Legislator Case Law & Legislation
1107/2015 AI generated

1107/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1107/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1107/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συντέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της κατ’ άρθρο 300 του Α.Κ.

Keywords

AI generated
driving without authorization offenses against legal certainty safety regulations violation fitness to drive excessive speed dangerous overtaking
AI generated
1973/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
787/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2004 αγωγή των τριών πρώτων των ως άνω αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 27/12/2004 αγωγή του τέταρτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 22/11/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1195/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/2/2007 αίτησή της.
526/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 354/ΑΥ/27/26-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:27/ΑΥ/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1948/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσας με την από 1-2-2011 αίτησή της και τους από 11-4-2011 πρόσθετους λόγους.
216/2014
" Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.
1470/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1107 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1107/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπανίκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γαρδικιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 183/2005 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Ακολούθως ο αναιρεσείων κατέθεσε την από 22-8-2006 αγωγή του στο αυτό Δικαστήριο και με κλήση του επανέφερε για συζήτηση την ως άνω πρώτη του αγωγή. Οι δύο αγωγές συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η 3446/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια η 4367/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 30-4-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ιωάννας Πετροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσείοντα .../26-2-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Σ. Χ. Γ., αποδεικνύεται ότι επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου του Προέδρου του Τμήματος αυτού για τη δικάσιμο της 9ης Μαΐου 2014, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο με επισημείωση στο οικείο πινάκιο, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο αναιρεσίβλητο Κ. Σ.. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρών (άρθρα 226 παρ. 4 εδ. γ’ , 568 παρ. 4 εδ. α’ , 575 εδ. β’ και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β’ και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συντέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της κατ’ άρθρο 300 του Α.Κ.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α’ και 19 του Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα, καθ’ εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ο κανόνας παραβιάζεται κατά την ως άνω διάταξη του αριθμού 1 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Έλλειψη δε νόμιμης βάσεως της αποφάσεως κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή δεν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εξήγαγε από τις αποδείξεις το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 27-8-2001 και ώρα 05:40 ο Β.

Ν., ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος, οδηγούσε το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο και εκινείτο στην επαρχιακή οδό ..., με κατεύθυνση προς Ν. Κερδύλλια, πλησιάζοντας στην 44η χιλιομετρική θέση. Στο όχημα είχαν επίσης επιβιβαστεί ο Α. - Α. Θ., στην θέση του συνοδηγού και ο Π. Χ. (μάρτυρας απόδειξης), στο πίσω κάθισμα.

Οι ως άνω επιβάτες εργάζονταν σε κέντρο διασκέδασης στην περιοχή ... Θεσσαλονίκης, στο οποίο είχε παραμείνει μέχρι το πέρας της εργασίας τους ο ανωτέρω οδηγός, ο οποίος τους παρέλαβε, για να επιστρέψουν στην κατοικία τους, στην ... Σερρών. Ας σημειωθεί, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο ανωτέρω οδηγός εργαζόταν στο κέντρο διασκέδασης, όπως έχει καταθέσει η μάρτυρας απόδειξης - εξαδέλφη του.

Άλλωστε δεν προσκομίστηκε σύμβαση εργασίας ή απόδειξη μισθοδοσίας του και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο παθών για να δικαιολογήσει την πολύωρη αναμονή του στο παραπάνω κέντρο διασκέδασης, δεν είναι βάσιμα κατ’ ουσίαν. Επισημαίνεται επίσης, ότι ο ανωτέρω οδηγός -παθών δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ, εφόσον δεν ανιχνεύθηκε στο αίμα του οινόπνευμα, όπως προκύπτει από την από 5-9-2001 έκθεση εξέτασης αίματος αυτού, που συνέταξε η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών Β.

