Supreme Court partially allows appeal against insurance court decision regarding vehicle damage and jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a first-instance judgment in a vehicle damage insurance dispute. The appellants claimed the lower court erred in assessing the value of a freezer unit and misapplied jurisdictional rules. The court rejected arguments regarding the freezer's market value but found the jurisdictional ruling against the first appellant to be flawed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when specific legal grounds are admissible while others are inadmissible, remanding the case for retrial on the contested portion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1108 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1108/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Η. Μ. του Δ. και 3) Δ. Β. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Λαμπρινή Κουλούρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Ταμπαλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1110/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5292/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-4-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 3-4-2018 (αρ .κατ. 307/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5292/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 30-1-2014 (αρ. κατ. 1115/2014) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι, σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη, στις 1-9-2013, στο ...
από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ...63 φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο ασφάλιζε για τις έναντι τρίτων ζημίες η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία εδρεύει στη ..., προκλήθηκαν υλικές ζημίες στον με αρ. κυκλοφορίας ...64 ελκυστήρα, ιδιοκτησίας της 1ης ενάγουσας και ήδη 1ης αναιρεσείουσας, η οποία εδρεύει στο ...
και στον επικαθήμενο σ' αυτό με αρ. κυκλοφορίας ...85 ψυκτικό θάλαμο, ιδιοκτησίας, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα, στον 2ο και 3ο ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες. Με το ιστορικό αυτό αξίωναν η μεν 1η ενάγουσα - 1η αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 84.679,40 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες, που αυτή υπέστη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και καθένας από τους 2ο και 3ο ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες το ποσό των 15.284,70 ευρώ για την ίδια αιτία, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1110/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την 1η ενάγουσα λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων, ενώ δέχθηκε κατ' ουσίαν αυτήν ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, στους οποίους επιδίκασε, σε καθένα τούτων, το ποσό των 15.284,70 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες και την υπαξία του ψυκτικού θαλάμου και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρεσίβλητη - εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 12-5-2015 (αρ. κατ. 3031/2015) έφεση και χάριν συντόμευσης Α' έφεση, με την οποία έπληττε το κεφάλαιο περί υπαιτιότητας, περί του εφαρμοστέου δικαίου και περί του ύψους της αποζημίωσης για τις υλικές ζημίες και την υπαξία του ψυκτικού θαλάμου.
Επίσης, η ηττηθείσα 1η ενάγουσα και ήδη 1η αναιρεσείουσα άσκησε την από 14-5-2015 (αρ. κατ. 3127/2015) έφεση και χάριν συντόμευσης Β' έφεση, με την οποία έπληττε το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης για την απόρριψη της αγωγής της λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων. Επί των δύο αντιθέτων εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την Β' έφεση της 1ης αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας.
Ακολούθως δέχθηκε την Α' έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε την αγωγή του 2ου και 3ου ενάγοντα, την οποία δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, περιορίζοντας το ποσό που είχε επιδικασθεί σ' αυτούς πρωτόδικα, στο ποσό των 12.784,70 ευρώ σε καθένα τούτων ως συνιδιοκτητών του ψυκτικού θαλάμου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 αυτού εξαιρέσεις, περί των οποίων δεν πρόκειται, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο, που θεμελιώνει δωσιδικία και δη αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου (ΑΠ 8/2015).
Περαιτέρω, από 1 Μαρτίου 2002 άρχισε να ισχύει ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις", ο οποίος, κατά το άρθρο 76 της τότε ισχύουσας Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος - μέλος.
