Legislator Case Law & Legislation
1107/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute where employer illegally offset fines against wages.

Case Number 1107/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by professional bus drivers against a first-instance judgment. The drivers argued that the employer illegally offset administrative fines against their wages, seeking monetary compensation for moral damage. The court ruled that the offset was lawful because the fines were legally deductible from wages and payable to the Labor Fund, meaning the claim lacked legal standing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals for violations of substantive law, finding the appeal inadmissible when the lower court correctly applied the legal rule that employer-deducted fines constitute a lawful offset rather than a compensable debt.

Keywords

AI generated
labor dispute wage offset administrative fines Labor Fund moral damage legal standing appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of paragraph 5 of Law 3789/1957
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1107 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1107/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) ….. 14)…, κατοίκων ..., 15) Χ. Ζ. του Β., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο με α/α 2ος των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκε, οι λοιποί όλοι παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Νιζάμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Κώτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 75/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 479/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, 9/2003, 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, 526/2016, 1622/2013, 453/2011, 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 20.12.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 338/27.12.2019 - Πρωτοδικείο Λάρισας) αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων 1) Δ. Τ. κλπ (σύν. 15), με επίσπευση των αναιρεσειόντων και με επιμέλεια αυτών, όπως προκύπτει από τη σχετική παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από αντίγραφο αυτής του Βασιλείου Νιζάμη, ως πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών.

Κατά τη συζήτηση, όμως της άνω αιτήσεως κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο 2ος αναιρεσείων - Δ. Μ.- ενώ, παρέστησαν οι λοιποί, αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ως άνω δικηγόρο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους (βλ.

σχετικές εξουσιοδοτήσεις - ιδιωτικά έγγραφα), αντίστοιχα από τους παρασταθέντες (14) αναιρεσείοντες, με βεβαίωση, αρμοδίως, του γνησίου της υπογραφής τους. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τον απολειπόμενο ως άνω 2ο, ενώ, παρέστησαν οι λοιποί, αναιρεσείοντες, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση του εν λόγω διαδίκου προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο.

Κατά συνέπεια ακύρως αυτός επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αντιδίκου τους ή άλλου ομοδίκου κλήτευση αυτού, προκειμένου να παραστεί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την από 20.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης 338/27.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 479/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 3.5.2018 και με αριθμ.

κατάθεσης 101/ΜΕΙ366/14.5.2018 έφεση του εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων 1) Δ. Τ. κλπ (σύν. 15) για εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 75/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η από 23.1.2017 και με αριθμό κατάθ. 34/23.1.2017 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στο π.δ. 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. και των Κ.Τ.Ε.Λ. του ν. 2963/2001 (ΦΕΚ 261Α'/29.11.2006) εκδοθέν δυνάμει εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 14 παρ.1 Ν.2963/2001, διαλαμβάνονται διατάξεις (άρθρα 16-25) αναφορικά με τον πειθαρχικό έλεγχο των εργαζομένων στα παραπάνω ΚΤΕΛ.

Ειδικότερα στο άρθρο 17 ορίζονται οι πειθαρχικές ποινές, που διαβαθμίζονται από τη γραπτή επίπληξη έως την οριστική απόλυση και στο άρθρο 18 αναφέρονται οι ποινές κατά κατηγορία παραπτωμάτων. Στο άρθρο 19 ορίζονται τα όργανα επιβολής των πειθαρχικών ποινών, που, για την ποινή της οριστικής απόλυσης, είναι σε πρώτο βαθμό το Διοικητικό Συμβούλιο του Κ.Τ.Ε.Λ.

και κατ' έφεση το Συμβούλιο Εφέσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του ως άνω π.δ. "Το Συμβούλιο αποτελείται από τα εξής μέλη: α)... β)... γ)... δ) τον εκπρόσωπο των εργαζομένων του άρθρου 25 του παρόντος κανονισμού ή το νόμιμο αναπληρωτή του". Κατά το άρθρο 17 του ιδίου π.δ.: Πειθαρχικές Ποινές, ορίζονται τα εξής: 1.

