Legislator Case Law & Legislation
1108/2020 AI generated

1108/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1108/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρου 648 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Τέτοια υποχρέωση του εργοδότη, πλην της καταβολής του μισθού, συνιστά η από το άρθρο 18 του ν. 1082/1980 προβλεπομένη υποχρέωση αυτού χορήγησης στον εργαζόμενο, κατά την εξόφληση των αποδοχών, εκκαθαριστικού σημειώματος, όπου απεικονίζονται αναλυτικά οι κάθε είδους αποδοχές του τελευταίου και οι επ` αυτών κρατήσεις.

Legislator headnote

AI generated

1108/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Keywords

AI generated
reduction of salary recalculation of unemployment benefits unemployment benefits overpayment calculation of severance payment calculation of salary suspension of unemployment benefits
AI generated
966/2014
Appeal dismissed; co-owners not parties; sworn affidavit invalid; labor inspector documents constitute full proof.
1691/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: 2......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καρδαρά.
236/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1146/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6753/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/11/2005 αίτησή της.
1635/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
1256/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1108 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1108/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αικατερίνης Εφραιμίδου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Δ. του Κ., 2) Γ. Κ. του Κ. και 3) Σ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Παναγιώτας Κορομπόκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 8675/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1371/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-8-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 648 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Τέτοια υποχρέωση του εργοδότη, πλην της καταβολής του μισθού, συνιστά η από το άρθρο 18 του ν. 1082/1980 προβλεπομένη υποχρέωση αυτού χορήγησης στον εργαζόμενο, κατά την εξόφληση των αποδοχών, εκκαθαριστικού σημειώματος, όπου απεικονίζονται αναλυτικά οι κάθε είδους αποδοχές του τελευταίου και οι επ` αυτών κρατήσεις.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ` εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει επομένως προς ευθεία ικανοποίηση της απαίτησης εκείνου που το ασκεί (εργαζομένου), αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή (εργοδότη) προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ` αυτόν αντιπαροχής (ΑΠ 836/2019, 114/2017, 1342/2014).

Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι` αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.

Η κατά τα άνω καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας καθιστά την επίσχεση παράνομη, με συνέπεια να μην παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αυτής, δηλαδή να μην καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη, ο οποίος δεν οφείλει να καταβάλει στον μισθωτό που ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης τις αποδοχές υπερημερίας. (ΑΠ 947/2019, 766/2018, 114/2017, 324/2017).

Εξ άλλου, ναι μεν η αδικαιολόγητη άρνηση του μισθωτού να παρέχει τις υπηρεσίες του μπορεί κατά τις περιστάσεις να αξιολογηθεί ως συμπεριφορά που, κατ` αντικειμενική κρίση, εκφράζει τη βούληση αυτού να καταγγείλει ο ίδιος την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 2238/2013), πλην όμως στην περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης ή ότι συνεχίζει την επίσχεση, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας έχει λυθεί από τον μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, με την επίκληση εκ μέρους του εργοδότη της καταχρηστικότητας ή έλλειψης των νομίμων προϋποθέσεων της επίσχεσης εργασίας, πολλώ δε μάλλον εάν ο μισθωτός με δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη του ότι προτίθεται να επιστρέψει στην εργασία του μετά την ολοσχερή εξόφληση των οφειλομένων σε αυτόν καθυστερουμένων αποδοχών, για τις οποίες προέβη στην επίσχεση, (ΑΠ 324/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 1502/2010) ή μετά τη συμμόρφωση του εργοδότη σε άλλες υποχρεώσεις που τον βαρύνουν, εκτός εάν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η δήλωση αυτή περί συνέχισης της επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού είναι προσχηματική και υποκρύπτει βούληση αυτού αποχώρησης από την εργασία του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648 και 669 παρ.2 του ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που ο παραλήπτης αυτής, εργαζόμενος, μπορεί να λάβει γνώση αυτής.

Η καταγγελία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά αυτού που καταγγέλλει τη σύμβαση. Σιωπηρή καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη συνιστά και η άρνησή του να δεχθεί την εργασία, την οποία προσηκόντως του προσφέρει ο εργαζόμενος, όταν η άρνηση συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η βούλησή του για λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1096/2018, 1387/2015, 940/2015, 2234/2013).

Στην περίπτωση αυτή η εκ μέρους του εργοδότη σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μεν άκυρη κατά τα άρθρα 174, 180 του ΑΚ και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, διότι αυτή δεν έχει λάβει χώρα εγγράφως και δεν έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, πλην όμως η ακυρότητα αυτή είναι σχετική υπέρ του απολυομένου μισθωτού, ο οποίος μπορεί να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβολής του κύρους αυτής και επομένως και από την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας λόγω της κατά τα άνω ακυρότητας αυτής και συνακόλουθα να ασκήσει την αξίωση αυτού για την καταβολή μόνο της προβλεπομένης αποζημίωσης για έγκυρη καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1096/2018, 811/2006).

Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού (ΑΠ 105/2020, 2241/2013, 1502/2010). Τέλος, λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει κατά το νόμο το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και ως εκ τούτου εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος ( AΠ 1096/2018 ).

2. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην από 22-7-2015 αγωγή τους οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι απασχολούνταν από τη εναγομένη, που έχει ως αντικείμενο την ενοικίαση εργαλείων και μηχανημάτων, έχοντας προσληφθεί από αυτήν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα και τις αποδοχές που αναφέρουν σ' αυτή για τον καθένα από αυτούς.

