Legislator Case Law & Legislation
1108/2011 AI generated

1108/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1108/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1108/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι προσληφθέντες όμως χρειάζονταν τουλάχιστον εξάμηνη εκπαίδευση. Έτσι, προσωρινά, προκειμένου να αντιμετωπίσει την έκτακτη αυτή ανάγκη, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης εξουσιοδότησε την Διοίκηση να συνάψει συμβάσεις έργου με πρώην υπαλλήλους της, που είχαν διατελέσει πράκτορες, και να καθορίσει με Πράξεις της (Διοίκησης) την διάρκεια των συμβάσεων αυτών μέχρις ενός έτους, το ύψος της αμοιβής και κάθε συναφές θέμα.

Keywords

AI generated
successive fixed-term contracts continuous contract effective clause in collective agreements contract for work and services architect agreement unpaid work
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1108 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1108/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φρεσκάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2506/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4751/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 7-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 Α.Κ. και 6 του Α.Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 343/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος που παρέχει την εργασία του με μισθό - ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει τον χαρακτήρα της συμβάσεως - υποβάλλεται σε προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος και να δίνει στον τελευταίο δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο της παρεχόμενης εργασίας.

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την σύμβαση της μισθώσεως έργου (άρθρο 681 Α.Κ.) στην οποία οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και όχι σ' αυτή καθ' εαυτή την εργασία, όπως συμβαίνει στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Εξάλλου, στη σύμβαση μισθώσεως έργου, ο εργολάβος δεν τελεί υπό την προσωπική εξάρτηση του εργοδότη και τις δεσμευτικές οδηγίες του, αλλά έχει πλήρη ελευθερία ως προς τον τρόπο, χρόνο και τόπο εκτελέσεως του έργου, έχοντας μόνο την υποχρέωση να εκτελέσει το συμφωνηθέν έργο και να παραδώσει αυτό εντός του ορισθέντος χρόνου ή την συμφωνηθείσα δήλη ημέρα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Τον Δεκέμβριο του έτους 1994, με την υπ' αριθμ. 14/15-12-1994 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, στα πλαίσια της επιτακτικής ανάγκης για αναδιάρθρωση της όλης δομής της και τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας των υπηρεσιακών μονάδων της, παρασχέθηκε στο προσωπικό της, με σκοπό την ανανέωσή του, η δυνατότητα εθελουσίας εξόδου με ευεργετικά αποτελέσματα, οικονομικά και άλλα (αυξημένο εφάπαξ, δυνατότητα συνταξιοδότησης προ της συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας).

Στα πλαίσια αυτής της δυνατότητας παραιτήθηκε οικειοθελώς μεγάλος αριθμός υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος παραιτήθηκε στις 30-12-1994 και ακολούθως διαγράφηκε από την δύναμη του υπηρετούντος προσωπικού της αναιρεσίβλητης, σε ηλικία 52 ετών. Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι, συνέπεια της εθελουσίας αυτής εξόδου ήταν να δημιουργηθούν απρόβλεπτα και έκτακτα κενά σε 20 πρακτορεία της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, τα οποία προβλεπόταν να καλυφθούν με νεοπροσληφθέντες υπαλλήλους από τον διαγωνισμό αποφοίτων Λυκείου, ο οποίος διενεργήθηκε στις 21-10-1995.

Οι προσληφθέντες όμως χρειάζονταν τουλάχιστον εξάμηνη εκπαίδευση. Έτσι, προσωρινά, προκειμένου να αντιμετωπίσει την έκτακτη αυτή ανάγκη, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσίβλητης εξουσιοδότησε την Διοίκηση να συνάψει συμβάσεις έργου με πρώην υπαλλήλους της, που είχαν διατελέσει πράκτορες, και να καθορίσει με Πράξεις της (Διοίκησης) την διάρκεια των συμβάσεων αυτών μέχρις ενός έτους, το ύψος της αμοιβής και κάθε συναφές θέμα.