Ελλάδος. Αποδείχθηκε όμως, ότι τόσον ο οδηγός, όσον και ο συνοδηγός δεν χρησιμοποίησαν την ζώνη ασφαλείας, όπως τούτο προκύπτει από την τελευταία ένδειξη της έκθεσης αυτοψίας, από την προανακριτική κατάθεση του συνοδηγού και από την προανακριτική κατάθεση του Κ. Σ. - 2ου εκκαλούντα - εναγομένου - υποχρέου οδηγού του με αρ.

κυκλοφορίας ... γεωργικού ελκυστήρα με συρόμενη πλατφόρμα, ο οποίος προπορευόταν του ανώτερου ΙΧΦ αυτοκινήτου, με μικρή ταχύτητα, διότι μετέφερε φορτίο με σωλήνες ύδρευσης και εκινείτο επίσης ομόρροπα, δηλαδή προς Ν. Κερδύλλια. Τον ως άνω γεωργικό ελκυστήρα κάλυπτε ασφαλιστικά η εκκαλούσα - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ, για τις έναντι τρίτων αστικές ζημίες αυτού.

Όμως σύμφωνα με τις προανακριτικές καταθέσεις των επιβατών του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο γεωργικός ελκυστήρας εκινείτο, χωρίς ο οδηγός του να έχει θέσει σε λειτουργία τα πίσω φώτα πορείας της συρόμενης πλατφόρμας. Αποδείχθηκε επίσης, ότι η ως άνω επαρχιακή οδός, σύμφωνα με όσα αναφέρει η έκθεση αυτοψίας, που συνέταξε η Τροχαία ..., είναι οδός διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρων και ερείσματος ενός μέτρου εκατέρωθεν.

Τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται με απλή διακεκομμένη γραμμή. Στην 44η χιλιομετρική θέση η οδός είναι ευθεία και το όριο ταχύτητας ορίζεται σε 80 χλμ/ώρα για το ΙΧΦ αυτοκίνητο και σε 40 χλμ/ώρα για τον γεωργικό ελκυστήρα. Η οδός είναι καλυμμένη με άσφαλτο, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και η κυκλοφορία ήταν αραιή.

Όταν ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου (παθών) έφθασε στην ως άνω χιλιομετρική θέση, εξαιτίας της πολύωρης και ολονύκτιας παραμονής του στο κέντρο διασκέδασης, δεν τελούσε σε πλήρη εγρήγορση και από απροσεξία, στην οποία συνετέλεσε η φυσική του κόπωση, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον προπορευόμενο γεωργικό ελκυστήρα, ο οδηγός του οποίου, όπως προεκτέθηκε, δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα της πλατφόρμας, σε αντίθεση με τους επιβάτες του, οι οποίοι, όπως βεβαιώνουν στις προανακριτικές τους καταθέσεις, αλλά και στα πρακτικά, αντιλήφθηκαν από απόσταση 30 - 40 μέτρων το προπορευόμενο όχημα, διότι φωσφόριζε η πινακίδα κυκλοφορίας αυτού και άρχισαν να αντιδρούν με φωνές, για να ειδοποιήσουν τον οδηγό να τροχοπεδήσει, όταν συνειδητοποίησαν, ότι η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων μίκραινε επικίνδυνα, λόγω της ανώτερης ταχύτητας του ΙΧΦ αυτοκινήτου σε σχέση με τον γεωργικό ελκυστήρα και παρόλα αυτά ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαιναν, δεν είχε ακόμη αντιδράσει.

Ας σημειωθεί, ότι η ταχύτητα του ΙΧΦ αυτοκινήτου κρίνεται ότι υπερέβαινε τα 80 χλμ/ώρα, αν και τούτο δεν επισημαίνεται στην έκθεση αυτοψίας, πλην όμως προκύπτει από το μεγάλο μήκος των ιχνών τροχοπέδης του ΙΧΦ αυτοκινήτου, που θα εκτεθεί παρακάτω, αλλά και από το αποτέλεσμα της σύγκρουσης, η οποία ήταν σφοδρότατη.