Ότι η εναγομένη ήδη από τα μέσα του έτους 2010 καθυστερούσε να τους καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές τους και τον Αύγουστο του έτους 2012 προέβη σε μονομερή μείωση των μισθών τους, πράγμα που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, για την οποία προσέφυγαν κατόπιν σχετικής καταγγελίας στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Ότι την 24.6.2013 προέβησαν σε επίσχεση εργασίας ζητώντας την καταβολή των καθυστερούμενων δεδουλευμένων μισθών τους και ότι την 26.8.2013 η εναγομένη προέβη σε έγγραφη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους με προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών, χωρίς όμως κατά τη λήξη της τετραμήνου προθεσμίας να τους επιδώσει έγγραφο καταγγελίας και χωρίς να τους καταβάλει τη δικαιούμενη αποζημίωση απόλυσης, η καταγγελία δε αυτή κρίθηκε άκυρη με την υπ' αριθ. 4790/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, υποχρεώθηκε δε η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους (εναγόντων), ενώ τους επιδικάστηκαν και μισθοί υπερημερίας.

Ότι η εναγομένη δεν συμμορφώθηκε στην ως άνω απόφαση και στις 6.5.2015 προέβη σε επικουρική καταγγελία της σύμβασης εργασίας, δηλαδή υπό την αίρεση ότι θα κριθεί και τελεσίδικα άκυρη η ως άνω από 26.12.2013 καταγγελία, με την καταβολή αποζημίωσης, υπολογιζομένης βάσει των μειωμένων αποδοχών. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα της αγωγής με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τρέποντας εν μέρει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τους σε αναγνωριστικό:

α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 6.5.2015 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους , β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει : 1. Στον πρώτο ενάγοντα για το επίδομα άδειας έτους 2016, για την αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2016 και για τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 7.5.2015 έως 26.9.2016, το συνολικό ποσό των 19.594,89 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.866,64 ευρώ για δώρα και επιδόματα του προηγούμενου χρονικού διαστήματος, καθώς και το Δώρο Χριστουγέννων 2015 και το Δώρο Πάσχα 2016. 2.

Στον δεύτερο ενάγοντα για Δώρο Χριστουγέννων 2015, για Δώρο Πάσχα 2016, για επίδομα άδειας 2016, για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2016 και για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 7.5.2015 μέχρι 26.9.2016 το συνολικό ποσό των 18.019,69 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 4.959,98 ευρώ για δώρα και επιδόματα του προηγούμενου χρονικού διαστήματος και 3) Στον τρίτο ενάγοντα για επίδομα άδειας 2016, για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2016 και για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 7.5.2015 μέχρι 26.9.2016 το συνολικό ποσό των 19.594,89 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 5.866,64 ευρώ για δώρα και επιδόματα του προηγούμενου χρονικού διαστήματος, καθώς και το Δώρο Χριστουγέννων 2015 και το Δώρο Πάσχα 2016 και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους από την επίδοση της απόφασης.

Επικουρικά δε ζήτησαν, σε περίπτωση που απορριφθεί η αγωγή κατά την κύρια βάση της, αντί των μισθών υπερημερίας να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει το υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και δη στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 18.609,48 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 12.268,9 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 18.746,24 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8675/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ερήμην της εναγομένης, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 5-12-2016 έφεση της εναγομένης και οι από 30-10-2017 πρόσθετοι λόγοι έφεσης. Επ'αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1371/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχτηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή.

3. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη : Ότι η εναγομένη εταιρία δραστηριοποιείται στον τομέα της μίσθωσης εργαλείων και μηχανημάτων (γεννήτριες, ανυψωτικά μηχανήματα, συστήματα βαφής και διακόσμησης, οικοδομικά εργαλεία, μηχανήματα ψύξης- θέρμανσης, εξοπλισμός μεταφοράς και διαχείρισης υλικών, εργαλεία οδοποιίας, κομπρεσέρ κλπ), ενώ παράλληλα διαθέτει και κατάστημα πώλησης των αντίστοιχων μηχανημάτων, διατηρώντας γραφεία για το σκοπό αυτό στην ..., στην οδό ..., στην περιοχή αεροδρομίου ...

και στην οδό ..., όπου είναι και η έδρα της. Ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθούν ως υπάλληλοι γραφείου ο πρώτος την 30.12.1995, ο δεύτερος την 23.5.2000 και ο τρίτος την 10.2.1998, έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού, ο οποίος το έτος 2010 ανήλθε στο ποσό των 1.100 ευρώ, 930 ευρώ και 1.100 ευρώ, αντίστοιχα, καθαρά.

Ότι ο μηνιαίος μισθός των εναγόντων καταβαλλόταν αποκλειστικά στον τραπεζικό τους λογαριασμό, πλην όμως η εναγομένη περί το θέρος του έτους 2010 άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και από τον Αύγουστο του έτους 2012 προέβη και σε μονομερή μείωση των αποδοχών τους. Ειδικότερα, η εναγομένη, εκλαμβάνοντας ότι στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος μπορούσε να μειώσει τους μισθούς των εναγόντων, μείωσε τον μισθό του πρώτου στο ποσό των 663,43 ευρώ, του δεύτερου στο ποσό των 610,65 € ευρώ και του τρίτου στο ποσό των 610,72 ευρώ, καθαρά.

Οι ενάγοντες στις 18.4.2013, προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας (Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Δυτικού Τομέα ...), ζητώντας την επίλυση της διαφοράς τους με την εναγομένη, η οποία τελικά δεν επιτεύχθηκε και στη συνέχεια, θεωρώντας ότι η μείωση των συμφωνημένων αποδοχών τους ήταν αυθαίρετη και παράνομη και ότι συνιστούσε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, στις 21.6.2013 απέστειλαν στην εναγομένη την με ίδια ημεροχρονολογία εξώδικη δήλωσή τους, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, μέχρις ότου η εναγομένη τους καταβάλει τις οφειλόμενες ληξιπρόθεσμες αποδοχές τους και μέχρις ότου αυτή αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους στην ίδια θέση, στην ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους, όπως μέχρι τότε εργάστηκαν, γνωστοποιώντας προς αυτήν ότι σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της, καθίσταται υπερήμερη και οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα της επίσχεσης.