Στα πλαίσια αυτής της απόφασης, η αναιρεσίβλητη συνήψε με τον αναιρεσείοντα, κάτοικο ..., σύμβαση έργου, διάρκειας έξι (6) μηνών, ήτοι από 1-3-1996 έως 31-8-1996, με την οποία ανέθεσε στον αναιρεσείοντα το έργο της διεκπεραίωσης των εργασιών στο Πρακτορείο της (αναιρεσίβλητης), που λειτουργεί μέσα στη Δ.Ο.Υ. Πολυγύρου, αντί αμοιβής, η οποία ορίστηκε σε 300.000 δραχμές μηνιαίως, ενώ δεν ορίστηκε, με την εν λόγω σύμβαση, ωράριο εργασίας, μόνη δε υποχρέωση του αναιρεσείοντος ήταν η εκτέλεση με κάθε δυνατή επιμέλεια του αναληφθέντος έργου, στην εκτέλεση του οποίου δεν εδικαιούτο αυτός να υποκατασταθεί από άλλον.

Ορίστηκε επίσης, με την ως άνω σύμβαση έργου, ότι η σχέση του αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα θα ρυθμιζόταν καθ' ολοκληρία και αποκλειστικά από το μεταξύ τους υπογραφέν σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, του οποίου όλοι οι όροι συμφωνήθηκαν ουσιώδεις, και όχι από τον Κανονισμό Εργασίας της αναιρεσίβλητης, ή από Σ.Σ.Ε., όπως η σχέση των μονίμων υπαλλήλων της.

Μετά την λήξη της χρονικής διάρκειας της άνω συμβάσεως έργου, η αναιρεσίβλητη συνήψε με τον αναιρεσείοντα νέα σύμβαση έργου, με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, διάρκειας έξι (6) μηνών, ήτοι από 1-9-1996 έως 28-2-1997, μετά την λήξη της οποίας ακολούθησε νέα σύμβαση έργου, διάρκειας έξι (6) μηνών, ήτοι από 1-3-1997 έως 31-8-1997, μετά την λήξη της οποίας επακολούθησαν και άλλες όμοιες συμβάσεις, με τους ίδιους πάντοτε όρους και συμφωνίες, ορισμένης χρονικής διάρκειας και συγκεκριμένα από 1-9-1997 έως 30-11-1997 και από 1-12-1997 έως 31-1-1998, τις οποίες ακολούθησαν τέσσερις συμβάσεις έργου, διάρκειας εκάστη ενός (1) μηνός, που άρχισαν την 1-2-1998 και έληξαν στις 31-5-1998.

Όπως αποδείχθηκε - συνεχίζει το Εφετείο - τα Πρακτορεία αποτελούν μονάδες της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που λειτουργούν μέσα στις κατά τόπους Δ.Ο.Υ. και έχουν ως έργο την πραγματοποίηση πληρωμών και εισπράξεων για λογαριασμό κυρίως του Δημοσίου και την, για το σκοπό αυτό, μεταφορά χρηματικών ποσών από το μόνιμα τηρούμενο χρηματικό απόθεμα της αναιρεσίβλητης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Τα Πρακτορεία είναι μονομελή ή διμελή και κατά την εκτέλεση του έργου του ο πράκτορας συνεργάζεται με τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., ο οποίος ελέγχει το υπάρχον απόθεμα, παρίσταται καθημερινά κατά το κλείσιμο του χρηματοκιβωτίου και κρατεί το ένα από τα δύο κλειδιά, ενώ το άλλο το κρατεί ο πράκτορας. Στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα ο πράκτορας αποστέλλει απλώς καταστάσεις εισπράξεων και πληρωμών και το ισοζύγιο, δεν ελέγχεται όμως από τα όργανα της Τράπεζας (αναιρεσίβλητης) για τον τρόπο εκτέλεσης του έργου του, εναπόκειται μάλιστα στην κρίση του πράκτορα ο προσδιορισμός του ύψους του ποσού που αναλαμβάνει αυτός εκάστοτε από το απόθεμα της αναιρεσίβλητης, το οποίο μεταφέρεται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, το δε τηρούμενο ωρολόγιο πρόγραμμα καθορίζεται σε συνεργασία του πράκτορα με τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., ανάλογα με τις ανάγκες των συναλλαγών.

Έτσι - δέχθηκε το Εφετείο - ο πράκτορας απολαμβάνει μεγάλης ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση του έργου του, γι' αυτό άλλωστε και όταν δημιουργήθηκαν κενά στα πρακτορεία, κατά τα προαναφερόμενα, η αναιρεσίβλητη αποφάσισε να λειτουργήσει κάποια από αυτά, μεταξύ των οποίων και εκείνο του Πολυγύρου Χαλκιδικής, με παλιούς υπαλλήλους της, ήδη συνταξιούχους, που είχαν γνώση του αντικειμένου.

