Supreme Court dismisses appeal where appellate court correctly rejected constitutional challenge by ruling laws inapplicable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Patras Court of Appeal's final decision rejecting the plaintiffs' eviction claim. The lower court had accepted the first appeal argument regarding the inapplicability of specific public rental laws but explicitly declined to examine the second argument concerning the constitutionality of those laws. The Court ruled that since the first argument was accepted, the second argument regarding constitutional invalidity was not left unexamined but was instead rejected as the laws did not apply to the case, making the appeal unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal's examination of a constitutional challenge is not required if it has already ruled that the contested laws are inapplicable to the specific case, thereby rendering the constitutional argument moot.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1107 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1107/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου Διανομής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ (... ΑΕ)", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήσιο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Τ. του Δ., 2) Α. συζ. Μ. Τ., το γένος Κ. Κ. και 3) Ε. Τ. του Μ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 3η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Κοκοτό και οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Κοκοτό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 467/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 467/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο αφού δίκασε την από 2-11-2015 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" κατά της υπ' αριθμ. 71/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ.
δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία. Η προσβαλλόμενη 467/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. όπως ίσχυαν τότε, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι στην από 23-04-2013 και υπ' αριθ. εκθ. καταθ. 63/2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, στρεφόμενη κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εξέθεταν ότι, με το από 01-6-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, χωρίς να τροποποιήσουν τους λοιπούς όρους που περιέχονται στο από 03-05-1989 αρχικό συμφωνητικό μισθώσεως, προέβησαν σε αναδρομική (από 01-05-2011) αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος του περιγραφομένου στην αγωγή, ευρισκομένου στη … μισθίου ακινήτου συνιδιοκτησίας τους, το οποίο εκμίσθωναν στη ..., προκειμένου να το χρησιμοποιεί για τη στέγαση του πρακτορείου της ή για οποιαδήποτε άλλη εξυπηρετούσα την δραστηριότητα της χρήση, ορίζοντας το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 1,825,88 ευρώ, πλέον τελών χαρτοσήμου (1,8%), ήτοι συνολικά στο ποσό των 1.858,75 ευρώ, καταβλητέο στην αρχή κάθε μισθωτικού μήνα.
Η εναγομένη, η οποία ως ειδική διάδοχος της ... Α.Ε. υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση, εάν και χρησιμοποιούσε ακώλυτα το μίσθιο, επικαλούμενη τις ρυθμίσεις των νόμων 4002/2011 και 4081/2012, προέβη σε αυθαίρετες μειώσεις του μισθώματος για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο 2013, καταβάλλοντος για καθένα μισθωτικό μήνα το ποσό των 1.256,60 ευρώ πλέον 22,62 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.279,22 ευρώ.
Με βάση αυτό το ιστορικό, μετά την παραδεκτή παραίτηση από το αίτημα περί αποδόσεως του μισθίου ακινήτου, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τούς καταβάλει, κατά το λόγο που έκαστος εξ αυτών τυγχάνει συνεκμισθωτής του μισθίου ακινήτου, την οφειλόμενη διαφορά των μισθωμάτων Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 2013, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ήτοι αθροιστικά για κάθε μήνα το ποσό των 579,53 ευρώ και συνολικά 1.738,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη καταβολής κάθε μηνιαίου μισθώματος, άλλως από την επίδοση της αγωγής Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμ 71/2015 απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει κατά το λόγο που ο κάθε ενάγων τυγχάνει συνεκμισθωτής του μισθίου ακινήτου, ήτοι κατά ποσοστό 35% στον πρώτο, 35% στη δεύτερη και 30% στην τρίτη των εναγόντων, το ποσό των χιλίων επτακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και πενήντα εννέα λεπτών (1.738,59 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κάθε ένα από τα οφειλόμενα επιμέρους ποσά (διαφορά μισθωμάτων Φεβρουάριου, Μαρτίου και Απριλίου 2013) έπρεπε να καταβληθεί και μέχρι την εξόφληση.
Κατά της αποφάσεως αυτής, άσκησε έφεση η αναιρεσείουσα και ζητούσε για τους λόγους που ανέφερε, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή των νυν αναιρεσίβλητων. Επί αυτής της εφέσεως μετά τη συζήτησή της, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Πατρών η υπ' αριθμ. 467/2017 οριστική απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εναγόμενη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1988, ΑΠ 207/2016).
Kατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α` 180/22-8-2011), η μισθωτική αξία των ακινήτων που έχουν μισθωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο και τους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1B του Ν. 2362/1995 (Α` 247), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3871/ 2010 (Α` 141) και πριν τη συμπλήρωσή του με την παρ. 1α του άρθρου 50 του Ν. 3943/2011 (Α` 66), τεκμαίρεται ότι κατά το έτος 2010 έχει μειωθεί κατά 20%.
Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου τα μισθώματα που καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς, για τη μίσθωση ακινήτων στα οποία στεγάζονται υπηρεσίες τους, μειώνονται κατά ποσοστό 20%, το οποίο υπολογίζεται στο ύψος των μισθωμάτων της χρήσης Ιουλίου 2010 και μέχρι 30-6-2013 απαγορεύεται οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους.
Σε περίπτωση κατά την οποία τα μισθώματα αυτά έχουν αναπροσαρμοσθεί (αυξηθεί) μετά την 1-7-2010, η αναπροσαρμογή αυτή καταργείται και η καταβληθείσα συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα μισθώματα. Οι εκμισθωτές δικαιούνται να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αμφισβητήσουν το ύψος του παραπάνω τεκμηρίου και τη μείωση του μισθώματος.
Το Ελληνικό Δημόσιο και οι ανωτέρω φορείς δικαιούνται να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια και να αποδείξουν ότι η μείωση της μισθωτικής αξίας και αντιστοίχως του μισθώματος είναι μεγαλύτερη από το παραπάνω ποσοστό. Με τη διάταξη αυτή επιχειρείται ο εξορθολογισμός, η αναγωγή δηλαδή στο μέτρο που αρμόζει, των μισθωμάτων που καταβάλλει το Δημόσιο και οι φορείς του δημοσίου τομέα για μισθώσεις ακινήτων που έχουν συναφθεί πριν από τον Ιούλιο του 2010, ώστε να ανταποκρίνονται στη μισθωτική αξία των ακινήτων και να μη καθίσταται, η εκτέλεση της μισθωτικής σύμβασης, υπέρμετρα δυσμενής μονομερώς σε βάρος του Δημοσίου.