Ότι η εναγομένη απέστειλε στους ενάγοντες την από 22..8.2013 εξώδικη δήλωσή της, στην οποία, αφού ανέφερε ότι θεωρεί προσχηματική και καταχρηστική την επίσχεση εργασίας τους, γιατί έγινε με μοναδικό σκοπό την είσπραξη σχετικής επιδότησης από τον ΟΑΕΔ και τη διατήρηση της πρόσθετης αξίωσης για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος της επίσχεσης και ότι θεωρεί ότι η ανωτέρω ενέργεια αποτελεί αποχώρηση από την εργασία τους και καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους τους, δήλωσε ότι σε κάθε περίπτωση και υπό την αίρεση ότι δεν έχει λυθεί η σύμβαση εργασίας εκ μέρους των εναγόντων την 21.6.2013 με την άρνησή τους να επανέλθουν στην εργασία τους, μετά τη συμπλήρωση των ημερών αδείας, που τους χορηγήθηκαν, καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας τους με προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών από την επίδοσή της, δηλαδή από την 26.8.2013, οπότε και θα τους καταβαλλόταν η πρώτη δόση της οφειλόμενης αποζημίωσης, ύψους 1.904,52 ευρώ για τον πρώτο, από το σύνολο της αποζημίωσης των 5.743,57 ευρώ, υπολογιζομένης επί του μικτού μισθού των 820,51 ευρώ, 1.777,76 ευρώ για τον δεύτερο, από το σύνολο της αποζημίωσης των 3.999,80 ευρώ, υπολογιζομένης επί του μικτού μισθού των 781,90 ευρώ και 1.776,76 ευρώ για τον τρίτο, από το σύνολο της αποζημίωσης των 4.888,86 ευρώ, υπολογιζομένης επί του μικτού μισθού των 761,90 ευρώ.

Δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την υπ' αριθ. 1819/ 2017 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού κρίθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας των εναγόντων με την από 21.6.2013 εξώδικη δήλωσή τους, που έγινε νομότυπα, δεν επέφερε, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα υπερημερίας της εναγομένης, διότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος ήταν εξ αρχής καταχρηστική, ενώ με την υπ' αριθ. 4790/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1792/2017 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, αναγνωρίστηκε ότι οι ως άνω από 26.12..2013 (οπότε εξέπνευσε η τετράμηνη προθεσμία της προειδοποίησης απόλυσης), καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρες, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας, λόγω της άκυρης απόλυσης από 26.12.2013 μέχρι την 29.10.2014.

Ότι, εν τω μεταξύ, η εναγομένη στις 6 Μαΐου του έτους 2015 κοινοποίησε στους ενάγοντες "εξώδικη δήλωση και πρόσκληση με καταγγελία της σύμβασης εργασίας υπό την αίρεση δικαίου", με το εξής περιεχόμενο : "Με την υπ' αριθ. 4790/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκε ότι η από 26.12.2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας σας είναι άκυρη λόγω μη καταβολής αποζημίωσης.

Επειδή δεν αποδεχόμαστε την απόφαση αυτή, για τους λόγους που θα αναφέρουμε στην έφεσή μας και επειδή όμως λόγω αντικειμενικών συνθηκών, αλλά και υποκειμενικών συνθηκών που αφορούν το πρόσωπό σας, είναι αδύνατη η πραγματική απασχόλησή σας στην επιχείρησή μας, προβαίνουμε σε επικουρική καταγγελία της σύμβασης εργασίας σας από σήμερα, υπό αίρεση δικαίου, δηλαδή υπό την αίρεση ότι θα κριθεί και τελεσίδικα άκυρη η από 26.12.2013 καταγγελία της σύμβασης εργασίας, και προκειμένου να θεραπευτεί το τυπικό ελάττωμα της καταγγελίας αυτής της σύμβασης με την καταβολή της αποζημίωσης, η οποία προς το παρόν θα υπολογιστεί βάσει του τελευταίου πραγματικού μισθού που παίρνατε μέχρι την τελευταία ημέρα απασχόλησής σας.

Κατόπιν τούτου, προβαίνουμε εκ νέου στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας σας, υπό την παραπάνω αίρεση δικαίου και σας καλούμε να προσέλθετε στα γραφεία μας για να παραλάβετε την πρώτη δόση της αποζημίωσης". Υπολογίστηκε δε το ύψος της αποζημίωσης απόλυσης με την ως άνω εξώδικη δήλωση με βάση τους μειωμένους μισθούς και δη του πρώτου ενάγοντος στο ποσό των 11.478,12 ευρώ, του δεύτερου ενάγοντος στο ποσό των 8.888,80 ευρώ και του τρίτου ενάγοντος στο ποσό των 10.666,56 ευρώ.

Ότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, είναι έγκυρη η ως άνω από 6.5.2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων ως επικουρική, δηλαδή η δεύτερη καταγγελία, στην οποία προέβη η εναγομένη, για την περίπτωση και υπό την αίρεση ότι η προηγούμενη από 26.12..2013 καταγγελία ήθελε κριθεί άκυρη από το Δικαστήριο. Έτσι, η δεύτερη - από 6.5.2015- καταγγελία περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία είναι επιτρεπτή και, εξ αιτίας της νομικής κατάστασης της πρώτης- από 26.12.2013- καταγγελίας, η οποία ήδη κρίθηκε τελεσίδικα άκυρη, η σύμβαση εργασίας των εναγόντων παρέμεινε ενεργή , και συνεπώς αυτή (δεύτερη) θα επιφέρει το πρώτον τη λύση της, αν κριθεί έγκυρη από το παρόν Δικαστήριο.