Η δε διαδοχικότητα των συμβάσεων του αναιρεσείοντος έως 31-5-1998 οφειλόταν, αφενός στη γενική διαπίστωση ότι οι πράκτορες που είχαν προσληφθεί με τον διαγωνισμό της 21-10-1995 δεν ήταν έτοιμοι να ανταποκριθούν στο έργο του πράκτορα, και αφετέρου στο ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων θεωρούσε ότι ο Π. Μ., που είχε τοποθετηθεί από την αναιρεσίβλητη, στις 28-1-1997, στο Πρακτορείο του Πολυγύρου Χαλκιδικής, δεν ήταν ακόμη ικανός να ανταπεξέλθει στο έργο του πράκτορα.

Και καταλήγει το Εφετείο ότι, με τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις, οι διάδικοι δεν απέβλεπαν στην παροχή της εργασίας του αναιρεσείοντος, η οποία κατά την θέλησή τους θα παρείχετο υπό τις εντολές και οδηγίες της αναιρεσίβλητης, αλλά απέβλεπαν στο αποτέλεσμα της εργασίας του αναιρεσείοντος, γι' αυτό και δεν είχαν οι συμβάσεις αυτές τον χαρακτήρα μιας ενιαίας μάλιστα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων (αναιρεσείων), αλλά των συμβάσεων έργου.

Βάσει των ως άνω παραδοχών και κρίσεων, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως των από την επικαλούμενη ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οφειλομένων αξιώσεων αυτού.

Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε τους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 200 ΑΚ, 22 παρ. 2 του Συντάγματος και 8 του Ν. 2112/1920, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Επομένως, οι αντίθετοι, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η διάταξη του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, δεν αναφέρεται σε κάθε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο σε εκείνες που συνιστούν ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν απάντησε στα αιτήματα του αναιρεσείοντος 1) να χαρακτηρισθεί η σύμβαση, που τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη, σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και 2) να γίνει δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη δεν διενήργησε διαγωνισμό για την κάλυψη των αναγκών της στα πρακτορεία και ότι οι ανάγκες της εξαιτίας της εθελουσίας εξόδου ήταν προγραμματισμένες και προβλέψιμες.

Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη αιτίαση, είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο έκρινε ότι η μεταξύ των διαδίκων σχέση ήταν αυτή της συμβάσεως έργου και όχι της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επομένως δεν άφησε αίτηση αδίκαστη. Οι υπ' αριθμ. 2 αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε αιτήσεις που αποτελούν ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και συνεπώς, ως προς το μέρος αυτό, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν εισάγεται νέος ειδικός λόγος αναίρεσης, πέραν από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, όταν σε εκκρεμή δίκη γίνεται επίκληση διαδικαστικού εγγράφου άλλης δίκης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση, και προσκομίζεται προς απόδειξη κρίσιμου πραγματικού περιστατικού, τότε το έγγραφο αυτό προσλαμβάνει τον χαρακτήρα αποδεικτικού μέσου και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να το λάβει υπόψη ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε το περιεχόμενο των ακόλουθων διαδικαστικών εγγράφων 1) των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, 2) της υπ' αριθμ. 7111/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει αποφανθεί για το είδος της (αυτής) εργασίας που προσέφερε άλλος εργαζόμενος στο πρακτορείο Χαλκίδας - Κύμης της αναιρεσίβλητης και 3) των προτάσεων της αναιρεσίβλητης σε άλλη δίκη, στις οποίες αυτή συνομολόγησε "ότι την 11-3-1997 είχαν λήξει οι υπηρεσιακές της ανάγκες, οι οποίες καλύφθηκαν με τον από 21-10-1995 διαγωνισμό για την πρόσληψη αποφοίτων Λυκείου".

Ο λόγος αυτός, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ. 11 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτος, αφού αυτές αποτελούν διαδικαστικό έγγραφο και όχι αποδεικτικό μέσο, ενώ, κατά το μέρος που αφορά την απόφαση και τις προτάσεις επί άλλης δίκης, είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι είχε επικαλεσθεί στο Εφετείο τα εν λόγω έγγραφα.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί στην εργατική διαδικασία, που τηρήθηκε, δεν υπάρχει υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, εφόσον δεν εκδίδεται προδικαστική απόφαση ή πράξη αποδείξεως και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ.

Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-6-2005 αίτηση του Σ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4751/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