Εξάλλου, η έλλειψη άμεσης αντίδρασης από τον οδηγό του ΙΧΦ αυτοκινήτου προκύπτει από την προανακριτική κατάθεση του επιβάτη του πίσω καθίσματος, ο οποίος κατέθεσε ότι, όταν αντιλήφθηκε τον γεωργικό ελκυστήρα να προπορεύεται στα 30 μέτρα, ανέμενε να αντιδράσει και ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, με ελιγμό προς τα αριστερά, για να προσπεράσει τον γεωργικό ελκυστήρα, επειδή η ταχύτητα του τελευταίου ήταν μικρότερη και το οδόστρωμα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ήταν ελεύθερο, διότι δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο και ότι, συγχρόνως και ο συνοδηγός, που επίσης είχε διαπιστώσει, ότι ο οδηγός του ΙΧΦ δεν αντιδρούσε, άρχισε να τον προειδοποιεί με φωνές, για να τροχοπεδήσει.

Σημειωτέον, ότι και ο ανωτέρω συνοδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, στην προανακριτική του κατάθεση, επιβεβαιώνει, ότι το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ήταν την στιγμή εκείνη ελεύθερο. Εντούτοις ο εκκαλών - εφεσίβλητος, οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, αντέδρασε καθυστερημένα με τροχοπέδη, μετά από τις φωνητικές προειδοποιήσεις του συνοδηγού, που όμως δεν ήταν αποτελεσματική λόγω της αυξημένης ταχύτητας, που είχε αναπτύξει, αν και ήταν νύκτα με ανεπαρκή φωτισμό, με αποτέλεσμα να μην κατορθώσει να αποφύγει την σύγκρουση και με το εμπρόσθιο μέρος του ΙΧΦ αυτοκινήτου προσέκρουσε βίαια στο πίσω αριστερό τμήμα του γεωργικού ελκυστήρα.

Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τα ίχνη τροχοπέδης των αριστερών τροχών του ΙΧΦ αυτοκινήτου ανέρχονται σε 16,50 μέτρα και των δεξιών τροχών σε 19 μέτρα, ενώ σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα τα ίχνη τροχοπέδης είναι σε ευθεία γραμμή, που σημαίνει, ότι ο οδηγός του ΙΧΦ δεν εκτέλεσε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό, αλλά συνέχισε να κινείται ευθεία.

Εξαιτίας της σύγκρουσης αυτής τραυματίστηκε πολύ σοβαρά ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου και ελαφρότερα ο συνοδηγός, ενώ ο επιβάτης του πίσω καθίσματος ευτυχώς δεν τραυματίστηκε. Ο τελευταίος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και ειδοποίησε τον οδηγό του γεωργικού ελκυστήρα, ο οποίος είχε επίσης αντιληφθεί την σύγκρουση και είχε στο μεταξύ ακινητοποιήσει τον γεωργικό ελκυστήρα στο άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος, σε απόσταση περίπου 50 μέτρων, από το σημείο της σύγκρουσης και, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα, η τελική θέση του εντοπίζεται περίπου στο μέσον του ρεύματος κυκλοφορίας προς Νιγρίτα.

