Legislator Case Law & Legislation
1107/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific legal grounds and violation of procedural rules.

Case Number 1107/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Athens Court of Appeal's labor dispute judgment. The court ruled that the third ground of appeal was inadmissible because it failed to cite specific substantive law provisions and did not provide the necessary factual basis to demonstrate a contradiction between the first and second instance courts. Consequently, the appeal was rejected, and the municipality was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific substantive law provisions and factual contradictions to be admissible, otherwise it is rejected as inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal specific legal grounds procedural requirements labor dispute contradictory judgments

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1107 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1107/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΟΣΧΑΤΟΥ - ΤΑΥΡΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ"

(Ν.Π.Δ.Δ.) της αποκεντρωμένης διοίκησης Αττικής που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ως καθολικού διαδόχου των πρώην Δήμων Μοσχάτου και Ταύρου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπιζάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α.Γ., κατοίκου …, 2. Ε.Κ., κατοίκου …, 3. Μ.Σ., κατοίκου … και 4. Μ.Λ., κατοίκου …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευσταθία Κριεμάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1203/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3389/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την από 9-7-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9.5.2016 και με αριθμό κατάθεσης 266/2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3389/2014 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί: α) της από 6.6.2010 και με αριθμό κατάθεσης 6312/2010 έφεσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων και β) της από 2.4.2013 και με αριθμό κατάθεσης 1729/2013 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου κατά της με αριθμό 1203/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων επίσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί εν μέρει την από 10.6.2008 και με αριθμό κατάθεσης 124558/3162/2008 αγωγή των εναγουσών -αναιρεσίβλητων.

Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο: α) αναγνώρισε ότι οι περιγραφόμενες στο σκεπτικό της απόφασής του συμβάσεις που είχαν συνάψει οι διάδικοι συνιστούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και β) υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.880 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.640 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 4.980 ευρώ και στην τέταρτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 4.880 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής τους, για οφειλόμενα και μη καταβληθέντα κατά τα έτη 2006 και 2007 επιδόματα εορτών και αδείας.

Το (Τριμελές) Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω (αντίθετες) εφέσεις, δέχθηκε τυπικά αυτές και τις απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από τον ηττηθέντα εναγόμενο-εκκαλούντα -αναιρεσείοντα ΟΤΑ α βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Μοσχάτου - Ταύρου Αττικής" νομότυπα και εμπρόθεσμα ( δηλαδή μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 10.5.2016 και η προσβαλλόμενη απόφαση, που δημοσιεύθηκε στις 6.5.2014, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα 11.4.2016, όπως ο τελευταίος αναγράφει στο αναιρετήριο (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Για το παραδεκτό δε της άσκησής της και για την παρασχεθείσα εντολή στον με πάγια αντιμισθία απασχολούμενο στον αναιρεσείοντα Δικηγόρο Ηλία Μπιζάνη, προσκομίζεται η με αριθμό 115/4.5.2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου Μοσχάτου - Ταύρου Αττικής (άρθρο 72 παρ. 1 περ. ι του ν. 4852/2010, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο της κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης) .

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 856/2020),ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 475/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 856/2020).

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το περιεχόμενό της, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:

α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ΟΤΑ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε το άρθρο 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, την Οδηγία 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004, με την ουσιαστική της κρίση ότι "Από τα εκτιθέμενα προκύπτει ότι οι ενάγουσες μέσω των συμβάσεών τους κάλυπταν πράγματι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, που αφορούσαν το ΚΕΠ και αυτό μαρτυρεί η επανειλημμένη ανανέωσή τους (έξι φορές) απ' ότι δε εκτέθηκε πιο πάνω το δικαστήριο, στο οποίο αυθεντικά προσήκει ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των εννόμων σχέσεων, αντλώντας ευθέως από το Σύνταγμα τη σχετική ευχέρεια, κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με διαφορετική αιτιολογία έκρινε ότι οι επίδικες συμβάσεις δεν ήταν συμβάσεις μισθώσεως έργου αλλά μισθώσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, ορθώς το νόμο εφάρμοσε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της εφέσεως του εναγομένου". Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος, καθότι σε αυτόν διαλαμβάνεται μόνο το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν παρατίθενται, έστω και συνοπτικά, οι ουσιαστικές παραδοχές αυτής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του δευτεροβάθμιου Δικαστηριου και θεμελίωσαν την ως άνω παρατεθείσα κρίση του ως προς τη βασιμότητα της ένδικης αγωγής.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Με το δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο ο αναιρεσείων ΟΤΑ αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε ότι οι συμβάσεις έργου, τις οποίες οι αναιρεσίβλητες είχαν συνάψει με τον Δήμο Μοσχάτου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2527/1997, συνιστούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με βάση την εσφαλμένη αυτή παραδοχή απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσής του, τον οποίο παραθέτει στο αναιρετήριο. Και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται σε αυτόν, έστω και συνοπτικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση του άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 2527/1996.

