Legislator Case Law & Legislation
1108/2008 AI generated

1108/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1108/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1108/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.

Keywords

AI generated
right of way access road electricity supply dangerous interference with traffic road infrastructure refurbishment municipal road
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1108 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1108/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2.χ2, 3.χ3, 4.χ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ρουπακιώτη. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο πρώτος αναιρεσείων απεβίωσε και την βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι 2η, 3ος και 4ος αναιρεσείοντες μαζί με τις: α. Χα και β. Χβ ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς πρώτου αναιρεσείοντος χ1, και εκπροσωπούνται από αυτόν τον ίδιο.

Των αναιρεσιβλήτων: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης "......" Νομού Κέρκυρας, που εδρεύει στο ...... του Δήμου ....., που εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ανώνυμης Εταιρίας "Ξενοδοχειακαί Επιχειρήσεις Γλυφάδας Κέρκυρας Αφών Χονδρογιάννη ΑΕ", ως προσθέτως παρεμβαίνουσας που εδρεύει στην Κέρκυρα και που εκπροσωπείται νόμιμα και 3. ......., ως προσθέτως παρεμβαίνοντος, κατοίκου ....... Οι δύο πρώτοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Ο τρίτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δάμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2003 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ου και 4ου αναιρεσειόντων και την από 23-9-2003 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερκύρας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 117/2006 διορθωτική και 306/2006 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 -3-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη ανέγνωσε την από 19-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 3ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 13-11-2007 επήλθε στον ... Κέρκυρας ο θάνατος του πρώτου αναιρεσείοντα. Οι εγγύτεροι συγγενείς αυτού και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Χ2, Χ3 και Χ4, σύζυγος και τέκνα του, αντίστοιχα και ήδη δεύτερη, τρίτος και τέταρτος από τους αναιρεσείοντες, καθώς και οι Χα και Χβ, επίσης, θυγατέρες του, όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από τον τρίτο αναιρεσείοντα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Αντωνίου Ρουπακιώτη, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησαν νόμιμα το θάνατο του πιο πάνω άμεσου δικαιοπαρόχου τους και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.

Από τις .... και ...., αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας ....., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των δεύτερης, τρίτου και τέταρτου από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτή (της 2-4-2008) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο και τη δεύτερη από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την συζήτηση της εν λόγω αίτησης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τί υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τί συνίσταται η αντίφαση, από ποιά αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τί συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιό, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει (Ολ ΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Οι πρώτος, τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του και πέμπτος, επομένως λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η επίδικη οδός έχει καταστεί κοινόχρηστη με τη βούληση των εναγόντων και ήδη αρχικών αναιρεσειόντων για παραχώρησή της στην κοινή χρήση, καθώς και ότι οι δύο πρώτοι απ' αυτούς αναγνώρισαν με τις στο αναιρετήριο, ειδικότερα, μνημονευόμενες εξώδικες διαμαρτυρίες τους την ύπαρξη της οδού, την ανέφεραν όμως "ως δικαίωμα δουλείας διόδου", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 966 - 968, 972, 1033, 1034, 1169, 1187, 1191, εδαφ.