Ότι, περαιτέρω, και η δεύτερη από 6.5.2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων ήταν άκυρη, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, καθώς δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης στους ενάγοντες. Ειδικότερα, οι αποδοχές, που ελάμβαναν οι τελευταίοι, πριν από την μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, ανέρχονταν στο ποσό των 1.100 ευρώ καθαρά για τον πρώτο, στο ποσό των 930 ευρώ καθαρά για τον δεύτερο και στο ποσό των 1.100 ευρώ καθαρά για τον τρίτο.

Επομένως, η εναγομένη εσφαλμένα υπολόγισε τις αποζημιώσεις απόλυσης των εναγόντων με βάση το μειωμένο μισθό, που μονομερώς βλαπτικά τους επέβαλε. Εξάλλου, και από τα ποσά, που υπολόγισε η εναγομένη ότι συνιστούν τις νόμιμες αποζημιώσεις απόλυσης και προαναφέρθηκαν, τους κατέβαλε μόνο την πρώτη δόση, ήτοι το ποσό 1.914,52 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, το ποσό των 1.777,76 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα και το ποσό των 1.777,76 ευρώ στον τρίτο ενάγοντα.

Ότι η υπερημερία του εργοδότη λόγω άκυρης απόλυσης του μισθωτού ξεκινάει από την ημέρα της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και παύει με την επαναπρόσληψη (επαναπασχόληση) του μισθωτού ή με δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου σύμφωνα με τους πριν από την απόλυση όρους ή με νέα (δεύτερη ή μεταγενέστερη) χωρίς τα ελαττώματα της πρώτης, έγκυρη καταγγελία της ίδιας συμβάσεως εργασίας, η οποία σύμβαση, λόγω της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας, διατηρήθηκε ενεργός.

Εν προκειμένω, η υπερημερία της εναγομένης λόγω της από 26.12..2013 άκυρης απόλυσης των εναγόντων ξεκίνησε από την ως άνω ημέρα και ουδέποτε έπαυσε, διότι και η νέα (δεύτερη) από 6.5.2015 καταγγελία των ίδιων συμβάσεων εργασίας ήδη κρίθηκε άκυρη από το παρόν Δικαστήριο. Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι εφόσον ή επίσχεση εργασίας κριθηκε, όπως προεκτέθηκε, τελεσίδικα παράνομη και καταχρηστική, δεν υπήρχε το παραπάνω χρονικό διάστημα ενεργός εργασιακή σχέση με τους ενάγοντες, οι οποίοι με την αδικαιολόγητη απουσία τους αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι οι ενάγοντες έπαυσαν από 21.6.2013 να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη, όχι γιατί αποχώρησαν οικειοθελώς από την εργασία τους, αλλά γιατί άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας.

Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για οικειοθελή αποχώρηση ή έστω για αδικαιολόγητη απουσία τους από την εργασία τους για το από 28.2.2015 και μετέπειτα χρονικό διάστημα. Έτσι, οι συμβάσεις εργασίας, λόγω της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας, διατηρήθηκαν διαρκώς ενεργείς, και η εναγόμενη συνέχισε να βρίσκεται σε κατάσταση υπερημερίας, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να δικαιούνται για τα παρακάτω αναφερόμενα επίδικα διαστήματα τους νόμιμους μισθούς, τις αποδοχές και τα επιδόματα άδειας και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, που θα λάμβαναν από την εναγομένη, αν η τελευταία δεν είχε καταγγείλει άκυρα τις συμβάσεις τους και αποδεχόταν την εργασία τους.

Κατά τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των αποδοχών από 28.2..2015 (επομένη της ημέρας συζήτησης της υπ' αριθ. 6243/2014 αγωγής επί της οποία εκδόθηκε η ως άνω 1792/2017 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού) έως και 6.5.2015, των δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας του προηγούμενου διαστήματος (2014-2015), ήτοι οφείλει τα εξής ποσά :

Α) Στον πρώτο ενάγοντα: 1. Το ποσό των 572,91 ευρώ για Δώρο Πάσχα 2014, (καταβαλλόμενος μισθός 1.100/2 = 550 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 572,91 ευρώ). 2. Το ποσό των 550 ευρώ για επίδομα αδείας 2014 (μισός μισθός). 3. Το ποσό των 1.145,82 ευρώ για Δώρο Χριστουγέννων 2014 (καταβαλλόμενος μισθός 1.100 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 1.145,82 ευρώ). 4.

Το ποσό των 572,91 ευρώ για Δώρο Πάσχα 2015, (καταβαλλόμενος μισθός 1.100/2 = 550 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 572,91 ευρώ). 5. Το ποσό των 550 ευρώ για επίδομα αδείας 2015 (μισός μισθός). 6. Το ποσό των 2.475 ευρώ για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 28.2.2015 έως 6.5.2015 (καταβαλλόμενος καθαρός μισθός 1.100 ευρώ X 2,25 μήνες = 2..475 ευρώ).

Ήτοι συνολικά του οφείλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 5.866,64 ευρώ. Β) Στον δεύτερο ενάγοντα, οφείλει: 1. Το ποσό των 484,37 ευρώ για Δώρο Πάσχα 2014 (καταβαλλόμενος μισθός 930/2 = 465 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 484,37 ευρώ). 2. Το ποσό των 465 ευρώ για επίδομα αδείας 2014 (μισός μισθός). 3.

Το ποσό των 968,74 ευρώ για Δώρο Χριστουγέννων 2014 (καταβαλλόμενος μισθός 930 X 1,04166 (συντελεστής 0.04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 968,74 ευρώ). 4. Το ποσό των 484,37 ευρώ για Δώρο Πάσχα 2015 (καταβαλλόμενος μισθός 930/2 = 465 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 484,37 ευρώ). 5. Το ποσό των 465 ευρώ για επίδομα αδείας 2015 (μισός μισθός). 6.