Με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο μείωσης κατά 20% της μισθωτικής αξίας των ακινήτων που έχει μισθώσει το Δημόσιο και οι παραπάνω φορείς μέχρι 30-6-2010 (βλ. αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου). Με το δεύτερο εδάφιο ορίζεται, ότι από τη δημοσίευση του νόμου, τα μισθώματα που καταβάλλει το Δημόσιο και οι φορείς του δημόσιου τομέα για τη μίσθωση ακινήτων στα οποία στεγάζονται υπηρεσίες τους μειώνονται κατά ποσοστό 20%, ποσοστό που υπολογίζεται στο ύψος του μισθώματος που καταβάλλονταν για τη χρήση Ιουλίου 2010 και ότι απαγορεύεται μέχρι τις 30-6-2013 οποιαδήποτε αναπροσαρμογή τους.
Σε περίπτωση δε που μετά την 1-7-2010 είχαν αναπροσαρμοσθεί τα μισθώματα αυτά, σύμφωνα με τις συμβάσεις μίσθωσης, η αναπροσαρμογή αυτή καταργείται και η καταβληθείσα συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα μισθώματα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4081/2012 (ΦΕΚ Α` 184/27.9.2012) τα μισθώματα, τα οποία κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου καταβάλλουν το Ελληνικό Δημόσιο και οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1B του Ν. 2362/1995 (Α` 247), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3871/2010 (Α` 141) και συμπληρώθηκε με την παρ. 1α του άρθρου 50 του Ν. 3943/2011 (Α` 66), για τη μίσθωση ακινήτων, στα οποία στεγάζονται οι υπηρεσίες τους, όπως τα μισθώματα αυτά αναπροσαρμόστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 4002/2011 (Α` 180), μειώνονται, από 1.10.2012, σύμφωνα με την ακόλουθη προοδευτική κλίμακα:
α) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος έως τα χίλια (1.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%). β) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος από τα χίλια και 0,01 (1.000,01) ευρώ έως τα δύο χιλιάδες (2.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%). γ) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος από τα δύο χιλιάδες και 0,01 (2.000,01) ευρώ έως τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
δ) Για το ποσό του μηνιαίου μισθώματος, που υπερβαίνει τα τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ, κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%). Ειδικότερα, η εν λόγω ρύθμιση αντικατοπτρίζει την αντίληψη του νομοθέτη περί της ήδη επελθούσης, από το έτος 2009, βαθιάς οικονομικής κρίσεως και δημοσιονομικής υφέσεως, στην οποία περιήλθε η Χώρα, της συρρικνώσεως της αγοράς, της κατακόρυφης πτώσεως της ζήτησης ακινήτων για µίσθωση και της συνεκδοχικώς καταφασκόμενης, σηµαντικότατης πτώσεως της µισθωτικής αξίας των ακινήτων, που είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή του δικαιοπρακτικού θεμελίου, στο οποίο στηρίχθηκαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά την κατάρτιση των ήδη έως τότε συναφθεισών συμβάσεων μισθώσεως και εντεύθεν καθιστούσε υπέρμετρα επαχθή, για το μισθωτή, την καταβολή του συµπεφωνημένου μισθώματος.
Προς τούτο, δε, με την προρρηθείσα νομοθετική ρύθμιση επιχειρήθηκε ο εξορθολογισµός, η αναγωγή, δηλαδή, στο προσήκον µέτρο, των µισθωµάτων που καταβάλλει το Δηµόσιο και οι φορείς του δηµοσίου τοµέα, για µισθώσεις ακινήτων που έχουν συναφθεί πριν από τον Ιούλιο του έτους 2010, ώστε να ανταποκρίνονται στη µισθωτική αξία των ακινήτων και να µην καθίσταται η εκτέλεση της µισθωτικής σύµβασης υπέρµετρα δυσµενής µονοµερώς σε βάρος του Δηµοσίου, ένεκα των προαναφεροµένων απρόβλεπτων και έκτακτων συνθηκών (βλ.
άρθρο 21 της Αιτιολογικής Εκθέσεως του Ν. 4002/2011, καθώς και την υπ' αριθμ. 335/2012 Γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ.). Περαιτέρω το άρθρο 1Β στο οποίο παραπέμπουν αμφότερες οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1 του νόμου 4002/2011 και άρθρ. 2 παρ. 1 του ν. 4081/2012 ορίζει μεταξύ άλλων ότι... οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1.
Δημόσιος τομέας: περιλαμβάνει την Γενική Κυβέρνηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3, καθώς και τους δημόσιους οργανισμούς κατά την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α'). 2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρώτου και δεύτερου βαθμού (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ). "Αναλυτικά τα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στην Κεντρική Κυβέρνηση, τους Ο.Τ.Α.
και τους Ο.Κ.Α. προσδιορίζονται από το Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής". Εξάλλου στο νόμο 3429 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί" ορίζονται τα εξής: "Κεφάλαιο Α. Οργάνωση Λειτουργία, Διοίκηση και Κρατική Εποπτεία των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών.
Άρθρο 1. Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής. -1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. -2.
Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου:
α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό. -3.
Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. -4. Το Κεφάλαιο Α' του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το Κεφάλαιο Β'. -5.
Το Κεφάλαιο Β' του νόμου αυτού εφαρμόζεται: α) στις ανώνυμες εταιρείες των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο), εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής, β) στις ανώνυμες εταιρείες που είναι συνδεδεμένες με τις εισηγμένες εταιρείες της προηγούμενης περίπτωσης, κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, γ) στις ανώνυμες εταιρείες ως προς τις οποίες έχει αποφασιστεί η έναρξη διαδικασιών αποκρατικοποίησης διά της εισαγωγής μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002 (ΦΕΚ 212 Α').
δ) στις ανώνυμες εταιρίες των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης της διαχείρισης της επιχείρησης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους που δεν αποτελούν πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής/ Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002 (ΦΕΚ 212 Α'), εφόσον το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής. -6.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού, υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων αναλόγως, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (εκτός των δημοσίων επιχειρήσεων) χρηματοδοτούμενα από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ("Οργανισμοί"), καθώς και δημόσιες επιχειρήσεις που έχουν εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου αυτού...