Ο εν λόγω Κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του (άρθρ. 66 παρ. 1 αυτού), αντικατέστησε δε την από 27-9-1968 Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών, που είχε κυρωθεί με το Ν. 1814/1988, όπως αυτή τροποποιήθηκε και αντικαταστάθηκε στην συνέχεια με μεταγενέστερες Συμβάσεις, που κυρώθηκαν με το Ν. 2004/1992.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 59 και 60 παρ. 1 του Κανονισμού αυτού συνάγεται, ότι καθιερώνεται ως βάση της διεθνούς δικαιοδοσίας η κατοικία του εναγομένου και επί νομικών προσώπων ο τόπος της καταστατικής έδρας τους ή της κεντρικής διοίκησης ή της κύριας εγκατάστασης .Ουσιαστικά όμοιες ρυθμίσεις περιλαμβάνονταν και στην ως άνω Σύμβαση των Βρυξελλών (ΑΠ 613/2017, ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 948/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του Αστικού Κώδικα, η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως έδρα του νομικού προσώπου από την οποία, κατ` άρθρο 3 ΚΠολΔ, προσδιορίζεται, εκτός άλλων, η αρμοδιότητα και η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου, νοείται η πραγματική έδρα, δηλαδή ο τόπος, όπου πράγματι ασκείται η διοίκησή του και όχι ο τυχόν διάφορος τόπος, που κατονομάζεται απλώς ως έδρα στο καταστατικό του (καταστατική έδρα). Επομένως και αλλοδαπή τυπικά εταιρία, της οποίας η διοίκηση ασκείται στην Ελλάδα, όπου βρίσκεται η πραγματική της έδρα, αρμοδίως ενάγεται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, η αρμοδιότητα και η διεθνής δικαιοδοσία των οποίων καθορίζεται βάσει του τόπου της πραγματικής έδρας της εναγομένης Εταιρίας (ΑΠ Ολ. 2/1999). Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων η θεωρία της πραγματικής έδρας κρατεί απολύτως στη νομολογία και στη θεωρία (ΑΠ 2/2003, Ολ.ΑΠ 2/1999, Ολ.ΑΠ 461/1978).
Περαιτέρω, ο ανωτέρω Κανονισμός (Ε.Κ.) με αριθμό 44/2001 του Συμβουλίου της 22 Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις στο άρθρο 9 ορίζει τα ακόλουθα "1. Ο ασφαλιστής που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους - μέλους μπορεί να εναχθεί α) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους - μέλους, όπου έχει την κατοικία του ή β) σε άλλο κράτος - μέλος, εφ` όσον την αγωγή έχει ασκήσει ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος, ή ο δικαιούχος, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου, όπου ο ενάγων έχει την κατοικία ή...
γ)..., 2...". Επίσης, στο άρθρο 11 του άνω Κανονισμού (άρθρ. 10 Συμβάσεως Βρυξελλών) "...2) Οι διατάξεις των άρθρ. 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε περίπτωση ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, εφ` όσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται". Εν όψει της παραπομπής της παρ. 2 του άρθρου 11 του άνω Κανονισμού στο άρθρ. 9 του ιδίου Κανονισμού γεννήθηκε το ζήτημα, κατά πόσο ο ζημιωθείς σε αυτοκινητικό ατύχημα δύναται να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος κατά την έννοια της β` περιπτώσεως της παρ. 1 του άρθρ. 9 του Κανονισμού.
Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι πρόδηλο ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ζημιωθέντος, αφού για την περίπτωση, που αυτός χρειασθεί να ασκήσει αγωγή για την διεκδίκηση των αξιώσεών του, έχει τη δυνατότητα να εγείρει αυτή και ενώπιον δικαστηρίου της χώρας της κατοικίας του με προφανή τα εντεύθεν γι` αυτόν πλεονεκτήματα.
Εν όψει δε της αμφισβητήσεως που δημιουργήθηκε για το ανωτέρω ζήτημα το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) ύστερα από την αποστολή σχετικού ερωτήματος από το γερμανικό Ακυρωτικό αποφάνθηκε ως ακολούθως: Η παραπομπή του άρθρου 11 παρ. 2 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 44/2001 του Συμβουλίου της 22-12-2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις στο άρθρο 9 παρ. 1 στοιχείο β` του Κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνευθεί, υπό την έννοια, ότι ο ζημιωθείς μπορεί να ασκήσει ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της κατοικίας του σε κράτος-μέλος ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή, εφόσον το οικείο δίκαιο επιτρέπει την άσκηση τέτοιας αγωγής και ο ασφαλιστής έχει την έδρα του στο έδαφος κράτους - μέλους.