Το ποσό των 2092,5 ευρώ για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 28.2.2015 έως 6-5-2015 (καταβαλλόμενος καθαρός μισθός 930 ευρώ X 2,25 μήνες = 2092.5 ευρώ). Ήτοι συνολικά του οφείλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 4.959,98 ευρώ. Και Γ) Στον τρίτο ενάγοντα, οφείλει: 1. Το ποσό των 572,91 ευρώ για Δώρο Πάσχα 2014 (καταβαλλόμενος μισθός 1.100/2 = 550 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 572,91 ευρώ). 2.

Το ποσό των 550 ευρώ για επίδομα αδείας 2014 (μισός μισθός). 3. Το ποσό των 1.145,82 ευρώ για Δώρο Χριστουγέννων 2014 (καταβαλλόμενος μισθός 1.100 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 1.145,82 ευρώ). 4. Το ποσό των 572,91 ευρώ για Δώρο Πάσχα 2015, (καταβαλλόμενος μισθός 1.100/2 = 550 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 572,91 ευρώ). 5.

Το ποσό των 550 ευρώ για επίδομα αδείας 2015 (μισός μισθός). 6. Το ποσό των 2.475 ευρώ για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 28.2.2015 έως 6.5.2015 (καταβαλλόμενος καθαρός μισθός 1.100 ευρώ X 2,25 μήνες = 2.475 ευρώ). Ήτοι συνολικά του οφείλει για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 5.866,64 ευρώ. Περαιτέρω, λόγω της άκυρης - δεύτερης - καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας, η εναγομένη τους οφείλει για το χρονικό διάστημα από 7.5.2015 έως 26.9.2016 (ημέρα συζήτησης της ένδικης αγωγής), μισθούς υπερημερίας, καθώς και δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, όπως αναλύονται παρακάτω :

Α) Στον πρώτο ενάγοντα, οφείλει: 1. Το ποσό των 1.145,82 ευρώ για Δώρο Χριστουγέννων έτους 2015 (καταβαλλόμενος μισθός 1.100 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 1.145,82). 2. Το ποσό των 572,91 ευρώ για Δώρο Πάσχα έτους 2016 (καταβαλλόμενος μισθός 1.100/2 = 550 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 572,91 ευρώ). 3.

Το ποσό των 550 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2016 (μισός μισθός). 4. Το ποσό των 18.326 ευρώ για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 7.5.2015 έως 26.9.2016 (καταβαλλόμενος καθαρός μισθός 1.100 ευρώ X 16,66 μήνες) και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 20.594,73 ευρώ. Β) Στον δεύτερο ενάγοντα, οφείλει: 1. Το ποσό των 968,74 ευρώ για Δώρο Χριστουγέννων έτους 2015 (καταβαλλόμενος μισθός 930 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 968,74 ευρώ). 2.

Το ποσό των 484,37 ευρώ για Δώρο Πάσχα έτους 2016 (καταβαλλόμενος μισθός 930/2 = 465 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 484,37 ευρώ). 3. Το ποσό των 465 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2016 (μισός μισθός). 4. Το ποσό των 15.493,80 ευρώ για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 7.5.2015 έως 26.9.2016 (καταβαλλόμενος καθαρός μισθός 930 ευρώ X 16,66 μήνες) και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 17.411,91 ευρώ.

Και Γ) Στον τρίτο ενάγοντα, οφείλει: 1. Το ποσό των 1.145,82 ευρώ για Δώρο Χριστουγέννων έτους 2015 (καταβαλλόμενος μισθός 1.100 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 1.145,82 ευρώ). 2. Το ποσό των 572,91 ευρώ για Δώρο Πάσχα έτους 2016 (καταβαλλόμενος μισθός 1.100/2 = 550 X 1,04166 (συντελεστής 0,04166 αναλογία από άδεια και επίδομα αδείας) = 572,91 ευρώ). 3.

Το ποσό των 550 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2016 (μισός μισθός). 4. Το ποσό των 18.326 ευρώ για αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 7.5.2015 έως 26.9.2016 (καταβαλλόμενος καθαρός μισθός 1.100 ευρώ X 16,66 μήνες) και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 20.594,73 ευρώ. Ότι οι μισθοί υπερημερίας υπολογίστηκαν με βάση τον καταβαλλόμενο συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό, όπως αυτός ίσχυε πριν την μονομερή μείωση που επιχειρήθηκε από την εναγομένη, αφού η ενέργειά της αυτή, όπως άλλωστε κρίθηκε και προαναφέρθηκε, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων, που τους παρέχει το δικαίωμα να ζητήσουν την τήρηση των συμβατικών, προ της μεταβολής, όρων.

Η εναγομένη προς αντίκρουση της αξίωσης των εναγόντων για μισθούς υπερημερίας για το μετά την 7.5.2015 χρονικό διάστημα προβάλει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, επικαλούμενη για την θεμελίωσή του, όπως ο ισχυρισμός αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, ότι η μη καταβολή των αποζημιώσεων απόλυσης των εναγόντων οφείλεται σε ανώτερη βία και δη στην αντικειμενική της αδυναμία ανεύρεσης οικονομικών πόρων, λόγω των οικονομικών προβλημάτων, που αντιμετωπίζει, ότι οι ενάγοντες παρότι γνωρίζουν την κακή οικονομική κατάσταση της επιχείρησής της, που την ανάγκασε να μειώσει το προσωπικό της και τους μισθούς αυτού, καθώς και τις μεγάλες προσπάθειες, που καταβάλει για να διατηρήσει τη λειτουργία της, παραμένουν ηθελημένα άνεργοι από κακοβουλία από τότε, που άρχισαν την επίσχεση εργασίας τους, η οποία όμως κρίθηκε παράνομη, ήτοι επί 4,5 έτη, παρότι με τα προσόντα που έχουν ως πωλητής ο πρώτος και τρίτος και ως μηχανικός- μηχανολόγος ο δεύτερος, θα μπορούσαν τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του έτους 2014 να ανεύρουν εργασία, αλλά αδικαιολόγητα και κακόβουλα δεν φρόντισαν γι' αυτό.