Μετ’ ολίγον κατέφθασαν στον τόπο της σύγκρουσης οι διερχόμενοι οδηγοί, Ι. Α. και Γ. Χ., οι οποίοι παρέλαβαν τους τραυματίες (οδηγό και συνοδηγό, αντίστοιχα, του ΙΧΦ αυτοκινήτου) και τους μετέφεραν στο Κέντρο Υγείας .... Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις προανακριτικές καταθέσεις των εμπλεκομένων οδηγών, των αυτοπτών μαρτύρων - επιβατών του ΙΧΦ αυτοκινήτου και των διερχομένων οδηγών, αλλά και από τα αντικειμενικά ευρήματα της Τροχαίας ..., που αποτυπώνονται στην έκθεση αυτοψίας και στο σχεδιάγραμμα.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται στην συγκλίνουσα αμελή οδηγική συμπεριφορά και των δύο οδηγών, που εκτιμάται σε ποσοστό 60% για τον οδηγό του γεωργικού ελκυστήρα και σε ποσοστό 40% για τον οδηγό του ΙΧΦ - παθόντα. Ειδικότερα, ο ασφαλισμένος οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, αν και οδηγούσε βαρύ ρυμουλκούμενο όχημα κατά την διάρκεια νύκτας, δεν οδηγούσε με σύνεση και με αυξημένη προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο του οχήματός του και κυρίως δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα πίσω ερυθρά φώτα θέσης της συρόμενης ρυμουλκούμενης πλατφόρμας, ώστε να προειδοποιεί από ικανή απόσταση τους όπισθεν αυτού κινούμενους οδηγούς, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 35 παρ. 1 και 3 του ΚΟΚ.

Τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για το αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, κατά συρροή (ΑΒΜ.Γ.2003/385) και με την υπ’ αρ. 2165/2004 απόφαση του 3μελούς Πλημ/κείου Σερρών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά μηνών, που ανεστάλει επί τριετία. Από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε επίσης, ότι συνυπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος κρίνεται και ο παθών - οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, σε ποσοστό 40%, διότι και αυτός δεν οδηγούσε προσεκτικά, ούτε είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και ενώ εκινείτο σε επαρχιακή οδό, κατά την διάρκεια νύκτας, με ανεπαρκή φωτισμό, οδηγούσε με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, που υπερέβαινε το όριο της περιοχής (80 χλμ/ώρα) και εκτιμάται, σύμφωνα με τα ίχνη τροχοπέδης και την βιαιότητα της σύγκρουσης, ότι προσήγγιζε τα 100 χλμ/ώρα, με συνέπεια να μην αντιληφθεί έγκαιρα, όπως οι συνεπιβάτες του, τον προπορευόμενο γεωργικό ελκυστήρα, ώστε, είτε να μειώσει την ταχύτητά του και σταδιακά να ακινητοποιηθεί με ασφάλεια πίσω από αυτόν, είτε να κινηθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προς τα αριστερά του, που ήταν ελεύθερο.

Αντίθετα, λόγω της φυσικής του κόπωσης εξαιτίας της πολύωρης παραμονής του στο κέντρο διασκέδασης, αντέδρασε καθυστερημένα, μετά από τις προειδοποιήσεις, με φωνές, του συνοδηγού του και αν και τροχοπέδησε, η ενέργεια αυτή δεν ήταν επιτυχής, λόγω της ανώτερης ταχύτητας του αυτοκινήτου του σε σχέση με την ταχύτητα του γεωργικού ελκυστήρα.

Δηλαδή, ο παθών οδηγός παραβίασε τις διατάξεις των αρ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 - 3 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ. Πρέπει να επισημανθεί, ότι οι υπόχρεοι - εναγόμενοι -εκκαλούντες (πιν. 81) ισχυρίζονται, ότι η συρόμενη πλατφόρμα είχε αναμμένα τα φώτα, που λειτουργούσαν κανονικά και επικαλούνται την σχετική ένδειξη της έκθεσης αυτοψίας και τις προανακριτικές καταθέσεις των διερχομένων οδηγών.

Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν είναι ουσιαστικά βάσιμος, διότι, όσα επισημαίνουν στην έκθεση αυτοψίας τα αρμόδια όργανα της Τροχαίας για τα φώτα της συρόμενης πλατφόρμας, αφορούν τον χρόνο της άφιξής τους στον τόπο του ατυχήματος και όχι την στιγμή της σύγκρουσης, που είναι το ερευνώμενο ζήτημα. Επίσης, οι διερχόμενοι οδηγοί, σε σχετική ερώτηση, που τους είχε υποβληθεί, απάντησαν, ότι δεν είχαν προσέξει, εάν ήταν αναμμένα τα φώτα της συρόμενης πλατφόρμας.