Οι επιβαλλόμενες Πειθαρχικές Ποινές, αναλόγως της βαρύτητας και του είδους των πειθαρχικών παραπτωμάτων, είναι: α. Γραπτή επίπληξη. β. Πρόστιμο ενός τετάρτου (1/4) του ημερομισθίου για κάθε μέρα και μέχρι τρεις (3) ημέρες. γ. Πρόστιμο ενός (1) έως δύο (2) ημερομισθίων. δ. Αργία τριών (3) έως και πέντε (5) ημερών. ε.

Αργία έξι (6) έως και δεκαπέντε (15) ημερών. στ. Αργία δεκαέξι (16) έως και τριάντα (30) ημερών. ζ. Αργία τριάντα μιας (31) έως και εξήντα (60) ημερών. η. Οριστική απόλυση. 2. Όσοι τιμωρούνται με ποινή αργίας, στερούνται τις αντίστοιχες ημέρες των αποδοχών τους και της ασφαλιστικής τους κάλυψης. Ο χρόνος αυτός δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 23 του εν λόγω π.δ., το οποίο αναφέρεται: Εκτέλεση πειθαρχικής απόφασης - παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων και ποινών, ορίζονται τα εξής: 1. Η εκτέλεση της πειθαρχικής απόφασης γίνεται εντός δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση αυτής στην αρμόδια υπηρεσία του ΚΤΕΛ, άλλως η πειθαρχική ποινή παραγράφεται. 2.

Τα Πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται: α. Εάν πέρασε ένα έτος από την ημέρα που διαπράχθηκαν ή τριάντα (30) ημερολογιακές ημέρες από την ημέρα που έγιναν γνωστά στο οικείο ΚΤΕΛ και δεν κινήθηκε η πειθαρχική διαδικασία. β. Εάν πέρασαν δύο (2) μήνες από την κλήση σε απολογία και δεν εκδόθηκε σχετική απόφαση των πειθαρχικών οργάνων.

Η δίμηνη προθεσμία ισχύει και στην περίπτωση που ασκηθεί έφεση (κατά των αποφάσεων που προβλέπεται) και αρχίζει από την επόμενη της ημερομηνίας έγγραφης υποβολής της εφέσεως. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει στην περίπτωση που η πειθαρχική δίωξη διακόπτεται λόγω παρεμβολής ποινικής δίκης. Η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζομένους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο, κλπ.

Τα κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις επιβαλλόμενα λόγω πειθαρχικού αδικήματος πρόστιμα παρακρατούνται υποχρεωτικώς από τον εργοδότη (ΚΤΕΛ) από τις αποδοχές των εργαζομένων, περιερχόμενα στην Εργατική Εστία κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 ΝΔ 3789/1957.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες (-αναιρεσείοντες) επαγγελματίες οδηγοί λεωφορείων της εναγομένης (-αναιρεσιβλήτου), επικαλούμενοι ότι είχαν τιμωρηθεί πειθαρχικώς σε ποινές προστίμου, τη νομιμότητα των οποίων δεν προσέβαλλαν, και ότι η εναγομένη παράνομα συμψήφισε τα ποσά των προστίμων προς τις καταβαλλόμενες αποδοχές εκάστου κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, αιτούντο την επιδίκαση των παρακρατηθέντων - συμψηφισθέντων ποσών ως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εστερείτο νομίμου ερείσματος, διότι επρόκειτο περί νομίμου συμψηφισμού.

Με την εν λόγω κρίση ορθά κατ' αποτέλεσμα προέβη στην απόρριψη της αγωγής, αφού σύμφωνα προς τα ανωτέρω δεν επρόκειτο περί συμψηφισμού, αλλά τα ποσά των προστίμων ήταν παρακρατητέα και αποδοτέα στην Εργατική Εστία και ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τον 2ο αναιρεσείοντα Δ. Μ..

Απορρίπτει την από 20.12.2019 αίτηση των λοιπών αναιρεσειόντων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 479/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου σε βάρος των λοιπών αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