Ο ως άνω ισχυρισμός, ως προς το σκέλος του, που αφορά την οικονομική αδυναμία της εναγομένης για καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στους ενάγοντες είναι μη νόμιμος, δεδομένου ότι η επικαλούμενη απ' αυτή οικονομική αδυναμία της για καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης δεν μπορεί να άρει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας, αφού δεν οφείλεται σε ανώτερη βία, αλλά ανάγεται στον κύκλο της επαγγελματικής δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου αυτής, ενώ ως προς το σκέλος του, που αφορά τη μη επιδίωξη ανεύρεσης εργασίας εκ μέρους των εναγόντων από κακοβουλία και με σκοπό είσπραξης των μισθών υπερημερίας, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εκδήλωσαν σχετικό ενδιαφέρον, υποβάλλοντας αιτήσεις με το βιογραφικό τους για πρόσληψη σε διάφορες εταιρίες, οι οποίες δεν έγιναν δεκτές. Επιπλέον, η μνεία πληθώρας αγγελιών ανηρτημένων σε ιστοσελίδες ευρέσεως εργασίας, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, οι οποίες πράγματι αφορούν θέσεις εργασίας ανάλογων προσόντων με τους ενάγοντες αναφέρονται όλες στο έτος 2017 και όχι στο επίδικο χρονικό διάστημα.

Άλλωστε, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα απασχόλησης των εναγόντων με την ίδια ειδικότητα σε συναφείς επιχειρήσεις και, παρ' όλα αυτά, αδικαιολόγητα και κακόπιστα αρνήθηκαν να επιδιώξουν την πρόσληψή τους με απώτερο σκοπό να εισπράξουν δικαστικά μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζονται.

Περαιτέρω, ενόψει της υπερημερίας της εναγόμενης πρέπει να υποχρεωθεί η τελευταία να απασχολεί πραγματικά τους ενάγοντες κατ' άρθρο 656 εδ. α' ΑΚ, όπως ήδη ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-03-2013) και, σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου (διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ Α' 92/2013), καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε κρατούντα, επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, περίπτωση που συντρέχει μεταξύ άλλων και επί δικαστικής αναγνώρισης της ακυρότητας προηγηθείσας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει, εφ' όσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμα δικαστικώς, πρόσθετα περιστατικά, τα οποία σε συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν καταχρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του μετά την απαγγελία της ακυρότητας της καταγγελίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που συνέδεε τους ενάγοντες με την εναγομένη, πρέπει πράγματι να διαταχθεί η εκ νέου πρόσληψη και πραγματική απασχόληση αυτών από τη δεύτερη, χωρίς την, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την τελευταία, επίκληση και απόδειξη πρόσθετων πραγματικών περιστατικών, σύμφωνα με τα οποία η άρνησή της να αποδέχεται στο μέλλον τις προσφερόμενες εκ μέρους των εναγόντων υπηρεσίες γίνεται κάτω από περιστάσεις, οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα όρια που θέτει η ΑΚ 281 ή συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς τους ή τους ζημιώνουν κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή προσβάλλουν το δικαίωμα στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και στη συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων ως βάσιμη κατά ένα μέρος από ουσιαστική άποψη και να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 6.5.2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, να υποχρεωθεί δε περαιτέρω η εναγομένη να τους απασχολεί πραγματικά κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας τους, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει: 1.

στον πρώτο ενάγοντα, το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακόσιων εξήντα έξι ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (5.866,64), 2. στον δεύτερο ενάγοντα, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (4.959,98) και 3. στον τρίτο ενάγοντα, το ποσό των πέντε χιλιάδων οκτακόσιων εξήντα έξι ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (5.866,64) και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει: 1.

στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των είκοσι χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (20.590,73), 2. στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των δέκα επτά χιλιάδων τετρακοσίων έντεκα ευρώ και ενενήντα ένα λεπτών (17.411,91) και 3. στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των είκοσι χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα τριών ευρώ (20.594,73), με το νόμιμο τόκο οι μισθοί υπερημερίας από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα, που θα παρεχόταν η εργασία, τα δώρα Χριστουγέννων από την 1.1.

του επόμενου έτους, που αφορούν, τα δώρα Πάσχα από την 30.4. του έτους, που αφορούν, οι αποδοχές άδειας και τα επιδόματα άδειας από την 1.1. του επόμενου έτους, που αφορούν, τα δώρα Πάσχα από την 30.4. του έτους, που αφορούν, οι αποδοχές άδειας και τα επιδόματα άδειας από την 1.1. του επόμενου έτους, που αφορούν.

4. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, 3/1997, ΑΠ 78/2020, 71/2019).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης.

Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένως παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1311/2018, 815/2014, 945/2008).

Ειδικότερα, μολονότι κατά το αρθρ. 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ` αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το αρθρ. 562§2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (Ολ ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1311/2018, 2/2006).

Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 853/2001, 130/2004, 1858/2005). 5.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον παραδεκτώς προταθέντα με τον 1ο πρόσθετο λόγο έφεσης ουσιώδη ισχυρισμό της, ότι εσφαλμένα επιδικάστηκαν στους ενάγοντες οι ως άνω μισθοί υπερημερίας, αντί να απορριφθεί το σχετικό αγωγικό αίτημα, γιατί η από 21-6-2013 επίσχεση εργασίας των εναγόντων κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική με την 1819/2017 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συνεπώς δεν υπάρχει ενεργός εργασιακή σχέση και υπερημερία αυτής ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων, δεδομένου ότι οι από 26-12-2013 και 6-5-2015 καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους έγιναν υπό την αίρεση ότι θα κριθεί νόμιμη η ως άνω επίσχεση εργασίας και ουδέποτε οι ενάγοντες προέβησαν σε προσήκουσα προσφορά της υπηρεσίας τους.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αβάσιμος, διότι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι κρίθηκε καταχρηστική η από 21-6-2013 επίσχεση εργασίας είναι μόνο το ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να αξιώσουν μισθούς υπερημερίας, εφόσον δε η εναγομένη απέκρουσε την προσφορά εργασίας των εναγόντων και δεν προέβη σε νόμιμη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων καθίσταται υπερήμερη έστω και αν, λόγω της τυχόν προηγούμενης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους τους, αυτή δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία.