Από την κατάθεση αυτή βέβαια δεν επιτρέπεται να συναχθεί το αντίθετο, ότι δηλαδή τα φώτα λειτουργούσαν, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες - υπόχρεοι, διότι, (πάντα κατά την άποψή τους), η παράλειψη της θέσης σε λειτουργία των φώτων, θα είχε καταγραφεί στην μνήμη των διερχομένων οδηγών λόγω τους σκότους.

Εκτός τούτων αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του παθόντα, ότι ήταν αδύνατο να αντιληφθεί τον γεωργικό ελκυστήρα, λόγω της ανωφέρειας του οδοστρώματος, εφόσον, κατά την έκθεση αυτοψίας, η οδός, στην 44η χιλιομετρική θέση, είναι ευθεία. Τούτο άλλωστε προκύπτει και από τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, που επισυνάπτονται στην έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του ηλεκτρολόγου - μηχανικού, Ε.

Α., ο οποίος ορίστηκε ως τεχνικός σύμβουλος, κατ’ εντολή της υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρείας. Σε κάθε περίπτωση ο παθών, αν οδηγούσε προσεκτικά, ως ο μέσος επιμελής οδηγός, θα είχε την δυνατότητα να αντιδράσει έγκαιρα, διότι από απόσταση 30 - 40 μέτρων είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί τον προπορευόμενο γεωργικό ελκυστήρα, όπως τούτο συνέβη με τους συνεπιβάτες του.

Αντίθετα, από έλλειψη αντανακλαστικών και απροσεξία δεν μείωσε έγκαιρα την ταχύτητά του, ούτε προέβη στον ορθό αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, που θα ήταν επιτυχής, διότι το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ήταν ελεύθερο την στιγμή εκείνη, σύμφωνα με τις καταθέσεις των συνεπιβατών του. Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό, ότι ο μάρτυρας απόδειξης αναίρεσε την προανακριτική του κατάθεση και για πρώτη φορά αναφέρει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ερχόταν ένα άλλο ΙΧΕ αυτοκίνητο και ότι ο παθών εκτέλεσε αριστερό ελιγμό.

Η κατάθεση αυτή όμως δεν είναι πειστική και δεν αντικρούει την προανακριτική κατάθεση του συνοδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οποίος είχε βεβαιώσει το αντίθετο, ότι δηλαδή το αντίθετο ρεύμα ήταν ελεύθερο. Επίσης η ανωτέρω κατάθεση (βλ. πρακτικά) έρχεται σε αντίθεση και με το σχεδιάγραμμα, που αποτυπώνει τα ίχνη τροχοπέδης σε ευθεία γραμμή, χωρίς αποφευκτικό ελιγμό.

Εκτός τούτου, όμως, ο μάρτυρας απόδειξης, σε σχετική ερώτηση, που του υποβλήθηκε, απέφυγε να σχολιάσει την προανακριτική κατάθεση του συνοδηγού και επί λέξει αναφέρει "... ο Θ. (δηλ. ο συνοδηγός) μπορεί να μην λέει ψέμματα...", αναιρώντας, συνεπώς, όσα στην αρχή της κατάθεσής του είχε αναφέρει. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξάλλου, έκρινε ότι και οι δύο οδηγοί ευθύνονται για το ατύχημα, αλλά σε διαφορετικό ποσοστό αμέλειας, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου τούτου.

Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε συνυπαίτιους σε ποσοστό 70% τον οδηγό του ελκυστήρα και σε ποσοστό 30% τον παθόντα. Κατόπιν τούτου, όσα υποστηρίζει ο εκκαλών - παθών, με τον 1ο λόγο της έφεσής του (πιν. 2), περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του γεωργικού ελκυστήρα και όσα υποστηρίζουν οι υπόχρεοι - εκκαλούντες (πιν. 81) περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντα - οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, εφόσον κρίνονται συνυπαίτιοι σε ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα.