Άρθρο 15. Πεδίο εφαρμογής. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι ανώνυμες εταιρείες της παρ. 5 του άρθρου 1. Οι εταιρείες αυτές ευρίσκονται εκτός του, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, ευρύτερου δημόσιου τομέα... Άρθρο 19. Εξαιρέσεις. Από το πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού εξαιρούνται και όσες δημόσιες επιχειρήσεις έχουν τεθεί με ρητή διάταξη νόμου εκτός του, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, ευρύτερου δημόσιου τομέα".
Περαιτέρω, η ... (....) ιδρύθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1468/1950 με σκοπό την κατασκευή και εκμετάλλευση υδροηλεκτρικών και θερμοηλεκτρικών εργοστασίων σε ολόκληρη τη χώρα, την εγκατάσταση εθνικού δικτύου για μεταφορά της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειες και την διάθεση αυτής, ενώ με την επόμενη παρ. 2 ορίσθηκε ότι αποτελεί δημόσια επιχείρηση που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος αλλά κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό την ανώτατη εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους.
Με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν.Δ. 3785/1957 (Α' 208) ορίσθηκε ότι η αληθινή έννοια της ιδρυτικής διατάξεως είναι ότι η .... αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ενώ στη συνέχεια, με εξουσιοδότηση που παρέσχε το άρθρο 30 του Ν. 1914/1990 (Α' 178), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 1947/ 1991 (Α' 70), εκδόθηκε το Π.Δ. 360/1991, σύμφωνα με το άρθρο 1 του οποίου η ...
έπαυσε να υπάγεται στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα, με εξαίρεση τα θέματα για τα οποία προέβλεπε ρητά το άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων "η μη μεταβολή του καθεστώτος του οικονομικού ελέγχου της επιχείρησης και η διατήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου ως μετόχου" (περ. δ'). Ακολούθησε ο Ν. 2773/1999 "Απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας - Ρύθμιση θεμάτων ενεργειακής πολιτικής και λοιπές διατάξεις" (Α' 286), ο οποίος ρυθμίζει την παραγωγή, τη μεταφορά, τη διανομή και την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική επικράτεια και ορίζει ότι οι σχετικές υπηρεσίες και δραστηριότητες είναι κοινής ωφέλειας (άρθρο 1) και ότι τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους (άρθρο 3 παρ. 1).
Στο άρθρο 43 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: "-1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Ανάπτυξης, η .... μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία που διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. -2. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα καταρτίζεται συγχρόνως και το Καταστατικό της ....
Α.Ε., με το οποίο ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν το μετοχικό κεφάλαιο, την αύξηση και τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, όπως και κάθε άλλο σχετικό θέμα που προβλέπεται από την κείμενη για τις ανώνυμες εταιρείες νομοθεσία. -3. Σε οποιαδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά την κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. -4...".
Ήδη δε η παρ. 3 του ως άνω νόμου, που αφορούσε το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της ... καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4α της από 7 Σεπτεμβρίου 2012 ΠΝΠ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/ 8.11.2012). Με την εξουσιοδότηση των διατάξεων του παραπάνω άρθρου εκδόθηκε το Π.Δ. 333/2000 "Μετατροπή της ... (....) σε Ανώνυμη Εταιρεία και έγκριση του καταστατικού της" (Α' 278), στο οποίο ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Άρθρο Πρώτο. -1.
Η ..., η οποία ιδρύθηκε με το Ν. 1468/1950 "περί ιδρύσεως της ...." (ΦΕΚ. Α' 169), μετατρέπεται σε Ανώνυμη Εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν. 2773/1999 (Φ.Ε.Κ. Α' 286) και διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του καταστατικού της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και συμπληρωματικά από τον ΚΝ 2190/1920 (ΦΕΚ Α' 144), όπως αυτός εκάστοτε ισχύει. -2.
Το καταστατικό της εταιρείας έχει ως εξής:.. Άρθρο 3. Σκοπός. -1. Σκοπός της .... είναι: α) Η άσκηση εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας στον τομέα της ενέργειας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό... -2. Για την πραγμάτωση των σκοπών που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο η .... Α.Ε. μπορεί ιδίως (α) να συνάπτει κάθε είδους συμβάσεις ή συμφωνίες με ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα και διακρατικούς οργανισμούς, (β) να συμμετέχει στο κεφάλαιο υφισταμένων ή ιδρυομένων εταιρειών... (γ)... -3.
Η εταιρεία δύναται να προβαίνει σε κάθε άλλη ενέργεια και πράξη προς επιδίωξη των σκοπών της εντός των ορίων του παρόντος Καταστατικού και των κειμένων διατάξεων, στην ανάληψη κάθε εμπορικής ή άλλης δραστηριότητας και στη διενέργεια κάθε υλικής πράξεως ή δικαιοπραξίας άμεσα ή έμμεσα συνδεόμενης με τους σκοπούς της εταιρείας...
Άρθρο 8. -1. Σε οποιαδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε Μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά από κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου (άρθρ. 43 παρ. 3 του Ν. 2773/ 1999)". Και το άρθρο 8 του καταστατικού, περί ελάχιστης συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο της ...
ΑΕ καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 4β άρθρου 1 της από 7.9.2012 ΠΝΠ, ΦΕΚ Α' 175/7.9.2012, η οποία κυρώθηκε, με το άρθρο πρώτο Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/8.11.2012). Εξάλλου σύμφωνα με το Ν. 4001/2011 και σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2009/72/ΕΚ, σχετικά με την οργάνωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, συστάθηκε με την απόσχιση του κλάδου Διανομής της ...
ΑΕ, η ... ΑΕ (...), η οποία είναι κατά 100% θυγατρική εταιρεία της ... ΑΕ και έχει σκοπό να αναλάβει τα καθήκοντα του Διαχειριστή του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας. Η ... Α.Ε. (...) είναι ανεξάρτητη λειτουργικά και διοικητικά, τηρώντας όλες τις απαιτήσεις ανεξαρτησίας που ενσωματώνονται στο παραπάνω νομικό πλαίσιο.
Τέλος, εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα για τη ... η όλως εξαιρετική και ειδική διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν.Δ. 3785/1957, κατά την οποία οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και κάθε άλλης μέλλουσας ρύθμισης, που αναφέρονται στις δημόσιες επιχειρήσεις, στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή δημοσίας χρήσεως ή τέτοιες που ασκούνται ή επιχορηγούνται από το κράτος, δεν έχουν εφαρμογή στη ...
