Legislator Case Law & Legislation
1108/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final court decision due to lack of standing and procedural defects.

Case Number 1108/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by two companies against a final judgment from the Court of First Instance and the Court of Appeal. The appellants argued that the lower courts failed to properly evaluate evidence regarding employment contracts and family allowances. The court dismissed the appeal because the appellants lacked standing to challenge the decision and the appeal itself contained procedural defects and contradictions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 309, 321, 495, 554 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only after the judgment ceases to be subject to a motion for default judgment, and the appeal must be free from procedural defects and contradictions.

Keywords

AI generated
appeal admissibility final judgment default judgment motion lack of standing procedural defects

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 309 of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 554 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1108 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1108/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... MEDIA GROUP ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Γκότση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κακαντώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 708/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7273/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 25-8-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 17-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 25-8-2008 αίτησης για αναίρεση της 7273/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της ενσωματωμένης σ' αυτήν 708/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1, 309 εδ. α', 321, 495 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε αναίρεση υπόκειται η τελεσίδικη απόφαση, εκείνη δηλαδή, που απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και έφεσης.

Η τελεσιδικία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που ασκείται η αναίρεση και όχι κατά τη συζήτησή της. Από αυτά παρέπεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η προς άσκηση αυτής προθεσμία, είτε διότι ο διάδικος που ερημοδίκησε παραιτήθηκε νομίμως από το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή.

Στην προκειμένη περίπτωση επί της από 31-12-2003 αγωγής του αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειουσών εκδόθηκε η 708/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τις αναιρεσείουσες η από 31-7-2006 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 7273/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη, χωρίς δηλαδή να ακολουθήσει έρευνα της υποθέσεως.

Όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ..., η επίδοση της ανωτέρω 7273/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών έγινε την 10-7-2008 και η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών την 2-9-2008, ήτοι μετά την παρέλευση της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής κατ' αυτής (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως είναι παραδεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω 7273/2007 απόφασης στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα όταν ασκείται αγωγή για αξιώσεις από δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα με βάση τις νόμιμες αποδοχές, αμοιβές που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα της απασχολήσεως κατά τις Κυριακές και εορτές, δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο αυτής ο ακριβής προσδιορισμός των μηνιαίων αποδοχών του, δηλαδή δεν απαιτείται να καθορίζεται αναλυτικά το ύψος του βασικού μισθού και κάθε επιδόματος χωριστά, αλλά αρκεί η αναφορά του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών ή του ημερομισθίου και του τρόπου διαμόρφωσής του, ούτε, επίσης είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες και ο αριθμός των ημερών των Κυριακών ή εορτών, αλλά αρκεί ότι αναφέρεται ο αριθμός ωρών εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος κατά το επίδικο διάστημα.

Στην προκειμένη περίπτωση, στην κρινόμενη αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος, ότι, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε την 1-7-1997 από αυτόν και τις εναγόμενες και τώρα αναιρεσείουσες εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, οι οποίες δραστηριοποιούνται στο χώρο του τύπου και έχουν ως αντικείμενό τους την έκδοση των αναφερομένων εφημερίδων, πανελλαδικής κυκλοφορίας, είχε προσληφθεί και απασχολήθηκε ως δημοσιογράφος και συγκεκριμένα ως εξωτερικός συνεργάτης των ανωτέρω εφημερίδων, με αποδοχές όπως αυτές καθορίζονται από το νόμο, τις οικείες Σ.Σ.Ε., απασχολούμενος κατά τις εκεί αναφερόμενες ώρες σε εξωτερικά ρεπορτάζ και στα γραφεία των εφημερίδων με τη συγγραφή των ρεπορτάζ της ημέρας μέχρι το έτος 2000 και από τον Ιανουάριο 2001 προάχθηκε σε εσωτερικό συντάκτη ύλης.