Άλλωστε, οι ενάγοντες δεν ήταν υποχρεωμένοι σε πραγματική προσφορά της εργασίας τους ενόψει της σαφούς δήλωσης της εναγομένης ότι δεν τις δέχεται (άρθρο 350 ΑΚ). Ως εκ τούτου, εφόσον πρόκειται για μη νόμιμο ισχυρισμό δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,αφού αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ανεξάρτητα, όμως, από το απαράδεκτο, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσία τον ισχυρισμό αυτό. Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε και το δεδικασμένο που προκύπτει από την 1819/2017 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε ότι είναι καταχρηστική η επίσχεση εργασίας.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στο Εφετείο ισχυρισμός περί δεδικασμένου, ο οποίος και απορρίφθηκε ρητά, ούτε επίσης αναφέρεται ότι προσκομίσθηκε στο Εφετείο η αμετάκλητη 1187/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

6. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2019, 4/2018, 62017).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 9/2016, 8/2018).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 24/1992). 7.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο και τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι αυτή έχει αντιφατικές αιτιολογίες διότι, ενώ δέχεται ότι η αξίωση για καταβολή μισθών υπερημερίας οφείλεται στη νομιμότητα της από 21-6-2013 επίσχεσης εργασίας και στη σύμβαση εργασίας, ακολούθως δέχεται ότι η υπερημερία της οφείλεται στην ακυρότητα της από 26-12-2013 καταγγελίας και με τις ανωτέρω παραδοχές της παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651,652, 653,656 και 325 ΑΚ.

Τα σκέλη αυτά του ως άνω λόγου είναι αβάσιμα, διότι το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 669 παρ. 2, 656, 174 και 180 ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, που ήταν εφαρμοστέες, ενώ η διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ δεν ήταν αντικείμενο της δίκης και το Εφετείο δεν ασχολήθηκε και ούτε όφειλε να ασχοληθεί με το κύρος της επίσχεσης εργασίας, διότι με την υπό κρίση αγωγή ήχθη προς κρίση στα δικαστήρια της ουσίας , μεταξύ άλλων, η ακυρότητα της από 6-5-2015 καταγγελίας και η καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 7-5-2015 έως τις 26-9-2016.

Η παραδοχή της απόφασης ότι η από 21-6-2013 επίσχεση εργασίας είναι νόμιμη διότι οι ενάγοντες είχαν ληξιπρόθεσμες αξιώσεις κατά της εναγομένης ως εκ περισσού αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δηλαδή πλεοναστική κρίση, που δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης.

8. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, AΠ 93/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το 2ο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αποδίδει σ αυτή ότι παρέλειψε να αποφανθεί στην ένστασή της περί συγγνωστής πλάνης, ως προς το ύψος της οφειλόμενης στους ενάγοντες αποζημίωσης, γιατί τελούσε σε εύλογη αμφιβολία για το ύψος αυτό.

Οι λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αν η αναιρεσείουσα προέβαλε στο Εφετείο την ένσταση περί συγγνωστής πλάνης ως προς το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης και ούτε αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον θεμελιωτικό του λόγου τούτου ισχυρισμό.

9. Κατά το άρθρο 352 αρ.1 ΚΠολΔ, δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή, που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι` αυτόν που ομολογεί γεγονότος, το οποία αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό οπότε συνεκτιμάται ελεύθερα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα ως τεκμήριο.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία.

Η δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της εφέσεως ή τις προτάσεις. Η ύπαρξη δε της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά. Εξάλλου , κατά τη διάταξη του άρθρου 261 του ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του.

Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση συναγωγής της λεγόμενης έμμεσης ομολογίας του διαδίκου σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του, είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός.

Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνο ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει, ανελέγκτως ως προς τούτο, αν από το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται συνάγεται έμμεση ομολογία.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 2/2008 και 14/2005). Για την ίδρυση, όμως, του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα (Ολ. ΑΠ 14/2005), με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ ΑΠ 498/1978).

Και τούτο διότι, ναι μεν η ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι την επικαλέσθηκε και να αποδεικνύει τούτο με την προσκόμιση των σχετικών προτάσεών του.

Απαιτείται επίσης, όπως προαναφέρθηκε, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 902/2019, 1068/2017, 545/2013). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία των αντιδίκων της που περιέχονταν στις προτάσεις τους στο δικαστήριο εκείνο, καθώς και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από την οποία αποδεικνυόταν ότι, εκτός από την πρώτη δόση της αποζημίωσης απόλυσης, που αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους και άλλες τέσσερις δόσεις στις 31-7-2015, την 1-10-2015, στις 12-10-2015 και στις 30-11-2015, συνολικού ποσού 4436,75 ευρώ για τον πρώτο, 4377,76 ευρώ για το δεύτερο και 3.330 για τον τρίτο και ότι συνολικά έλαβαν 6.214,52 ο πρώτος, 6155,52 ο δεύτερος και 5.077,76 ο τρίτος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με το αναιρετήριο ότι επικαλέσθηκε την ομολογία των αντιδίκων της στο Εφετείο και ποιος ήταν ο ισχυρισμός της, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, καθόσον δεν επικαλείται ότι με την καταβολή των ανωτέρω ποσών που ομολογούν ότι έλαβαν οι αναιρεσίβλητοι έχει εκπληρώσει την υποχρέωσή της για καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης.

10. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης (δεύτερο), κατά το 3ο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η καθυστέρηση της δεύτερης δόσης της αποζημίωσης απόλυσης των εναγόντων του Ιουλίου 2015 οφείλονταν στα capital controls που επιβλήθηκαν στις 26-6-2015 και καθυστέρησαν την είσπραξη των απαιτήσεών της από τους πελάτες της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κατατεθεί έγκαιρα η δεύτερη δόση, που ήταν καταβλητέα στις 11 Ιουλίου 2015 (αυτή καταβλήθηκε στις 31-7-2015) και γενικά δεν έλαβε υπόψη ότι η καταβολή της δεύτερης δόσης οφειλόταν σε ανώτερη βία και σε γεγονότα που δεν ανάγονταν στον κύκλο της επαγγελματικής της δραστηριότητας, ούτε, επίσης, έχει η προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείας αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της οικονομικής της αδυναμίας για την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.

Οι λόγοι αυτοί, από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας απορρίφθηκαν ως μη νόμιμοι από το Εφετείο, που έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανώτερης βίας στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον τα επικαλούμενα περιστατικά ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας και στη σφαίρα κινδύνου αυτής, διότι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και να αντιμετωπισθούν.

Ούτε συνιστά ανώτερη βία, χωρίς τη συνδρομή άλλης περιστάσεως, η κακή πορεία της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης και ειδικότερα η δυσαναλογία μεταξύ των εξόδων αυτής, μεταξύ των οποίων και οι αποδοχές των εργαζομένων και των από την επιχειρηματική δραστηριότητα εσόδων, αφού είναι γεγονός προβλέψιμο δια καταβολής της συνήθους επιμέλειας, κείμενο εντός του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου.

Επομένως, εφόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως μη νόμιμο τον ανωτέρω ισχυρισμό και δεν προέβη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους.

11. Aπό τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ,, που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι σταθερές αρχές, κανόνες ή αφηρημένες κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμεύουν για την εξειδίκευση νομικών κανόνων και εννοιών, οπότε και μόνο η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020, 79/2018, 1333/2018, 152/2015).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, 208/2018, 1226/2014). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ.

β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόδειξη και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα οποία εάν το δικαστήριο της ουσίας ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι στο νομό Θεσσαλονίκης, κατά την περίοδο από Μάρτιο έως Οκτώβριο 2017, προσλήφθηκαν συνολικά 1.086.182 πρόσωπα και επομένως δεν υπήρχε πρόβλημα για την ανεύρεση εργασίας από μέρους των εναγόντων, οι οποίοι κακόπιστα παρέλειψαν να αναζητήσουν εργασία σε συναφείς επιχειρήσεις και θα έπρεπε να κάνει δεκτή την προβληθείσα με τον τέταρτο λόγο έφεσης ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων για αποδοχές υπερημερίας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας δεν εφαρμόσθηκαν και ποιος ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, από τους αναγραφόμενους στο αναιρετήριο, για την ερμηνεία ή εφαρμογή των οποίων δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 12.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το 2ο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτή έγγραφα, που αφορούν στοιχεία απασχόλησης για την περιοχή της ..., απ' τα οποία προκύπτει ότι στον νομό ...

κατά την περίοδο από Μάρτιο του 2013 μέχρι τον Οκτώβριο του 2017 προσλήφθηκαν συνολικά 1.086.182 άτομα, όπως αποδεικνύεται από το προσκομισθέν έντυπο ανακτημένο από την ιστοσελίδα του ΟΑΕΔ και πληθώρα αγγελιών εργασίας του έτους 2017, τα οποία ήταν κρίσιμα για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της ότι είναι καταχρηστική η διεκδίκηση μισθών υπερημερίας από μέρους των εναγόντων.

Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη την ''ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων που εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, από τα έγγρφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας'', σε συνδυασμό με το περιεχόμενό της, στο οποίο μάλιστα αναφέρονται ρητώς οι αγγελίες για ανεύρεση εργασίας, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω αποδεικτικά μέσα .

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

13.Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (τρίτο σκέλος αυτού) η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση, καθόσον έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να ζητήσουν μισθούς υπερημερίας, διότι δεν αναφέρει πόσες και σε ποιο χρόνο υποβλήθηκαν οι αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων για πρόσληψή τους σε διάφορες εταιρίες.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εκδήλωσαν σχετικό ενδιαφέρον, υποβάλλοντας αιτήσεις με το βιογραφικό τους για πρόσληψη σε διάφορες εταιρίες, οι οποίες δεν έγιναν δεκτές. Επιπλέον, η μνεία πληθώρας αγγελιών ανηρτημένων σε σελίδες ευρέσεως εργασίας, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, οι οποίες πράγματι αφορούν θέσεις εργασίας ανάλογων προσόντων με τους ενάγοντες αναφέρονται όλες στο έτος 2017 και όχι στο επίδικο χρονικό διάστημα.

Άλλωστε, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα απασχόλησης των εναγόντων με την ίδια ειδικότητα σε συναφείς επιχειρήσεις και, παρ' όλα αυτά αδικαιολόγητα και κακόπιστα αρνήθηκαν να επιδιώξουν την πρόσληψή τους με απώτερο σκοπό να εισπράξουν δικαστικά μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζονται.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατά την απόρριψη του ανωτέρω ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, ώστε δεν πάσχει από έλλειψη νόμιμης βάσης και ανεπαρκείς παραδοχές. Πρέπει, επομένως, ν'απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αυτός.

14. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-8-2018 (αριθμ. κατ. 229/2018) αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ''ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ...'' και το διακριτικό τίτλο ''... ΑΕ'' περί αναιρέσεως της 1371/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