εφόσον στη σχετική διάταξη δεν γίνεται ειδική γι' αυτήν μνεία. Επομένως, οποιαδήποτε μελλοντική ρύθμιση που αναφέρεται σε οργανισμούς ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας όπως η ..., για να τύχει εφαρμογής και σε αυτήν, πρέπει στην οικεία διάταξη νόμου, να γίνεται ειδική μνεία, ήτοι να ορίζεται ειδικά και ρητά ότι η σχετική ρύθμιση αφορά και στη ...
διαφορετικά αυτή δεν θα καταλαμβάνει την τελευταία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι εκμίσθωσαν στη ... Α.Ε., δυνάμει της από 3-5-1989 αρχικής συμβάσεως μισθώσεως η οποία τροποποιήθηκε ακολούθως ως προς το ύψος κυρίως του συμφωνηθέντος μισθώματος με τα από 10-2-1992, 4-12-1996, 30-1-1998, 8-2-1999, 11-3-2003, 30-4-2007, 1-6-2011 ιδιωτικά συμφωνητικά ένα τριώροφο κτίριο αποτελούμενο από ισόγειο, εμβαδού 100 τμ περίπου, με πατάρι εντός αυτού, εμβαδού 40 τμ περίπου, από τον πρώτο όροφο, εμβαδού 92 τμ περίπου και από το δεύτερο όροφο εμβαδού 92 τμ περίπου, συνολικού μικτού στεγασμένου εμβαδού 324 τμ περίπου, που βρίσκεται στη … και στη συμβολή των οδών ..., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει η μισθώτρια για τη στέγαση των υπηρεσιών της.
Με το από 30-4-2007 συμπλήρωμα συμφωνητικού μισθώσεως ακινήτου συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων η παράταση της μισθώσεως για πέντε έτη, η οποία συνεχίστηκε και μετά την συμβατική λήξη της. Ακολούθως, με το από 1-6-2011 συμφωνητικό μισθώσεως, έγινε αποδεκτή η αναδρομική αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος και ειδικότερα ότι αυτό από 01.05.2011 θα ανήρχετο στο ποσό των 1.825,88 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου (1,8%) ποσού 32,87 ευρώ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 1.858,75 ευρώ.
Ακολούθως με το Ν. 4001/2011, σχετικά με την οργάνωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, συστάθηκε με την απόσχιση του κλάδου Διανομής της ... ΑΕ, η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ... ΑΕ (...), η οποία είναι κατά 100% θυγατρική εταιρεία της ... ΑΕ και έχει σκοπό να αναλάβει τα καθήκοντα του Διαχειριστή του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας.
Η ... ΑΕ υπεισήλθε στα πλαίσια των σχετικών αυτών νομικών ρυθμίσεων, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεώς τους, σε όλα τα εν γένει δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της ... ΑΕ που αφορούν τον εισφερόμενο σε αυτήν κλάδο, συνεπώς και στην ένδικη μισθωτική σχέση. Στη συνέχεια η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με το υπ' αριθμ. 41/09.01.2013 σχετικό έγγραφο που απέστειλε στους ενάγοντες, ισχυριζόμενη ότι, ως εταιρεία ανήκουσα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 4002/ 2011 και 2 του ν. 4081/2012 προέβη μονομερώς, σε μείωση του μηνιαίου μισθώματος που κατέβαλε κατά την χρήση Ιουλίου 2010, ύψους 1.774,42 ευρώ.
Ειδικότερα από 22.08.2011 μείωσε το εν λόγω μίσθωμα κατά ποσοστό 20%, ήτοι 354,89 ευρώ, οπότε αυτό διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.419,53 ευρώ και από 1.10.2012 μείωσε αυτό περαιτέρω για ποσό από 0 έως 1.000 ευρώ κατά 10% ήτοι 100 ευρώ και για ποσό από 1.000 ευρώ - 2.000 ευρώ κατά ποσοστό 15%, ήτοι 62,93 ευρώ και συνολικά 162,93 ευρώ, οπότε τούτο διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.256,60 ευρώ μηνιαίως.
Κατόπιν τούτου η εναγομένη για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο 2013 κατέβαλε στους ενάγοντες ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 1.256,60 € πλέον 22,62 ευρώ για τέλος χαρτοσήμου, ήτοι συνολικά 1.279,22 ευρώ, όπως αναφέρουν οι ενάγοντες και δεν αμφισβητείται ειδικότερα από την εναγομένη, συναγόμενης εξ αυτού ομολογίας της (261 εδ.
β' ΑΚ). Ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, οι επικαλούμενες από την εναγομένη νομοθετικές ρυθμίσεις για την μονομερή μείωση των μισθωμάτων στις μισθώσεις για στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου (άρθρου 21 ν. 4002/2011 και άρθρου 2 του ν. 4081/2012), στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής, προεχόντως διότι η μισθώτρια δεν εντάσσεται στο ρυθμιστικό τους πεδίο.
Ειδικότερα, η ... ΑΕ, θυγατρική εταιρεία της οποίας τυγχάνει, ως προαναφέρεται, η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία (...), δεν ανήκει στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (Α' 247), αφού η παράγραφος 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005, στην οποία η ως άνω διάταξη παραπέμπει, αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις που περιλαμβάνει το "Κεφάλαιο Α'" του νόμου αυτού, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ανώνυμες εκείνες εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά και για τις οποίες εφαρμόζεται το "Κεφάλαιο Β'" σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3429/2005.
Εξάλλου, όπως είναι κοινώς γνωστό η ... ΑΕ από 12.12.2001 έχει εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και Λονδίνου και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 3429/2005 βρίσκεται εκτός του πλαισίου, που ισχύει για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Εξ άλλου οι διατάξεις των άρθρων 21 ν. 4002/2011 και άρθρου 2 του ν. 4081/2012 δεν μπορούν να εφαρμοστούν εν προκειμένω και για τον πρόσθετο λόγο ότι δε γίνεται σε αυτές ειδική μνεία για τη ...