Ότι παράλληλα με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε το τέλος Απριλίου 1998 από τον ενάγοντα και τις εναγόμενες εργάσθηκε στην υπηρεσία τους ως εσωτερικός συντάκτης - συντάκτης ύλης στις εκδιδόμενες από εκείνες δύο αθλητικές εφημερίδες (... και ... ), με αμοιβή σύμφωνα με τους όρους και τα ποσά των οικείων Σ.Σ.Ε.

κατά το διάστημα από τον Μάϊο 1998 έως και την 9-7-2003 που οι εναγόμενες προέβησαν στην καταγγελία της σύμβασης και κατέθεσαν το ποσό της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ζήτησε με την αγωγή αυτή την επιδίκαση των αναφερόμενων σ' αυτή ποσών για αξιώσεις του από δεδουλευμένους μισθούς, πρόσθετη εργασία αναπλήρωσης συντάκτη, εργασία κατά τις Κυριακές και επιδόματα εορτών και άδειας.

Παραθέτει δε το χρόνο απασχολήσεώς του, την εργασία του κατά τις Κυριακές, τις μηνιαίες αποδοχές, με βάση τις οποίες πρέπει να υπολογισθεί κατά τις απόψεις του η αμοιβή του για την εργασία αυτή και το ημερομίσθιό του με την προσαύξηση 75% για το καθένα από τα χρονικά διαστήματα ως και το από τον πολλαπλασιασμό των ωρών εργασίας του προς το με την προσαύξηση ωρομίσθιό του εξαγόμενο ως οφειλόμενο συνολικά ως και το καταβληθέν τοιούτο και το μετ' αφαίρεσή του από το καταβλητέο αιτούμενο υπόλοιπο.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι ορισμένη και συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε αυτή ορισμένη δεν έσφαλε στην κρίση του. Επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης.

Από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύτηκε αυθεντικώς με την 25825/1951 απόφαση των ιδίων Υπουργών, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 3755/1957, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, 7 και 10 του Β.Δ. 748/1966, και το άρθρο 904 Α.Κ., συνάγεται σαφώς ότι εάν ο μισθωτός απασχοληθεί κατά ημέρα Κυριακή, χωρίς να του χορηγηθεί ημέρα αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως, δικαιούται να αξιώσει, πλην άλλων, και αποζημίωση βάση των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Δικαιούται δηλαδή να αξιώσει την απόδοση της ωφελείας που απεκόμισε ο εργοδότης από την άκυρη απασχόλησή του αυτή, η οποία ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ίδιες ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατ' αυτές μισθωτό, χωρίς να υπολογίζονται κατ' αρχήν και οι προσαυξήσεις λόγω οικογενειακών βαρών και προϋπηρεσίας, που συνδέονται με ιδιαίτερες περιστάσεις, συντρέχουσες στο πρόσωπο του συγκεκριμένου μισθωτού, δεδομένου ότι ο εργοδότης θα μπορούσε να προσλάβει για τις ημέρες αυτές άλλο μισθωτό χωρίς οικογενειακά βάρη ή προϋπηρεσία.

Οπωσδήποτε όμως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το μέγεθος της ωφέλειας, την οποία οφείλει να αποδώσει ο εργοδότης ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος απασχολήθηκε ως δημοσιογράφος τις Κυριακές και εξαιρετέες εορτές, δικαιούται αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ.

Α.Κ.), ίσης προς τις εκάστοτε αποδοχές του με την προσαύξηση 75%. Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου που αναφέρονται ανωτέρω και γι' αυτό ο σχετικός περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επίσης ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη απόρριψης της αγωγής ως αόριστης, αφού δεν γίνεται επίκληση της ακυρότητας ή ανυπαρξίας σύμβασης ώστε να θεμελιωθούν οι ένδικες αξιώσεις στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η αξίωση του ενάγοντος για αποζημίωση για την εργασία του κατά τις Κυριακές στηρίζεται, όπως και στην ένδικη αγωγή εκτίθεται, στο γεγονός της απασχολήσεώς του κατά τις Κυριακές, χωρίς να του χορηγηθεί ημέρα αναπληρωματικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως.