Ήδη τέτοια ρύθμιση εισάγεται με το άρθρο 5 της Πέμπτης Κοινοτικής Οδηγίας της 11-5-2005, η οποία θα έπρεπε να καταστεί εσωτερικό δίκαιο μέχρι 11-6- 2007. Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν ο αλλοδαπός ασφαλιστής του ζημιογόνου στην αλλοδαπή αυτοκινήτου μπορεί να εναχθεί από τον παθόντα και μόνιμο κάτοικο της Ελλάδος ενώπιον Ελληνικού δικαστηρίου με αίτημα επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία την οποία υπέστη από αυτό (ΑΠ 487/2011, ΑΠ 379/2013).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 150/2015, ΑΠ131/2015, ΑΠ 1341/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).
Συνακόλουθα και σε εφαρμογή των ανωτέρω, πράγματα κατά την ανωτέρω έννοια είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, επί των οποίων ο ενάγων θεμελιώνει τη διεθνή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως προϋπόθεση ικανοποιήσεως του καταγόμενου σε δίκη ουσιαστικού δικαιώματός του. Εάν λοιπόν το Δικαστήριο, για τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας του, λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά μη προταθέντα από τον ενάγοντα με την αγωγή ή κατ' αναλογία, δεν λάβει υπόψη του προταθέντα πράγματα, υποπίπτει στην προαναφερόμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1529/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η 1η αναιρεσείουσα, η οποία σημειωτέον δικαιολογεί έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτού, αλλά και των συναφών 2ου έως 5ου των αναιρετικών λόγων, ως άμεσα βλαπτόμενη από την απόρριψη της αγωγής της ως απαράδεκτης λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων (άρθρ. 556, 68 ΚΠολΔ), αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ.
α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δεν καθιερώνεται ως προς αυτήν διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων και να απορρίψει την αγωγή της ως απαράδεκτη λαμβάνοντας υπόψη μόνον την καταστατική έδρα αυτής στο ... και όχι την πραγματική έδρα της στα ..., παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1 στοιχείο β', 11 παρ. 2 και 60 παρ. 1 περ.
β' του Κανονισμού (Ε.Κ) με αριθμό 44/2001 του Συμβουλίου της 22 Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις. Με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η 1η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να λάβει υπόψη του κατά την έρευνα της έδρας της 1ης αναιρεσείουσας μόνον τυπικά στοιχεία, όπως είναι η καταστατική έδρα αυτής στο Μόναχο και χωρίς να ερευνήσει τα ουσιαστικά στοιχεία προσδιορισμού της πραγματικής της έδρας στα ..., η οποία καθιερώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων παραβίασε και εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, που αναφέρονται στον 1ο αναιρετικό λόγο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επίσης, με τον συναφή 5ο αναιρετικό λόγο, κατά το Α' σκέλος αυτού, η 1η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό-"πράγμα", που αποτελούσε την ιστορική βάση της αγωγής της, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η πραγματική έδρα της βρίσκεται στα ..., ότι το προσωπικό της είναι έλληνες πολίτες, ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποί της (2ος και 3ος ενάγοντες-αναιρεσείοντες) κατοικούν στην Ελλάδα, όπου ασκείται η πραγματική διαχείριση και η συνολική δραστηριότητα της 1ης αναιρεσείουσας, ζητήματα που ήσαν ουσιώδη για τη θεμελίωση διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων.
Περαιτέρω, από την σελίδα 1 της ένδικης αγωγής, που επιτρεπτά επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η 1η ενάγουσα και ήδη 1η αναιρεσείουσα, για το ουσιώδες ζήτημα της πραγματικής έδρας αυτής, το οποίο ερευνάται με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, αναφορικά με την διεθνή δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων, εκθέτει τα ακόλουθα: "Ι. Η α' εξ ημών δραστηριοποιείται στον τομέα των διεθνών μεταφορών, με καταστατική έδρα στο ... και πραγματική έδρα στα ... (37° χλμ ΝΕΟΑΚ), όπου και η έδρα της αντίστοιχης με τη γερμανική ελληνικής (αστικής) εταιρίας μας με την επωνυμία "..." και απ' όπου ασκείται η πραγματική διαχείριση και η συνολική δραστηριότητά μας στην εκτέλεση μεταφορών. Η εταιρία μας είναι αμιγώς ελληνικών συμφερόντων, καθώς παρά την καταστατική της έδρα στη Γερμανία αφενός μεν απαρτίζεται κατά ισομοιρία και εκπροσωπείται νόμιμα από τους β' και γ' εξ ημών, αφετέρου δε το σύνολο του προσωπικού μας (υπαλληλικό προσωπικό και οδηγοί) είναι έλληνες ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ. Για την άσκηση των δραστηριοτήτων μας διατηρούμε ιδιόκτητα οχήματα, ελκυστήρες και επικαθήμενα, ταξινομημένα κατά περίπτωση είτε στη Γερμανία επ' ονόματι της γερμανικής εταιρίας μας, είτε στην Ελλάδα επ' ονόματι της αστικής εταιρίας...".