Με τον τρίτο (και τελευταίο) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε και τον τρίτο λόγο της έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος ΟΤΑ, τον οποίο παραθέτει κατά λέξη και με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι η τρίτη και η τέταρτη από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες δεν δικαιούνταν το επίδομα γάμου ύψους 1.500 ευρώ και 1.400 ευρώ αντίστοιχα.

Εξειδικεύοντας τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων εκθέτει ότι στην ακόλουθη αιτιολογία του Εφετείου "Από τα εκτιθέμενα προκύπτει ότι οι ενάγουσες μέσω των συμβάσεών τους κάλυπταν πράγματι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, που αφορούσαν το ΚΕΠ και αυτό μαρτυρεί η επανειλημμένη ανανέωσή τους (έξι φορές), απ' ότι δε εκτέθηκε πιο πάνω το δικαστήριο, στο οποίο αυθεντικά προσήκει ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των εννόμων σχέσεων, αντλώντας ευθέως από το Σύνταγμα τη σχετική ευχέρεια κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με διαφορετική αιτιολογία έκρινε ότι οι επίδικες συμβάσεις δεν ήταν συμβάσεις μισθώσεως έργου αλλά μισθώσεως εργασίας ορισμένου χρόνου ορθώς το νόμο εφάρμοσε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος εφέσεως του εναγομένου", ενυπάρχει η εξής αντίφαση:

Ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο χαρακτήρισε τις εργασιακές σχέσεις των εναγουσών -αναιρεσίβλητων με τον εναγόμενο -αναιρεσείοντα ΟΤΑ ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς να προσδιορίζει ποιο νόμο εφάρμοσε, στη συνέχεια επικυρώνει την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που χαρακτήρισε τις ένδικες συμβάσεις ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αποδεχόμενο ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 β του ν. 2112/1920 δεν έχει εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση, με συνέπεια να προκύπτει ότι δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος νόμος και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά διαφορετική διάταξη και ότι ή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, ή το δευτεροβάθμιο κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοστέο κανόνα δίκαιου.

Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι, κατ' αρχήν, αλυσιτελής, διότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομική ορθότητα της τελεσίδικης απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και όχι την αντίφαση της κρίσης αυτού σε σχέση με την κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επιπλέον ο ίδιος λόγος είναι και αόριστος καθότι σε αυτόν:

α) δεν παρατίθενται ενάριθμα οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και το περιεχόμενο αυτών που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την επιδίκαση στις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες-αναιρεσίβλητες του επιδόματος γάμου, β) δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί των οποίων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την κρίση του ότι οι μεταξύ των διαδίκων έννομες σχέσεις δεν ήταν συμβάσεις έργου, όπως είχαν χαρακτηρισθεί από τον εναγόμενο ΟΤΑ, αλλά ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και ότι οι τρίτη και τέταρτη ενάγουσες δικαιούνταν το επίδομα γάμου, γ) δεν παρατίθενται οι ανεπάρκειες που προσάπτονται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και δ) ως προς τις αντιφατικές αιτιολογίες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα για να θεμελιώσει το αποδεικτικό του πόρισμα για το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτηρισμού των εννόμων σχέσεων που συνέδεε τους διαδίκους, ώστε να κριθεί από τον Άρειο Πάγο αν τα περιστατικά αυτά συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αλλά εντοπίζονται αντιφάσεις μεταξύ του αποδεικτικού πορίσματος που διατύπωσαν τα (δευτεροβάθμιο και πρωτοβάθμιο) δικαστήρια της ουσίας.

Ενόψει αυτών και ο τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου με το αναιρετήριο άλλου λόγου αναίρεσης, η ένδικη από 9.5.2016 και με αριθμό κατάθεσης 266/2016 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3389/2014 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί.

Ο αναιρεσείων ΟΤΑ α βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Μοσχάτου - Ταύρου Αττικής", που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν κοινές προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.5.2016 και με αριθμό κατάθεσης 266/2016 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3389/2014 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα ΟΤΑ Α βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Μοσχάτου -Ταύρου Αττικής" στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης

Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος

της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