Με την 34/1964 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας των Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, η οποία εγκρίθηκε με την 97039/1964 απόφαση των Υπουργών Συντονισμού και Εργασίας, όπως ερμηνεύτηκαν όροι αυτής με την 14/1966 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την 38665/1966 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ορίσθηκε ότι: "Α.

Θεωρούνται ως πλήρως απασχολούμενοι και δικαιούνται των υπό της υπ' αριθμ. 34/1964 Διαιτητικής Αποφάσεως και των διατάξεων της παρούσης οριζομένων αποδοχών: 1)... 2) Οι συντάκται, οι εργαζόμενοι εις μίαν πρωϊνήν και εις μίαν απογευματινήν ημερήσιαν εφημερίδα ανεξαρτήτως χρόνου ημερησίας απασχολήσεως αυτών εις εκάστην των εφημερίδων τούτων. 3) Εάν αι ως άνω δύο ημερήσιαι εφημερίδες είναι του αυτού εκδότου ή συγγενών επιχειρήσεων η εις αμφοτέρας απασχόλησις του συντάκτου συνιστά χωριστήν δι' εκάστην εφημερίδα σύμβασιν εργασίας.

Εις την περίπτωσιν ταύτην δια τον καθορισμόν των κατά την άνω Διαιτητικήν Απόφασιν και τας διατάξεις της παρούσης αποδοχών δι' εκάστην σύμβασιν λαμβάνεται υπ' όψιν ο χρόνος υπηρεσίας του συντάκτου εις εκάστην των δύο ημερησίων εφημερίδων κεχωρισμένως και προστίθενται εις εκάστην εξ αυτών ο χρόνος προϋπηρεσίας εις άλλους (εκτός των δύο υπ' όψιν εφημερίδων) εργοδότας εκδόσεως ημερήσιας εφημερίδος. 4) Εις την αυτήν περίπτωσιν της προηγουμένης παραγράφου δια την απασχόλησιν του συντάκτου εις την απογευματινήν ημερησίαν εφημερίδα, οφείλεται μισθός κατά ποσοστόν δέκα επί τοις εκατόν (10%) κατώτερος του υπό της άνω Διαιτητικής Αποφάσεως οριζομένου, της μειώσεως υπολογιζομένης μόνον επί του βασικού μισθού και ουχί επί των πάσης φύσεως επιδομάτων και προσαυξήσεων.

Εάν ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός είναι ανώτερος του βάσει της άνω Διαιτητικής Αποφάσεως και των διατάξεων της παρούσης μισθού, δεν δύναται να μειωθεί". Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θεωρείται ως πλήρως απασχολούμενος και δικαιούται τις οριζόμενες από τις 34/1964 και 14/1966 αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών αποδοχές ο συντάκτης, ο οποίος εργάζεται σε μία πρωϊνή και σε μία απογευματινή εφημερίδα, ανεξάρτητα από το χρόνο της ημερήσιας απασχόλησης αυτού σε κάθε μία από τις εφημερίδες αυτές.

Εάν οι δύο ως άνω ημερήσιες εφημερίδες είναι του ίδιου εκδότη ή συγγενών επιχειρήσεων η απασχόληση του συντάκτη και στις δύο αυτές εφημερίδες συνιστά χωριστή σύμβαση εργασίας για κάθε μία εφημερίδα. Στην περίπτωση αυτήν για τον καθορισμό των κατά τις ως άνω διαιτητικές αποφάσεις αποδοχών για κάθε μία σύμβαση λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υπηρεσίας του συντάκτη σε κάθε μία από τις εφημερίδες χωριστά και προστίθεται σε κάθε μία από αυτές ο χρόνος προϋπηρεσίας σε άλλους εργοδότες εκδόσεως ημερήσιας εφημερίδας.

Στην περίπτωση της απασχόλησης του συντάκτη, κατά τα προαναφερόμενα, σε δύο εφημερίδες του ίδιου εκδότη ή συγγενών επιχειρήσεων, για την απασχόλησή του στην απογευματινή ημερήσια εφημερίδα οφείλεται μισθός κατά ποσοστό 10% κατώτερος του οριζόμενου από την ανωτέρω διαιτητική απόφαση που υπολογίζεται επί του βασικού μισθού και όχι και των πάσης φύσεως επιδομάτων και προσαυξήσεων.

Ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός δεν μπορεί να μειωθεί στην περίπτωση που είναι ανώτερος του καθοριζόμενου από τις διατάξεις των ως άνω διαιτητικών αποφάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 708/2006 απόφαση, η οποία ενσωματώνεται, κατά τα προεκτεθέντα, στην 7273/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην 1-7-1997 είχε προσληφθεί από τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία "...

Ε.Π.Ε.", για να εργασθεί ως δημοσιογράφος και ειδικότερα, ως εξωτερικός συντάκτης των εφημερίδων "..." και "...", ιδιοκτησίας, κατά το χρόνο πρόσληψης του ενάγοντος, της πρώτης εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "... MEDIA GROUP Ε.Π.Ε." (τώρα πρώτης αναιρεσείουσας). Ότι ο ενάγων, κατά τις πρωινές ώρες, έκανε εξωτερικό ρεπορτάζ και, εν συνεχεία, επέστρεφε στα γραφεία των εφημερίδων, όπου απασχολείτο με τη συγγραφή των ρεπορτάζ της ημέρας, γράφοντας ενυπόγραφα κείμενα με σχόλια, ρεπορτάζ και συνεντεύξεις.

Περί τα τέλη Απριλίου του έτους 1998, συνήψε ο ενάγων με τη δεύτερη εναγομένη και νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με βάση την οποία παρείχε τις υπηρεσίες του ως εσωτερικός συντάκτης - συντάκτης ύλης στις δύο αθλητικές εφημερίδες "..." και "...", ιδιοκτησίας, επίσης, της πρώτης εναγομένης, με τη ρητή συμφωνία να αμείβεται με τους όρους και τα ποσά των εκάστοτε οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Στα πλαίσια των ανωτέρω (νέων) καθηκόντων του ήλεγχε, αξιολογούσε και διόρθωνε τα κείμενα των εξωτερικών συντακτών των δύο αθλητικών εφημερίδων, επέλεγε τα προς δημοσίευση κείμενα και σχεδίαζε τις 4 σελίδες των διεθνών αθλητικών ειδήσεων.

Παράλληλα δε, με την εργασία του αυτή, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως εξωτερικός συντάκτης στις εφημερίδες "..." και "..." μέχρι και τον Ιανουάριο του έτους 2001, οπότε προήχθη σε εσωτερικό συντάκτη - συντάκτη ύλης των αθλητικών σελίδων των εφημερίδων αυτών, είχε δηλαδή την ευθύνη της επιλογής, ταξινόμησης και προβολής του συνόλου της αθλητικής ύλης των ως άνω εφημερίδων.

Οι συμβάσεις αυτές εργασίας έληξαν στις 9-7-2003, οπότε η δεύτερη εναγομένη προέβη στην καταγγελία τους, καταβάλλοντος στον ενάγοντα την αναφερομένη αποζημίωση. Ότι ο ενάγων, ο οποίος απασχολείτο σε μία πρωινή και μία απογευματινή εφημερίδα συγγενών επιχειρήσεων, εθεωρείτο πλήρως απασχολούμενος και στις δύο εφημερίδες, ανεξαρτήτως του πραγματικού χρόνου απασχολήσεως του σε κάθε μία από αυτές, η τελευταία δε (απασχόληση του) αποτελούσε χωριστή για κάθε μία εφημερίδα σύμβαση εργασίας και έπρεπε να λαμβάνει και τις αντίστοιχες (διπλές) αποδοχές για την εργασία του αυτή, με την προβλεπόμενη ως άνω μείωση 10% των αποδοχών του, για την εργασία του στην απογευματινή εφημερίδα, δηλαδή στην "...".