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση για το ερευνώμενο με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους ζήτημα της διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, τα ακόλουθα: "...αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα ασκεί στη …. επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων και διεθνών μεταφορών, ότι έχει έδρα στην οδό ...
στο ..., και κατόπιν αλλαγής έδρας στην οδό ... στο ..., έχει γερμανικό ΑΦΜ, η γερμανική διεύθυνση αναγράφεται τόσο στην άδεια κυκλοφορίας του ζημιωθέντος οχήματος, όσο και στην πράσινη κάρτα ασφάλισης, καθώς επίσης η ίδια γερμανική διεύθυνση αναγράφεται στη δήλωση ατυχήματος, που υπέβαλε η πρώτη ενάγουσα στην εταιρεία "...", ανταποκρίτρια εταιρεία της εναγομένης στην Ελλάδα, προς εξώδικη αποζημίωση.
Αντίθετα, οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων (Η. Μ. και Δ. Β., αντίστοιχα), έχουν μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο ..., επί της .... Αφού, λοιπόν, η πρώτη των εναγόντων εταιρεία με την επωνυμία έχει την έδρα της στο ..., οδός ... (πρώην ...) δεν καθιερώνεται ως προς αυτήν διεθνής δικαιοδοσία ελληνικού δικαστηρίου και συνεπώς η αγωγή ως προς αυτήν είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεκτής γενομένης και της σχετικής ένστασης της εναγομένης.
Τα ίδια συνεπώς αφού δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε, ως προς την πρώτη ενάγουσα, την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, ορθά το νόμο εφάρμοσε, ό,τι δε αντίθετο υποστηρίζεται με τους λόγους της από 14-5-2015 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3127/2015 έφεσης της πιο πάνω ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, ως προς την πρώτη ενάγουσα, εσφαλμένα ερμήνευσε τον Κανονισμό (Ε.Κ) με αριθμό 44/2001 του Συμβουλίου της 22 Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις και ειδικότερα, τη διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 περ.
β αυτού, (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 1β και 11 παρ. 2 του Κανονισμού), αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της έδρας της 1ης αναιρεσείουσας, που καθιερώνεται ως βάση της διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία, από όσα η ανωτέρω ουσιαστική διάταξη απαιτεί για την πλήρωση του πραγματικού αυτής.
Πιο συγκεκριμένα, για την κρίση του ότι δεν συντρέχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων ως προς την πρώτη ενάγουσα, το Εφετείο αρκέστηκε μόνον στα τυπικά στοιχεία της καταστατικής έδρας και όχι και της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου (1η αναιρεσείουσα), όπως ορίζει ο Κανονισμός, ενώ συγχρόνως διέλαβε ελλιπή αιτιολογία ως προς τα προσδιοριστικά στοιχεία της πραγματικής έδρας της 1ης αναιρεσείουσας στα ..., τα οποία ουδόλως ερεύνησε, παρά το γεγονός ότι στην αγωγή της η 1η αναιρεσείουσα θεμελίωνε τη διεθνή δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων σε πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πραγματική της έδρα στην Ελλάδα.
