, δεν καταργούνται ούτε γενικά ούτε αδιακρίτως αλλά καταργούνται όταν καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011, από 1.11.2011 καταργήθηκε και η ειδική αποζημίωση της παρ. 10 του άρθρου 6 του Ν. 1965/1999, καθ' όσον η κατάργηση της αποζημίωσης αυτής για τους υπαλλήλους του Ε.Ο.Φ., συνεπιφέρει και την κατάργηση αυτής και για τους δικηγόρους οι οποίοι συνδέονταν με τον Ε.Ο.Φ. με σχέση έμμισθης εντολής, αφού αφ' ενός η καταβολή της αποζημίωσης αυτής στους δικηγόρους του ΕΟΦ δεν είχε το χαρακτήρα αυθύπαρκτης ρύθμισης αλλά συνδεόταν άρρηκτα με τη χορήγηση της αποζημίωσης αυτής στους υπαλλήλους του ΕΟΦ και, όπως προαναφέρθηκε, αφ' ετέρου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς των διατάξεων του εν λόγω νόμου επεκτάθηκε και στους δικηγόρους του Ε.Ο.Φ.

Με τα δεδομένα αυτά, οι θεσπισθείσες με το ν. 4024/2011 περικοπές αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων στον εν γένει δημόσιο τομέα, αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος προσαρμογής, αλλά και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε σχέση με την οργάνωση του έμψυχου δυναμικού των δημοσίων φορέων.

Κατ' αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, εν τέλει, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της ευρωζώνης, στο πλαίσιο της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Ο επιδιωκόμενος με τις κρίσιμες διατάξεις σκοπός, αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την επέμβαση του νομοθέτη στις συμβατικές σχέσεις των δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011. Περαιτέρω, η επίμαχη ρύθμιση, ελήφθη με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, παρίσταται ως πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν είναι προδήλως δυσανάλογη προς αυτόν.

Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στην καθιερωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' αυτού αρχή της αναλογικότητας, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες.

Άλλωστε, από μακρού ο καθορισμός της αμοιβής των εμμίσθων δικηγόρων υπήρξε αντικείμενο κρατικής παρέμβασης με την καθιέρωση κατωτάτων ορίων πάγιας περιοδικής αμοιβής των δικηγόρων και μάλιστα δια παραπομπής στο βασικό μισθό ή στα ΜΚ του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρα 92 παρ. 1 και 92Α του ν.δ. 3026/1954, ΚΥΑ 85724/1986, 20222/1997 κλπ).

Η ως άνω ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, αλλά ούτε και στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως αν η ιδιοκτησία κατά το εν λόγω άρθρο έχει ή όχι την αυτή έννοια με την, κατά το άρθρο 1 του ΠΠΠ, περιουσία, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες (ΑΠ 574/2021,1254/2018, ΟλΣτΕ 3372/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με την ένδικη από 29.12.2014 αγωγή της, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι παρείχε τις υπηρεσίες της στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ υπό την ιδιότητα της δικηγόρου με πάγια αντιμισθία από τις 5.4.2002, αμειβόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92Α'του Κώδικα Δικηγόρων και ότι από τις 1.11.2011 το αναιρεσίβλητο έπαψε να της καταβάλλει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παρ.6 του άρθρου 10 Ν.1965/2011 και της παρ. 8 του άρθρου 16 Ν.2227/1994 μηνιαία αποζημίωση ως πρόσθετη αμοιβή, αιτήθηκε την επιδίκαση της εν λόγω παροχής για το μέχρι την 31.12.2014 διάστημα.

Το εν λόγω αίτημά της ήταν σύμφωνα με τα ανωτέρω μη νόμιμο, αφού η ως άνω αποζημίωση καταργήθηκε από 1.11.2011 τόσο για τους υπαλλήλους όσο και για τους δικηγόρους του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμο το ως άνω αίτημα μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεν έσφαλε και ο λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο λόγος απορρίψεως του αιτήματος της αναιρεσείουσας περί επιδικάσεως της προαναφερομένης αποζημιώσεως ήταν ότι το εν λόγω αίτημα εστερείτο νομίμου ερείσματος, κρίση, στην οποία κατέληξε το Εφετείο από την ερμηνεία των προπαρατεθεισών διατάξεων και όχι από την εξέταση των προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων, στην οποία κατά πάσα περίπτωση ως εκ περισσού εχώρησε, αφού η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως επί παγία αντιμισθίας δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου και η περικοπή της αποζημιώσεως δεν αμφισβητούνταν.

Κατά συνέπεια, οι από τους αριθμ. 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως , με τους οποίους προσάπτονται αιτιάσεις που αφορούν το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, είναι απαράδεκτοι ( αλυσιτελείς) και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αποτελούν πράγματα και άρα η λήψη τους υπ' όψη αν δεν έχουν προταθεί ή αντίθετα η μη λήψη τους υπ' όψη αν έχουν προταθεί ιδρύει τον εν λόγω λόγο αναιρέσεως και οι λόγοι της εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή την άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών ( Ολ. ΑΠ 11/1996). Από την επισκόπηση της από 1.11.2017 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι περιλαμβάνεται λόγος εφέσεως ότι η αναιρεσείουσα δεν εδικαιούτο την προαναφερόμενη αποζημίωση, την οποία της επιδίκασε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ δεν περιλαμβάνεται λόγος εφέσεως σχετικά με το επίσης επιδικασθέν ποσόν 960 ευρώ, το οποίο αφορά οφειλόμενες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου 2011 - Φεβρουαρίου2012. Κατά συνέπεια, ο τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν εδικαιούτο την προαναφερόμενη αποζημίωση, ούτε το ποσόν των 960ευρώ, παρ' ότι η έφεση δεν περιείχε σχετικούς λόγους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθ'όσον αφορά την αποζημίωση, ενώ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ως προς το ποσόν των 960 ευρώ.

Κατ' ακολουθία πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα περί επιδικάσεως του ποσού των 960 ευρώ ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων. Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης πρέπει να συμψηφισθούν καθ' ολοκληρίαν λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου διαδίκου (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2951/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Και Συμψηφίζει καθ' ολοκληρία τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