α' και 1319 ΑΚ, στην πρώτη μεν περίπτωση, καθώς και εκείνη του άρθρου 1118 ΑΚ στη δεύτερη περίπτωση, περαιτέρω δε, με το να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση του εναγόμενου Δήμου και των προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαινόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των αντιδίκων τους και να απορρίψει την ένδικη αρνητική αγωγή περί αναγνώρισης της επίδικης οδού ως δημοτικής ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αόριστος, οι δύο πρώτοι μεν απ' αυτούς, αφού, μολονότι παρατίθενται σ' αυτούς οι πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθενται, επίσης, στους ίδιους οι απόψεις των αναιρεσειόντων, καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της και δεν διαλαμβάνονται σ' αυτούς όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι φερόμενες ως παραβιάσεις του νόμου, οι λοιποί δε, γιατί δεν εκτίθενται σ' αυτούς παρά μόνο αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεχθεί σε τί συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. , κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτόν έγγραφα, καθώς και τη με αριθμό ...... ένορκη, ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Φιλήμονος Παϊπέτη, βεβαίωση του ....., τέως Προέδρου της Κοινότητας ....., που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες ενώπιόν του, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως αόριστος μεν, ως προς τα υπό αριθμητικά στοιχεία 1 και 5, αντίστοιχα, έγγραφα, δηλαδή φωτογραφίες - παλαιές ασπρόμαυρες και καινούργιες έγχρωμες-, καθώς και εξώδικα και αναφορές των αναιρεσειόντων προς οργανισμούς και υπηρεσίες, αφού δεν εξειδικεύονται, στην πρώτη μεν περίπτωση, πόσες ακριβώς είναι οι φωτογραφίες αυτές και τί απεικονίζει η καθεμιά απ' αυτές, στη δεύτερη δε περίπτωση, ποιά είναι τα συγκεκριμένα εξώδικα και αναφορές των αναιρεσειόντων και πού, ειδικότερα, απευθύνεται το καθένα από τα έγγραφα αυτά, ως αβάσιμος δε, ως προς τα λοιπά έγγραφα, καθώς και την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, που αποτελεί ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων "και από τις υπ' αριθ. ...., ....

και ..... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των Συμβολαιογράφων Κέρκυρας Ιωάννας Ζωχιού και Φιλήμονα Παϊπέτη, αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου από τους επισπεύδοντες τη λήψη τους ενάγοντες (βλ. τις υπ' αριθμ. .... και ..... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Κέρκυρας ......) και εκτιμήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορριπτόμενου του λόγου της έφεσης με τον οποίο οι εκκαλούντες αιτιώνται κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τη μη λήψη υπόψη όλων των ενόρκων βεβαιώσεων που αυτοί προσκομίζουν, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 περ.

γ' του ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις ένορκες βεβαιώσεις για κάθε πλευρά, ενώ οι λοιπές ένορκες βεβαιώσεις (... και ..., ..., ..., ..., ...., ...., ...., .... και .... ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Φιλήμονα Παϊπέτη) που προσκομίζουν οι ενάγοντες πέραν των τριών για την παρούσα υπόθεση δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε ως δικαστικά τεκμήρια, τις υπ' αριθ. 922, 993 και 994/14.11.2003 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι προσθέτως παρεμβαίνοντες, οι οποίες έχουν ληφθεί ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εκκαλούντων - εναγόντων (βλ.

τις υπ' αριθ. .... και .... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Κέρκυρας ......) και από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί σε άλλες δίκες, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, ενώ τη με αριθμό 4294/25-9-2002 ένορκη βεβαίωση εξαίρεσε ρητά και δεν έλαβε υπόψη, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 270 § 5 εδάφιο γ' ΚΠολΔ, ως μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ. Πολ. Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που προτάθηκε ενώπιόν του, περί του ότι από του έτους 1958 έχει συσταθεί στην επίδικη οδό πραγματική δουλεία διόδου από αμοιβαία συνεισφορά γης των όμορων σ' αυτή ακινήτων των αναιρεσειόντων.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, με την παραδοχή, ότι : "..... Όμως ενόψει του ότι η παραχώρηση δεν αφορούσε συγκεκριμένες ιδιοκτησίες, ούτε συγκεκριμένα άτομα που είχαν δικαίωμα χρήσης, αλλά χρησιμοποιούσαν τη δίοδο αυτή όσοι μετέβαιναν στην παραλία της .....

ήτοι αόριστος και ακαθόριστος αριθμός ατόμων, δεν πρόκειται ασφαλώς για δικαίωμα δουλείας", έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε εκ του πράγματος - ως ουσιαστικά αβάσιμο - . Με τον τέταρτο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 9 περίπτ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσείοντες έχουν μεν δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη οδό, το δικαίωμά τους, όμως, αυτό ασκείται καταχρηστικά απ' αυτούς, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού με τις συναφείς εφέσεις τους μεταβιβάστηκε σ' αυτό - Εφετείο, - προς κρίση μόνο η αρνητική αναγνωριστική δημοτικής οδού αγωγής τους και όχι και η αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτων αγωγή τους, που παραδεκτά είχαν σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο, από τις οποίες η δεύτερη απορρίφθηκε ως αόριστη με την εκκαλούμενη απόφαση.