Πλέον τούτων, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό της 1ης αναιρεσείουσας, που συνιστούσε την ιστορική βάση της αγωγής της, αναφορικά με την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας στην Ελλάδα, τον οποίο ουδόλως ερεύνησε, ούτε αξιολόγησε, αν και σύμφωνα με το ιστορικό της αγωγής, η πραγματική διοίκηση της 1ης αναιρεσείουσας ασκείται στα ..., στην Ελλάδα, όπου λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία της αποφάσεις, ότι στην Ελλάδα επίσης είναι μόνιμα εγκατεστημένα τα φυσικά πρόσωπα, που τη διοικούν, που είναι Έλληνες πολίτες (2ος και 3ος ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες), ότι η 1η αναιρεσείουσα είναι εταιρεία ελληνικών συμφερόντων, ότι το προσωπικό της αποτελείται από Έλληνες πολίτες, ασφαλισμένους σε ελληνικό ασφαλιστικό φορέα - ΙΚΑ και ότι τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιεί για τις μεταφορές είναι ταξινομημένα και στην Ελλάδα και επιβαρύνονται με φόρους υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α, 19 και 8 του ΚΠολΔ και συνακόλουθα, οι συναφείς 1ος και 2ος αναιρετικοί λόγοι για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων του Κανονισμού, καθώς επίσης και ο 5ος, κατά το Α' σκέλος αυτού, αναιρετικός λόγος για τη μη λήψη υπόψη ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού, που συνιστά "πράγμα" και είχε προταθεί με νόμιμη επίκληση, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ότι είναι απορριπτέα η αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων, ως προς την εν λόγω διάδικο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως της πρώτης ενάγουσας.
Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω δεκτών γενόμενων αναιρετικών λόγων, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης της 1ης ενάγουσας και ήδη 1ης αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρείας, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει, η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων αυτής και ειδικότερα του 3ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, για την ευθεία παραβίαση του άρθρου 28 παρ. 3 του Κανονισμού (αρμοδιότητα δικαστηρίου λόγω συνάφειας), του 4ου αναιρετικού λόγου για την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ, για την ευθεία παραβίαση του άρθρου 24 του Κανονισμού (σιωπηρή παρέκταση τοπικής αρμοδιότητας δικαστηρίου) και του 5ου κατά το Β' σκέλος αυτού αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ (μη λήψη υπόψη εγγράφων - τιμολογίων για την απόδειξη της "ελληνικότητας" της έδρας της 1ης αναιρεσείουσας), οι οποίοι πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορά την κρίση της για την έλλειψη της διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων λόγω της πραγματικής έδρας αυτής στα ...
και επίσης αποβλέπουν στην αποδοχή της αναίρεσης της 1ης αναιρεσείουσας έναντι της αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω και πέραν των όσων έχουν εκτεθεί κατά την νομική ανάπτυξη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η οποία θεμελιώνει την νομική πλημμέλεια για την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ.
τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή στην προσβαλλομένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 49/2013, ΑΠ 140/2010).
Με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι 2ος και 3ος αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες εν μέρει εφεσίβλητοι - ενάγοντες στην από 12-5-2015 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδουν στην απόφαση αυτή την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει αυθαιρέτως την αγοραία αξία του ως άνω ψυκτικού θαλάμου, συνιδιοκτησίας τους, σε 30.000 ευρώ, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία ως προς την αγοραστική αξία αυτού, ζήτημα ουσιώδες για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης, που αυτοί δικαιούνται λόγω της μείωσης της αξίας του (υπαξία) συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος.
Ο ανωτέρω 6ος αναιρετικός λόγος είναι πρωτίστως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν μνημονεύουν την ουσιαστική διάταξη, την οποία, όπως υποστηρίζουν, παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση με ελλιπή αιτιολογία, ώστε να ερευνηθεί η νομική πλημμέλεια, που της αποδίδουν. Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι, υπό την επίφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστή ουσίας ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015).
Με τον 7ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι 2ος και 3ος αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το υπ' αρ. 607/5-10-2012 τιμολόγιο αγοράς του ψυκτικού θαλάμου, ποσού 40.000 ευρώ, το οποίο είχε προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τις προτάσεις τους, με αριθμό σχετικού 10β, το οποίο ήταν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο για το κρίσιμο ζήτημα της αξίας του ψυκτικού θαλάμου και την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω της μείωσης της εμπορικής του αξίας (υπαξία) με βάση την εμπορική αγοραστική αξία αυτού.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του ερευνώμενου 7ου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο επίδικος ψυκτικός θάλαμος είναι εκ κατασκευής ένα ενιαίο "κουτί" χωρίς καθόλου ενώσεις και συρραφές, προκειμένου να μην υπάρχει η παραμικρή απώλεια ψύξης.