σύμφωνα με την όλως εξαιρετική και ειδική διάταξη του άρθρου 3 § 2 του Ν.Δ. 3785/1957. Περαιτέρω είναι προφανές ότι μετά την μετατροπή της μητρικής της εκκαλούσας εταιρείας ... σε ανώνυμη εταιρεία και με βάση τις διατάξεις του εγκριθέντος με το ΠΔ 333/2000 καταστατικού της, η ... μολονότι δεν απέβαλε τον χαρακτήρα της ως επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας, αφού η λειτουργία της εξακολούθησε να εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, εντούτοις μετατράπηκε έκτοτε σε αμιγή ανώνυμη εταιρεία λειτουργούσα με βάση το καταστατικό της και το ν. 2190/1920, με κριτήρια καθαρά ιδιωτικής οικονομίας και στόχο την αύξηση του κέρδους.
Το Δ.Σ. αυτής δεν διορίζεται πλέον από το αρμόδιο κάθε φορά Υπουργείο, αλλά εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων στην οποία και λογοδοτεί, ενώ η στρατηγική και η πολιτική ανάπτυξής της, η εμπορική και πάσης φύσεως δραστηριότητά της και εν γένει κάθε ζήτημα που αφορά τη διοίκηση και την επίτευξη των σκοπών της αποφασίζεται χωρίς την παρέμβαση του κράτους.
Επίσης πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι η ... και συνακόλουθα η θυγατρική αυτής εναγόμενη δεν συγκαταλέγονται στους φορείς του δημοσίου τομέα αντλείται και από το άρθρο 19 του ν. 3429/2005, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3899/2010 στο οποίο ορίζεται ότι: "Στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού, υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα...
με εξαίρεση... και τις εταιρείες στις οποίες το Δημόσιο αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους". Στην περίπτωση της .... Α.Ε., παρά το γεγονός ότι το Δημόσιο εξακολουθεί να παραμένει ο κύριος μέτοχός της, βάσει των όρων του Καταστατικού της που κυρώθηκε με το Π.Δ. 333/2000 δεν ασκεί όμως ούτε τη διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας, ούτε ελέγχει τη διαχείρισή της.
Ειδικότερα, στο άρθρο 10 του ανωτέρω Καταστατικού που ορίζει τη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της .... αναγράφεται ότι "1. Το Δ.Σ. αποτελείται από έντεκα (11) μέλη και η θητεία του είναι τριετής. 2. Το Δ.Σ. αποτελείται από: α) έξι (6) μέλη, ανάμεσα στα οποία και ο Διευθύνων Σύμβουλος, που εκλέγονται από την Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας.
Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει από τα μέλη αυτά τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρό του, σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος καταστατικού, β) Δύο (2) μέλη που εκπροσωπούν τους εργαζόμενους στην εταιρεία, γ) Δύο (2) μέλη που εκπροσωπούν τους μετόχους της μειοψηφίας, δ) Ένα (1) μέλος που υποδεικνύεται από την Ονομαστική και Κοινωνική Επιτροπή (Ο.Κ.Ε.) και το οποίο προέρχεται από φορείς σχετικούς με τις δραστηριότητες της εταιρείας", ενώ στο άρθρο 11 ορίζεται ότι "1.
Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της εταιρείας, διαμορφώνει κατά κύριο λόγο την στρατηγική και την πολιτική ανάπτυξής της και εποπτεύει και ελέγχει την διαχείριση της περιουσίας της...". Επισημαίνεται δε ότι η διάταξη του άρθρου 8 του εγκριθέντος με το ΠΔ 333/2000 καταστατικού της ..., που αφορούσε το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο της ...
καταργήθηκε με την παράγραφο 4β άρθρου 1 της από 7.9.2012 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α' 175/7.9.2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/8.11.2012). Περαιτέρω, η εκκαλούσα "... Α.Ε." ως θυγατρική της .... Α.Ε. σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 123 του ν. 4001/2011 υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες σχέσεις αυτής (της ....) και λόγω της ιδιότητάς της αυτής δεν αποτελεί επιχείρηση ανήκουσα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του ν. 3429/2005, υπαγόμενη στο ίδιο νομοθετικό καθεστώς που υπάγεται και η μητρική αυτής εταιρεία.
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του π.δ. 360/1991, με το οποίο η ... εξήλθε από το δημόσιο τομέα, ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται αναλόγως στις θυγατρικές εταιρείες ή επιχειρήσεις της .... Επομένως, η επίμαχη σύμβαση μισθώσεως δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 21 του Ν. 4002/2011, αφού η εκκαλούσα εταιρεία, όπως και η μητρική αυτής ...
ΑΕ στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως προς την ένδικη σύμβαση μισθώσεως η εκκαλούσα, δεν συγκαταλέγονται, σύμφωνα με την άποψη που το Δικαστήριο τούτο θεωρεί ορθότερη, στους φορείς του δημοσίου τομέα, ως προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στις παραπάνω ρυθμίσεις.
Συνεπώς η εναγόμενη δεν δικαιούνταν, επικαλούμενη τις ως άνω διατάξεις που αφορούν τις μισθώσεις των ακινήτων που στεγάζουν υπηρεσίες του Δημοσίου, να προβεί μονομερώς σε μείωση του συμφωνηθέντος μισθώματος και οφείλει στους ενάγοντες (κατά το λόγο που ο καθένας τυγχάνει συνεκμισθωτής) τη διαφορά που προκύπτει μεταξύ του συμφωνηθέντος και του τελικώς καταβληθέντος μισθώματος για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο 2013 και ειδικότερα για κάθε μήνα από αυτούς το χρηματικό ποσό των 579,53 ευρώ (569,28 ευρώ για τη διαφορά του μισθώματος + 10,25 ευρώ για τη διαφορά στο τέλος χαρτοσήμου) με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της πρώτης ημέρας εκάστου μηνός έως την εξόφληση. Τα ίδια επομένως αφού δέχθηκε η εκκαλουμένη δεν έσφαλε, αντιθέτως ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο εφέσεως κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της, αφού κατόπιν της απορρίψεως του ως άνω λόγου που αφορά την εφαρμογή στην ένδικη σύμβαση μισθώσεως των διατάξεων των παραπάνω νόμων που αφορούν τις μισθώσεις του Δημοσίου, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου που αφορά την συνταγματικότητα των ως άνω ρυθμίσεων".
