1107/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1107/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.
Full text
Απόφαση 1107 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1107/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Μαΐου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1 Ρ. χήρας Ι. Φ., το γένος Ν. Β., 2.Α. Φ. του Ι., κατοίκων ..., 3.Μ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2006 αίτηση των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 300/2008 του Εφετείου Αθηνών-Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-12-2011 αίτησή του, την οποία επαναφέρει προς συζήτηση, μετά από ματαίωση λόγω εκλογών, με την από 12-12-2017 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης ανέγνωσε την από 23-4-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Περαιτέρω, το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προσετέθη με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, ορίζει ότι: "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους του ή στον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους.
Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.
Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη συζήτηση της οποίας επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης και κλήση των αναιρεσιβλήτων να παραστούν κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκε νομίμως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις και εμπροθέσμως στην αντίκλητό τους δικηγόρο Χαλκίδας Π.
Μ., η οποία και τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, όπως τούτο προκύπτει από την επιτρεπτώς επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τη με επίκληση προσαγόμενη από το αναιρεσείον υπ' αριθ. 2875Β'/9-1-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ευβοίας Ν. Τ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο (2-5-2018) οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως ως νομίμως κλητευθέντες, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθούν ως να ήταν παρόντες και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 575 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του ν. 2664/1998 "Περί Εθνικού Κτηματολογίου" 1 παρ. 2 εδάφ. α' και παρ. 3 περ. α' , 6 παρ. 1, 2 και 3, όπως η παρ. 2 ίσχυε μετά την αρχική τροποποίησή της με το άρθρο 5 του ν. 3552/2007 και η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 3481/2006, συνάγεται ότι, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής.
Αντικείμενο της εν λόγω δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος που υπάρχει.
Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι` αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής, όχι, όμως, και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιημένη αυτή διάταξη ορίζεται ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου..." (ΑΠ 208/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βεβαίως συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.
Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας τούτο συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο.
Στην τελευταία αυτή δίκη, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κυρία παρέμβαση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Στην κρινόμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, και, ειδικότερα, της υπό ημερομηνία 23-10-2006 κυρίας παρέμβασης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραδεκτά άσκησε σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, τούτο ζήτησε, κατ` άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998, α) να απορριφθεί η από 6-9-2006 αίτηση των αναιρεσιβλήτων, β) να αναγνωριστεί εκείνο κύριος του επιδίκου ακινήτου με βάση τον αναφερόμενο στο δικόγραφό της τρόπο κτήσης της κυριότητας, γ) να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του το αποδώσουν και δ) να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή ως "άγνωστου ιδιοκτήτη" του κτηματολογικού βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Χαλκιδέων με ΚΑΕΚ ...
και να αναγραφεί σε αυτό ως ιδιοκτήτης το ίδιο και όχι οι αναιρεσίβλητοι. Το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την ασκηθείσα κυρία παρέμβαση του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, στο σύνολό της, με την αιτιολογία ότι "το κυρίως παρεμβαίνον αμφισβητώντας την κυριότητα των αιτούντων επί του επιδίκου με το μοναδικό αίτημά του ζητεί την αναγνώριση του δικού του δικαιώματος κυριότητας επ' αυτού και την απόδοσή του από τους αιτούντες, αίτημα που προσιδιάζει στην τακτική αγωγή περί κυριότητας και όχι στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και δεν επικαλείται κάποιο συγκεκριμένο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα", χωρίς, όμως, να κάνει μνεία για το αίτημα διόρθωσης της εγγραφής, υπέρ του αναιρεσείοντος, αναφορικά με την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου, το οποίο φέρεται ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", ανεξάρτητα από το αν το αίτημα αυτό της διόρθωσης ήθελε εκτιμηθεί ως κύριο ή ως παρεπόμενο.
Στη συνέχεια, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές του αυτές, ως προς την κυρία παρέμβαση, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε ομοίως κρίνει. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που αφορούν το δικαίωμα άσκησης κυρίας παρέμβασης από το Ελληνικό Δημόσιο στη δίκη της εκούσιας δικαιοδοσίας, που ανοίχθηκε με αίτηση τρίτου, κατά το μέρος και μόνο που ζητείται η διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής ως "άγνωστου ιδιοκτήτη" του επιδίκου ακινήτου στο κτηματολογικό βιβλίο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου, ώστε να αναγραφεί σε αυτό ως ιδιοκτήτης του το ίδιο και όχι οι καθ` ών η κυρία παρέμβαση- αιτούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ενώ, κατά το μέρος που ζητείται να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο ακίνητο αυτό, η κυρία παρέμβαση δεν ήταν νόμιμη, καθόσον αντικείμενο της προκείμενης δίκης δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 208/2017, ΑΠ 309/2012).
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ότι η κυρία παρέμβαση δεν είναι νόμιμη, κατά το προαναφερόμενο μέρος και μόνο, δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 ν. 2664/1998, που ναι μεν εισάγουν, κατά βάση, δικονομικό δίκαιο, καθόσον προσδιορίζουν τον τρόπο, τη διαδικασία και τους δικαιούχους της διόρθωσης των πρώτων (αρχικών) ανακριβών κτηματολογικών εγγραφών, είναι όμως και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 208/2017, ΑΠ 1342/2015), αναγόμενες στη νομιμότητα του αντικειμένου της αίτησης και στη θεμελίωση της έννομης συνέπειας που κρίθηκε, σε συνδυασμό με το άρθρο 79 ΚΠολΔ και, επομένως, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος, από τη διάταξη αυτή, λόγος της αναίρεσης, ως προς το προαναφερθέν και μόνο σκέλος της.
Περαιτέρω, ενόψει της από την προσβαλλόμενη απόφαση απόρριψης, ως μη νόμιμης, της κυρίας παρέμβασης, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κρίνεται ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση της εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω διατάξεων, αφού αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, διαλαμβάνουσα κατάρτιση ελάσσονος πρότασης αναφερόμενης στην εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 294/2017), η οποία όμως ελλείπει στην ένδικη υπόθεση. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που η κύρια παρέμβαση κρίθηκε ότι δεν είναι νόμιμη (και δεν ερευνήθηκε), ως προς το αίτημά της να διορθωθεί η πρώτη (αρχική) εγγραφή του επίδικου ακινήτου και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 22 παρ. 1 ν. 3693/ 1957
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 300/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, ως προς τη διόρθωση της εγγραφής και την αναγραφή του αναιρεσείοντος ως ιδιοκτήτη του επιδίκου ακινήτου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Ευβοίας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