Στην προκειμένη περίπτωση όμως λόγω της επίδικης σύγκρουσης αυτό το ενιαίο κουτί διερράγη, με αποτέλεσμα ναι μεν να επανασυγκολληθεί, αλλά πλέον η ψυκτική του ικανότητα να μην είναι εγγυημένη, διότι θα εμφανίζει οπωσδήποτε προοδευτικά κατά την εξέλιξη μίας μεταφοράς απώλεια ψύξης, η οποία και αποτυπώνεται στο θερμογράφο, ο οποίος υποχρεωτικά υπάρχει μέσα στο θάλαμο και τον οποίο οπωσδήποτε ελέγχει ο κατά περίπτωση παραλήπτης του φορτίου.
Επομένως, ο θάλαμος αυτός δεν μπορεί πλέον να μεταφέρει κατεψυγμένα τρόφιμα παρά μόνο νωπά και από νωπά, μόνο αυτά που διατηρούνται και στις διακυμάνσεις της θερμοκρασίας και έτσι η αγοραία αξία του μειώθηκε κατά ποσοστό 50%. Δεδομένου δε ότι η αγοραία αξία του παραπάνω ρυμουλκού μενού οχήματος ανήρχετο την ημερομηνία της σύγκρουσης σε 30.000 ευρώ, αφού κυκλοφόρησε στις 18.09.2006 σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας και βρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση, η ζημία των πιο πάνω εναγόντων εξαιτίας της μείωσης της αξίας του ανέρχεται στο ποσόν των 15.000 ευρώ (€ 30.000 χ 50%).
Έσφαλε, συνεπώς ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε μεγαλύτερο χρηματικό ποσό για την πιο πάνω αιτία, δεκτού γενομένου εν μέρει ως βάσιμου κατ' ουσία του σχετικού έκτου λόγου της έφεσης...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι, κατά το χρόνο που συνέβη το ατύχημα (1-9-2013), η αγοραστική αξία του ψυκτικού θαλάμου, που είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στις 18-9-2006, δηλαδή πριν από 7 έτη περίπου, ανερχόταν σε 30.000 ευρώ, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το ανωτέρω τιμολόγιο αγοράς, παρά το γεγονός ότι δεν το κατονομάζει ρητά, (άλλωστε δεν είχε τέτοια υποχρέωση), σύμφωνα με το οποίο η τιμή αγοράς του ψυκτικού θαλάμου, στις 5-10-2012, δηλαδή 11 μήνες περίπου πριν από το ατύχημα, ανερχόταν σε 40.000 ευρώ.
Ειδικότερα, πέραν από τη γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης, στις σελίδες 5β και 6α αυτής, ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε "όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" μεταξύ των οποίων επομένως περιλαμβάνεται και το τιμολόγιο αγοράς, διέλαβε ειδική αιτιολογία για την αγοραία αξία του ψυκτικού θαλάμου, την οποία το Εφετείο εκτίμησε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, στο ποσό των 30.000 ευρώ, λόγω της παλαιότητας του ψυκτικού θαλάμου και της συνήθους χρήσης αυτού για τη μεταφορά εμπορευμάτων και της συνεπεία αυτής συνήθους φθοράς, που αυτός υφίσταται, συνεκτιμώντας το γεγονός ότι είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στις 18-9-2006, (7 έτη πριν από το ατύχημα).
Ενόψει αυτών ο 7ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Κατόπιν όλων αυτών μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτής, που αφορά την 1η αναιρεσείουσα, ως προς το κεφάλαιο της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων και, ακολούθως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για να ερευνηθεί κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος αυτής, στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο η 1η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3, εδ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, αναφορικά με τους 2ο και 3ο αναιρεσείοντες η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΗΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5292/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), κατά το μέρος αυτής, που αφορά την 1η αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που η 1η αναιρεσείουσα κατέθεσε στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Απορρίπτει την από 3-4-2018 (αρ. κατ. 307/2018) αίτηση για την αναίρεση της ανωτέρω υπ' αριθμ. 5292/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ), ως προς τους 2ο και 3ο αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τους 2ο και 3ο αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