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 4002/2011, του άρθρου 2 του ν. 4081/2012, του άρθρου 1Β παρ. 1 του ν. 2362/1995, του άρθρου 1 παρ. 1, παρ. 2α και παρ. 3 του ν. 3429/2005, του άρθρου 1 παρ. 4α και παρ. 4β της από 7 Σεπτεμβρίου 2012 ΠΝΠ, του άρθρου 2 του π.δ. 360/1991 και του άρθρου 3 παρ. 2 του ν.δ. 3785/1957 και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε αυτές στην ένδικη διαφορά, ενώ αν τις ερμήνευε ορθά και τις εφάρμοζε θα έπρεπε να κάνει δεκτή την έφεση και να απέρριπτε την αγωγή.
Όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη σύμφωνα με την όλως εξαιρετική και ειδική διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν.Δ. 3785/1957, η οποία εξακολουθεί να είναι σε ισχύ, οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και κάθε άλλης μέλλουσας ρύθμισης που αναφέρονται στις δημόσιες επιχειρήσεις, στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή δημόσιας χρήσεως ή τέτοιες που ασκούνται ή επιχορηγούνται από το κράτος, δεν έχουν εφαρμογή στη ...
εφόσον στη σχετική διάταξη δεν γίνεται ειδική για αυτήν μνεία. Επομένως οι διατάξεις των άρθρων 21 ν. 4002/2011 και άρθρου 2 του ν. 4081/2012 για τη μονομερή μείωση των μισθωμάτων στις μισθώσεις για στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου, δεν εφαρμόζονται καθόσον σε αυτές δεν γίνεται ειδική μνεία για τη ... σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Η ..., θυγατρική της οποίας τυγχάνει η ..., δεν ανήκει στους φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, αφού η παράγραφος 6 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 στην οποία η ως άνω διάταξη παραπέμπει, αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις που περιλαμβάνει το "Κεφάλαιο Α'" του νόμου αυτού, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ανώνυμες εκείνες εταιρείες των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά και για τις οποίες εφαρμόζεται το "Κεφάλαιο Β'" σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 5 Ν. 3429/2005.
Εξάλλου, όπως είναι κοινώς γνωστό η ... ΑΕ από 12-12-2001 έχει εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και Λονδίνου και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 3429/2005 βρίσκεται εκτός του πλαισίου, που ισχύει για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Περαιτέρω είναι προφανές ότι μετά την μετατροπή της μητρικής της αναιρεσείουσας εταιρείας ...
σε ανώνυμη εταιρεία και με βάση τις διατάξεις του εγκριθέντος με το ΠΔ 333/2000 καταστατικού της, η ... μολονότι δεν απέβαλε τον χαρακτήρα της ως επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας αφού η λειτουργία της εξακολούθησε να εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, εντούτοις μετατράπηκε έκτοτε σε αμιγή ανώνυμη εταιρεία λειτουργούσα με βάση το καταστατικό της και το ν. 2190/1920, με κριτήρια καθαρά ιδιωτικής οικονομίας και στόχο την αύξηση του κέρδους.
Το Δ.Σ. αυτής δεν διορίζεται πλέον από το αρμόδιο κάθε φορά Υπουργείο, αλλά εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων στην οποία και λογοδοτεί, ενώ η στρατηγική και η πολιτική ανάπτυξής της, η εμπορική και πάσης φύσεως δραστηριότητά της και εν γένει κάθε ζήτημα που αφορά τη διοίκηση και την επίτευξη των σκοπών της αποφασίζεται χωρίς την παρέμβαση του κράτους.
Επίσης επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι η ... και συνακόλουθα η θυγατρική αυτής εναγόμενη δεν συγκαταλέγονται στους φορείς του δημοσίου τομέα αντλείται και από το άρθρο 19 του ν. 3429/ 2005, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3899/2010 στο οποίο ορίζεται ότι: "Στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού, υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα...
με εξαίρεση... και τις εταιρείες στις οποίες το Δημόσιο αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους". Στην περίπτωση της .... Α.Ε., παρά το γεγονός ότι το Δημόσιο εξακολουθεί να παραμένει ο κύριος μέτοχός της, βάσει των όρων του Καταστατικού της που κυρώθηκε με το Π.Δ. 333/2000 δεν ασκεί όμως ούτε τη διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας, ούτε ελέγχει τη διαχείρισή της.
Τα ίδια δεχόμενο και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των προαναφερόμενων νόμων και οι περί του αντιθέτου, πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά την οποία το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 4002/2011, του άρθρου 2 του ν. 4081/2012, του άρθρου 1Β παρ. 1 του ν. 2362/1995 και του άρθρου 1 παρ. 1, παρ. 2α και παρ. 3 του ν. 3429/2005 και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε αυτές στην ένδικη διαφορά, ενώ αν τις ερμήνευε ορθά και τις εφάρμοζε θα έπρεπε να κάνει δεκτή την έφεση και να απέρριπτε την αγωγή.
Η ... (....) ιδρύθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1468/1950 με σκοπό την κατασκευή και εκμετάλλευση υδροηλεκτρικών και θερμοηλεκτρικών εργοστασίων σε ολόκληρη τη χώρα, την εγκατάσταση εθνικού δικτύου για μεταφορά της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειες και την διάθεση αυτής, ενώ με την επόμενη παρ. 2 ορίσθηκε ότι αποτελεί δημόσια επιχείρηση που ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος αλλά κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό την ανώτατη εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους.
Με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν.Δ. 3785/1957 (Α' 208) ορίσθηκε ότι η αληθινή έννοια της ιδρυτικής διατάξεως είναι ότι η .... αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ενώ στη συνέχεια, με εξουσιοδότηση που παρέσχε το άρθρο 30 του Ν. 1914/1990 (Α' 178), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 22 του Ν. 1947/ 1991 (Α' 70), εκδόθηκε το Π.Δ. 360/1991, σύμφωνα με το άρθρο 1 του οποίου η ...
έπαυσε να υπάγεται στις διατάξεις που ισχύουν για το δημόσιο τομέα, με εξαίρεση τα θέματα για τα οποία προέβλεπε ρητά το άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων "η μη μεταβολή του καθεστώτος του οικονομικού ελέγχου της επιχείρησης και η διατήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου ως μετόχου" (περ. δ'). Ακολούθησε ο Ν. 2773/1999 "Απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας - Ρύθμιση θεμάτων ενεργειακής πολιτικής και λοιπές διατάξεις" (Α' 286), ο οποίος ρυθμίζει την παραγωγή, τη μεταφορά, τη διανομή και την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας στην ελληνική επικράτεια και ορίζει ότι οι σχετικές υπηρεσίες και δραστηριότητες είναι κοινής ωφέλειας (άρθρο 1) και ότι τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους (άρθρο 3 παρ. 1).