Από την τελευταία αυτή απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσειόντων, γιατί αυτοί "δεν αναφέρουν στο δικόγραφό της τα περιστατικά που στηρίζουν το έννομο συμφέρον τους και ειδικότερα δεν επικαλούνται αμφισβήτηση της κυριότητας από τον εναγόμενο επί ολόκληρης της εκτάσεως των ακινήτων τους αλλά μόνο επί τμήματος πλάτους 2 μέτρων...".

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση , δέχθηκε, ως προς τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά η προηγηθείσα συμπεριφορά των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους με την οικειοθελή παραχώρηση τμήματος της ιδιοκτησίας τους για τη δημιουργία κοινόχρηστης οδού, την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε και διατηρήθηκε επί χρονικό διάστημα περισσότερο από πενήντα χρόνια, κατά το οποίο οι ενάγοντες αναγνώριζαν την ύπαρξη της οδού, ανέχονταν τη χρησιμοποίησή της από όλους εκείνους που διέρχονταν προς την παραλία, τη συντήρησή της και τον ηλεκτροφωτισμό της από την κοινότητα, την προσπάθεια με προσφυγή στις αρμόδιες αρχές για την προστασία της ύπαρξης αυτής, την εκμετάλλευση του γεγονότος της ύπαρξής της για την προώθηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, δημιουργήθηκε ευλόγως η πεποίθηση στον εναγόμενο Δήμο, ως διάδοχο της κοινότητας ....

Κέρκυρας, καθώς και τους προσθέτους παρεμβαίνοντες, ότι το δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων επί της εδαφικής λωρίδας που καταλαμβάνει η επίδικη δίοδος και το οποίο δεν αποσβέστηκε με νόμιμο λόγο, δεν θα ασκηθεί. Έτσι η μεταγενέστερη άσκηση αυτού με την κρινόμενη αγωγή, δεν δικαιολογείται κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αντιστρατεύεται προφανώς τα διαγραφόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό όρια, συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο που πρέπει να υποβληθεί σε δαπάνη απαλλοτριώσεως άλλων ιδιοκτησιών και διαμόρφωσης άλλης οδού πρόσβασης προς τη θάλασσα, ενώ αντίθετα δεν υφίστανται άλλες δυσμενείς συνέπειες οι δικαιούχοι του δικαιώματος κυριότητας του εδάφους της διόδου, αφού μάλιστα αυτή διέρχεται από το άκρο του κτήματός τους.

Συνεπώς η με την ένδικη αγωγή άσκηση του δικαιώματος παρίσταται καταχρηστική και η αγωγή είναι απορριπτέα γι ' αυτό το λόγο". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια, αφού αποφάνθηκε μόνο ως προς την αρνητική αναγνωριστική της επίδικης οδού αγωγή των αναιρεσειόντων και ως προς την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματός τους στην εν λόγω οδό, δηλαδή της exceptio doli generalis, που προβλήθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, προϋπόθεση της παραδοχής της οποίας είναι η ύπαρξη κυριότητας των αναιρεσειόντων σ' αυτήν, καθώς και η από μέρους των ίδιων απώλεια της εν λόγω κυριότητας είτε με παραίτηση (εγκατάλειψη) της οδού προς το σκοπό να καταστεί κοινόχρηστη, είτε με αναγνώριση της ιδιότητας αυτής ως κοινόχρηστης, με τη μακροχρόνια κοινή χρήση της με την ανοχή ή με τη βούληση των κυρίων της. Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-3-2007 αίτηση των Χ1 κ.τ.λ. για αναίρεση της 117/2006 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας και της διορθωτικής αυτής 306/2006 απόφασης του ίδιου Εφετείου.

Καταδικάζει τους παρόντες αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του τρίτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