Στη συνέχεια επιδίκασε τις διαφορές των αποδοχών κ.λ.π. που έπρεπε να λάβει ο ενάγων για την εργασία του στις ανωτέρω εφημερίδες "..." (απογευματινή εφημερίδα) και "..." (πρωινή εφημερίδα). Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την ανωτέρω απόφαση του, η οποία ενσωματώθηκε στην 708/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις της 14/1966 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών, η οποία ερμήνευσε τους όρους της 34/1964 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος δεν παρέχεται όταν η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στην ουσιαστική εκτίμηση ή αξιολόγηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, οι πέμπτος, έκτος, έβδομος κατά το πρώτο μέρος του, όγδοος και ένατος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας, άλλως ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης, όσον αφορά στην εκτίμηση και αξιολόγηση από το Πρωτοδικείο των αποδεικτικών μέσων με συνέπεια να δεχθεί ότι:

α) από τον Μάιο του έτους 1998, όταν πλέον ο ενάγων άρχισε να απασχολείται στην εφημερίδα "...", συνέχισε να εργάζεται και στην εφημερίδα "..." ως εξωτερικός συντάκτης και αυτό έως τον Ιανουάριο του 2001 οπότε και προήχθη και σε εσωτερικό συντάκτη και στη δεύτερη εφημερίδα (5ος λόγος), β) ο ενάγων εργαζόταν στην εφημερίδα "..." επί επτά έτη όλες τις Κυριακές επί οκτώ ώρες την κάθε μία, με εξαίρεση αυτές που βρισκόταν σε άδεια, με συνέπεια να κριθεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει αποζημίωση για την εργασία αυτή (6ος λόγος), γ) η δεύτερη εναγομένη, για την εργασία του ενάγοντος στην εφημερίδα "...", δεν του κατέβαλε το επίδομα γάμου μετά τον γάμο του, ο οποίος έλαβε χώρα την 25-8-2001 και τούτο διότι ο αναιρεσίβλητος έπαυσε να εργάζεται στην εν λόγω εφημερίδα από τον Απρίλιο του 1998, δηλαδή πριν την τέλεση του γάμου του (7ος λόγος κατά το πρώτο μέρος του), δ) η δεύτερη εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα επιδόματα εορτών και άδειας για την εργασία του στην εφημερίδα "..." για τα έτη 1999 έως 2003, καθόσον από τον Μάιο του έτους 1998 ο ενάγων έπαυσε να εργάζεται στην εφημερίδα "..." και εργαζόταν μόνο για την εφημερίδα "..." (8ος λόγος) και ε) δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα τον Ιούνιο 2003 η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης για την εργασία του στην εφημερίδα "...", αφού, κατόπιν συμφωνίας με τη δεύτερη εναγόμενη είχε διακόψει την εργασία του στην εφημερίδα αυτή τον Απρίλιο του 1998, με σκοπό να εργαστεί αποκλειστικά στην εφημερίδα "...", είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.

Με το δεύτερο μέρος του έβδομου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν γνωστοποίησε την οικογενειακή κατάσταση στις αναιρεσείουσες, οι οποίες δεν έλαβαν γνώση της τέλεσης του γάμου του αναιρεσίβλητου και συνεπώς εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπολόγισε το επίδομα γάμου κατά ποσοστό 10%.

Κατά το μέρος αυτό ο λόγος αυτός είναι αντιφατικός προς το πρώτο μέρος του, με το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, προέβαλλε την αιτίαση ότι αναιτιολόγητα, άλλως πλημμελώς, δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν του κατέβαλε το επίδομα γάμου, μετά το γάμο του ο οποίος έλαβε χώρα την 25-8-2001 και τούτο διότι ο σναιρεσίβλητος έπαυσε να εργάζεται στην εφημερίδα "..." από τον Απρίλιο του 1998, δηλαδή πριν την τέλεση του γάμου του.

Επομένως κατά το μέρος αυτό (δεύτερο) ο έβδομος λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί όπως και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-8-2008 αίτηση για αναίρεση της 7273/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών στην οποία ενσωματώνεται η 708/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