Στο άρθρο 43 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: "1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Ανάπτυξης, η .... μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρεία που διέπεται από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. -2. Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα καταρτίζεται συγχρόνως και το Καταστατικό της ....
Α.Ε., με το οποίο ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν το μετοχικό κεφάλαιο, την αύξηση και τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, όπως και κάθε άλλο σχετικό θέμα που προβλέπεται από την κείμενη για τις ανώνυμες εταιρείες νομοθεσία. -3. Σε οποιαδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά την κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. -4...".
Ήδη δε η παρ. 3 του ως άνω νόμου, που αφορούσε το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της ... καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4α της από 7 Σεπτεμβρίου 2012 ΠΝΠ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/ 8.11.2012). Με την εξουσιοδότηση των διατάξεων του παραπάνω άρθρου εκδόθηκε το Π.Δ. 333/2000 "Μετατροπή της ... (....) σε Ανώνυμη Εταιρεία και έγκριση του καταστατικού της" (Α' 278), στο οποίο ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Άρθρο Πρώτο. -1.
Η ..., η οποία ιδρύθηκε με το Ν. 1468/1950 "περί ιδρύσεως της ...." (ΦΕΚ. Α' 169), μετατρέπεται σε Ανώνυμη Εταιρεία, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Ν. 2773/1999 (Φ.Ε.Κ. Α' 286) και διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του καταστατικού της παρ. 2 του παρόντος άρθρου και συμπληρωματικά από τον ΚΝ 2190/1920 (ΦΕΚ Α' 144), όπως αυτός εκάστοτε ισχύει. -2.
Το καταστατικό της εταιρείας έχει ως εξής:.. Άρθρο 3. Σκοπός. -1. Σκοπός της .... είναι: α) Η άσκηση εμπορικής και βιομηχανικής δραστηριότητας στον τομέα της ενέργειας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό... -2. Για την πραγμάτωση των σκοπών που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο η .... Α.Ε. μπορεί ιδίως (α) να συνάπτει κάθε είδους συμβάσεις ή συμφωνίες με ημεδαπά ή αλλοδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα και διακρατικούς οργανισμούς, (β) να συμμετέχει στο κεφάλαιο υφισταμένων ή ιδρυομένων εταιρειών... (γ)... -3.
Η εταιρεία δύναται να προβαίνει σε κάθε άλλη ενέργεια και πράξη προς επιδίωξη των σκοπών της εντός των ορίων του παρόντος Καταστατικού και των κειμένων διατάξεων, στην ανάληψη κάθε εμπορικής ή άλλης δραστηριότητας και στη διενέργεια κάθε υλικής πράξεως ή δικαιοπραξίας άμεσα ή έμμεσα συνδεόμενης με τους σκοπούς της εταιρείας...
Άρθρο 8. 1. Σε οποιαδήποτε περίπτωση η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε Μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας δεν μπορεί να είναι κατώτερη του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας μετά από κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου (άρθρ. 43 παρ. 3 του Ν. 2773/1999)". Και το άρθρο 8 του καταστατικού, περί ελάχιστης συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο της ...
ΑΕ καταργήθηκε ήδη με την παράγραφο 4β άρθρου 1 της από 7.9.2012 ΠΝΠ, ΦΕΚ Α' 175/7.9.2012, η οποία κυρώθηκε, με το άρθρο πρώτο Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/8.11.2012). Εξάλλου σύμφωνα με το Ν. 4001/2011 και σε συμμόρφωση με την Οδηγία 2009/72/ΕΚ, σχετικά με την οργάνωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, συστάθηκε με την απόσχιση του κλάδου Διανομής της ...
ΑΕ, η ... ΑΕ (...), η οποία είναι κατά 100% θυγατρική εταιρείας της ... ΑΕ και έχει σκοπό να αναλάβει τα καθήκοντα του Διαχειριστή του Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας. Επομένως μετά την μετατροπή της μητρικής της αναιρεσείουσας εταιρείας ... σε ανώνυμη εταιρεία και με βάση τις διατάξεις του εγκριθέντος με το ΠΔ 333/2000 καταστατικού της, η ...
μολονότι δεν απέβαλε τον χαρακτήρα της ως επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας αφού η λειτουργία της εξακολούθησε να εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, εντούτοις μετατράπηκε έκτοτε σε αμιγή ανώνυμη εταιρεία λειτουργούσα με βάση το καταστατικό της και το ν. 2190/1920, με κριτήρια καθαρά ιδιωτικής οικονομίας και στόχο την αύξηση του κέρδους.
Το Δ.Σ. αυτής δεν διορίζεται πλέον από το αρμόδιο κάθε φορά Υπουργείο, αλλά εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων στην οποία και λογοδοτεί, ενώ η στρατηγική και η πολιτική ανάπτυξής της, η εμπορική και πάσης φύσεως δραστηριότητ της και εν γένει κάθε ζήτημα που αφορά τη διοίκηση και την επίτευξη των σκοπών της αποφασίζεται χωρίς την παρέμβαση του κράτους.
Επίσης επιχείρημα υπέρ της απόψεως ότι η ... και συνακόλουθα η θυγατρική αυτής εναγόμενη δεν συγκαταλέγονται στους φορείς του δημοσίου τομέα αντλείται και από το άρθρο 19 του ν. 3429/2005, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3899/2010 στο οποίο ορίζεται ότι: "Στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού, υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα...
με εξαίρεση... και τις εταιρείες στις οποίες το Δημόσιο αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους". Στην περίπτωση της .... Α.Ε., παρά το γεγονός ότι το Δημόσιο εξακολουθεί να παραμένει ο κύριος μέτοχός της, βάσει των όρων του Καταστατικού της που κυρώθηκε με το Π.Δ. 333/2000 δεν ασκεί όμως ούτε τη διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας, ούτε ελέγχει τη διαχείρισή της.
Ειδικότερα, στο άρθρο 10 του ανωτέρω Καταστατικού που ορίζει τη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της .... αναγράφεται ότι "1. Το Δ.Σ. αποτελείται από έντεκα (11) μέλη και η θητεία του είναι τριετής. 2. Το Δ.Σ. αποτελείται από: α) έξι (6) μέλη, ανάμεσα στα οποία και ο Διευθύνων Σύμβουλος, που εκλέγονται από την Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας.
Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει από τα μέλη αυτά τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρό του, σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος καταστατικού, β) Δύο (2) μέλη που εκπροσωπούν τους εργαζόμενους στην εταιρεία, γ) Δύο (2) μέλη που εκπροσωπούν τους μετόχους της μειοψηφίας, δ) Ένα (1) μέλος που υποδεικνύεται από την Ονομαστική και Κοινωνική Επιτροπή (Ο.Κ.Ε.) και το οποίο προέρχεται από φορείς σχετικούς με τις δραστηριότητες της εταιρείας", ενώ στο άρθρο 11 ορίζεται ότι "1.
Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το ανώτατο διοικητικό όργανο της εταιρείας, διαμορφώνει κατά κύριο λόγο την στρατηγική και την πολιτική ανάπτυξής της και εποπτεύει και ελέγχει την διαχείριση της περιουσίας της...". Επισημαίνεται δε ότι η διάταξη του άρθρου 8 του εγκριθέντος με το ΠΔ 333/2000 καταστατικού της ..., που αφορούσε το ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο της ...
καταργήθηκε με την παράγραφο 4β άρθρου 1 της από 7.9.2012 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α' 175/7.9.2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο Ν. 4092/2012 (ΦΕΚ Α' 220/8.11.2012). Περαιτέρω, η εκκαλούσα "... Α.Ε." ως θυγατρική της .... Α.Ε. σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 123 του ν. 4001/2011 υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες σχέσεις αυτής (της ....) και λόγω της ιδιότητάς της αυτής δεν αποτελεί επιχείρηση ανήκουσα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του ν. 3429/2005, υπαγόμενη στο ίδιο νομοθετικό καθεστώς που υπάγεται και η μητρική αυτής εταιρεία.
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του π.δ. 360/1991, με το οποίο η ... εξήλθε από το δημόσιο τομέα, ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτού εφαρμόζονται αναλόγως στις θυγατρικές εταιρείες ή επιχειρήσεις της .... Επομένως, η επίμαχη σύμβαση μισθώσεως δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 21 του Ν. 4002/2011, αφού η εκκαλούσα εταιρεία, όπως και η μητρική αυτής ...
ΑΕ στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως προς την ένδικη σύμβαση μισθώσεως η εκκαλούσα, δεν συγκαταλέγονται, στους φορείς του δημοσίου τομέα, ως προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στις παραπάνω ρυθμίσεις.
Συνεπώς η εναγόμενη δεν δικαιούνταν, επικαλούμενη τις ως άνω διατάξεις που αφορούν τις μισθώσεις των ακινήτων που στεγάζουν υπηρεσίες του Δημοσίου, να προβεί μονομερώς σε μείωση του συμφωνηθέντος μισθώματος. Τα ίδια δεχόμενο και το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των προαναφερόμενων νόμων και ο περί του αντιθέτου, τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", στην οποία οφείλει το δικαστήριο να αποφανθεί, διαφορετικά ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, είναι κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Κατά την αληθινή έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.
Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατ' εκτίμηση υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη στο σύνολό της, χωρίς να αποφανθεί με ειδική αιτιολογία ως προς το λόγο έφεσης με τον οποίο ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση είχε κρίνει ότι οι διατάξεις των άρθρων 21 του ν. 4002/2011 και 2 του ν. 4081/2012 για την μονομερή μείωση των μισθωμάτων στις μισθώσεις για στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου αντίκεινται προς την αρχή της επιχειρηματικής και οικονομικής ελευθερίας, ειδικότερη εκδήλωση της οποίας είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, προς την αρχή προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και των νομίμως κεκτημένων οικονομικών συμφερόντων (άρθρα 5 § 1, 106 § 2, 17 § 1 Σ.
και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η οποία έχει άμεση και υπερνομοθετική ισχύ στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης και δεσμεύει το νομοθέτη) και συγχρόνως παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας, την αρχή της ισότητας και της ασφάλειας δικαίου, και ως εκ τούτου είναι ανεφάρμοστες ως αντισυνταγματικές (άρθρο 93 παρ 4 Σ.).
Όπως, όμως, προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε "ότι κατόπιν της απορρίψεως του ως άνω λόγου που αφορά την εφαρμογή στην ένδικη σύμβαση μισθώσεως των διατάξεων των παραπάνω νόμων που αφορούν τις μισθώσεις του Δημοσίου, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου που αφορά την συνταγματικότητα των ως άνω ρυθμίσεων".
Εν προκειμένω το Εφετείο εξέτασε τους λόγους εφέσεως κατά την σειρά που προβάλλονταν, και αφού εξέτασε τον πρώτο λόγο εφέσεως ο οποίος αφορούσε στο ζήτημα της εφαρμογής των νομικών διατάξεων συγκεκριμένων νομοθετημάτων στην επίδικη μίσθωση έκανε δεκτό ότι εν προκειμένω δεν εφαρμόζονται. Μετά την κρίση αυτή, δεν υπήρχε κανένας απολύτως δικονομικός και ουσιαστικός λόγος να εξετάσει τον δεύτερο λόγο εφέσεως, ήτοι τη συνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων των συγκεκριμένων νομοθετημάτων ως προς τα οποία προηγουμένως είχε κρίνει ότι δεν εμπίπτει η επίδικη περίπτωση και επομένως έκρινε ότι παρέλκει η εξέτασή του.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο τον συγκεκριμένο λόγο έφεσης, αλλά αντίθετα επιλήφθηκε αυτού, στη συνέχεια, τον απέρριψε στο διατακτικό της με την κατ' ουσία απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Πρέπει να σημειωθεί ότι και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκκαλουμένης απόφασής του ανέφερε ως εκ περισσού ότι είναι ανεφάρμοστες ως αντισυνταγματικές οι διατάξεις των άρθρων 21 του ν. 4002/2011 και 2 του ν. 4081/2012 για την μονομερή μείωση των μισθωμάτων στις μισθώσεις για στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου, διότι στη συνέχεια έκρινε ότι αυτές δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω γιατί η μισθώτρια δεν εντάσσεται στο ρυθμιστικό τους πεδίο. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εχόντων καταθέσει προτάσεις αναιρεσίβλητων (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-1-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 467/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