Αντίθετα, ο 1ος λόγος της έφεσης των υποχρέων, (πιν. 81), κατά το επικουρικό σκέλος αυτού, με το οποίο ισχυρίζονται, ότι συνυπαίτιος είναι ο παθών σε ποσοστό 95%, πρέπει να γίνει δεκτός κατ’ ουσίαν, εφόσον το Δικαστήριο τούτο έκρινε τον παθόντα συνυπαίτιο σε μεγαλύτερο ποσοστό, δηλαδή 40%, αντί 30%, που δέχτηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υπό την έννοια, ότι στο μείζον (95%) εμπεριέχεται και το έλασσον (40%)".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στη μείζονα πρόταση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της συγκλίνουσας υπαιτιότητας για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και μάλιστα κατά ποσοστό 40% του αναιρεσείοντος οδηγού του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου και κατά ποσοστό 60% του πρώτου αναιρεσιβλήτου και οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα, αφού αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα χαρακτηριστικά της επαρχιακής οδού στο σημείο που έλαβε χώρα το τροχαίο ατύχημα (οδός διπλής κατευθύνσεως, με πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρα, ερείσματος ενός μέτρου, εκατέρωθεν, με απλή διακεκομμένη γραμμή να χωρίζει τα δύο ρεύματα πορείας, με ανώτατο όριο ταχύτητας για το Ι.Χ.Φ.

τα 80 χλμ/ώρα και για το γεωργικό ελκυστήρα τα 40 χλμ/ώρα), τις συνθήκες κυκλοφορίας (αραιή κίνηση οχημάτων), την οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος οδηγού του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου (δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε, που ανερχόταν σε 100 χλμ/ώρα και υπερέβαινε το ανώτατο όριο των 80 χλμ/ώρα, ενόψει των συνθηκών νύκτας και σκότους που επικρατούσαν, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον προπορευόμενο ελκυστήρα και παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του Ι.Χ.Φ.

που οδηγούσε στο οπίσθιο μέρος του γεωργικού ελκυστήρα), την οδηγική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσιβλήτου και οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα (δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, κινούμενος νύκτα επί επαρχιακής οδού δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα οπίσθια φώτα θέσης της ρυμουλκούμενης από τον γεωργικό ελκυστήρα πλατφόρμας, ώστε να γίνεται αντιληπτή από ικανή απόσταση από τους ακολουθούντες οδηγούς), την ταχύτητα με την οποία έβαινε το Ι.Χ.Φ.

αυτοκίνητο (προσέγγιζε τα 100χλμ/ώρα) και την απόσταση από την οποία μπορούσε να αντιληφθεί τον προπορευόμενο γεωργικό ελκυστήρα ο αναιρεσείων. Επομένως, ο λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

και αληθώς από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι τα δύο ρεύματα πορείας της επαρχιακής οδού ... διαχωρίζονται με απλή διακεκομμένη γραμμή και ότι στο σημείο που έγινε το ατύχημα η επαρχιακή οδός είναι ευθεία χωρίς ανωφέρεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη από το Δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ’ του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.

Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξάρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε ή όχι υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1869/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τις φωτογραφίες του τόπου του τροχαίου ατυχήματος και το υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../7-4-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού Σερρών, από τα οποία προέκυπτε ότι η οδός στο σημείο του τροχαίου ατυχήματος είχε διπλή διαχωριστική γραμμή στα ρεύματα πορείας. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του ως προς τα χαρακτηριστικά της επαρχιακής οδού στο σημείο που έγινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα κατά το χρόνο που έγινε αυτό, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνταν και προσκόμιζαν ενώπιόν του οι διάδικοι και όλο το αποδεικτικό υλικό, αναφέροντας επί λέξει ότι το αποδεικτικό πόρισμά του προκύπτει μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων "...και από όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι,...

μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται... 2) οι φωτογραφίες που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος...". Από τη βεβαίωση αυτή, προκύπτει με βεβαιότητα από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο σαφές αποδεικτικό πόρισμά του έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τόσο τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, όσο και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../7-4-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού Σερρών και ο περί του εναντίου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., ορίζεται ότι "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του". Περαιτέρω, στο άρθρο 298 του A.K.

διαλαμβάνεται, ότι: "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" (ΑΠ 1155/2007).

Το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία που θα επέλθει στο μέλλον και κατ’ ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.

Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β’ του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξιώσεως αποζημιώσεως, και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ζημία του ενάγοντος που εμφανιζόταν κατά την αγωγή ως πιθανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλά ενδεχόμενη, στην περίπτωση αυτήν η αγωγή απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους με την έννοια που προαναφέρθηκε, η απόρριψη δε αυτή έχει την έννοια ότι η αγωγή ασκήθηκε πρόωρα, χωρίς εντεύθεν να δημιουργείται ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν προκύπτει τομή οριστική της διαφοράς επί της ουσίας (ΑΠ 2076/2006).

Συνεπώς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν συντρέχει πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων στην ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους, ως αναγόμενη σε εκτίμηση της εξελίξεως των πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1306/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά, ως προς το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Όπως έχει εκτεθεί με την υπό στοιχείο Α’ αγωγή του αξίωνε αναγνωριστικά τα εισοδήματα τα οποία απώλεσε για την τριετία, μετά την πάροδο διετίας από το ατύχημα, δηλαδή για τα έτη 2004 έως 2006, με ετήσια προσαύξηση 5%.

Με την υπό στοιχείο Β’ αγωγή επίσης, ζητούσε, καταψηφιστικά, τα εισοδήματα, που απώλεσε για το έτος 2007. Έκτοτε, δηλαδή, από το έτος 2008 μέχρι το έτος 2032, που συμπληρώνει το 65° έτος της ηλικίας του, συνολικά για 25 έτη, ζητούσε, επίσης, αναγνωριστικά τα εισοδήματα που θα απωλέσει με ετήσια αναπροσαρμογή 5%. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, αποδείχθηκε ότι ο παθών, εξαιτίας του ατυχήματος, έχει ζημιωθεί με την ετήσια αμοιβή του εργάτη καλλιεργητή, ύψους 4050 ευρώ και με την ετήσια αμοιβή του γιδοβοσκού ύψους 11720 ευρώ.

Σύνολο ετήσιας ζημίας για τις ως άνω αιτίες 15770 ευρώ και μηνιαία 1314,16 ευρώ. Το ποσό αυτό πρέπει να μειωθεί με το συντρέχον πταίσμα αυτού ίσο με 60% ή 788,49 ευρώ. Επομένως προκύπτει διαφορά 525,67 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό, με το οποίο θα ζημιώνεται ο παθών μηνιαία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με βεβαιότητα μέχρι το έτος 2015.

Το ποσό αυτό δικαιούται να το αξιώσει από τους υπόχρεους με προσαύξηση 5% ανά πενταετία σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούν στην αγροτική οικονομία από το ατύχημα έως σήμερα και αποτελούν συνάρτηση πολλών παραγόντων ανάλογα με την ευρωστία της χώρας μας. Εξάλλου, η αξίωση του παθόντα για διαφυγόντα εισοδήματα από το έτος 2015 έως το έτος 2031 θεωρείται ότι ασκείται πρόωρα, παρά την αποδεδειγμένη δια βίου ανικανότητά του για την άσκηση της προτέρας εργασίας του, διότι, λόγω της οικονομικής κρίσης, η οποία έχει αντίκτυπο και στα αγροτικά εισοδήματα και τις αμοιβές που φθίνουν αντί να αυξάνονται δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί με ακρίβεια η αμοιβή του εργάτη καλλιεργητή και του γιδοβοσκού σε μέλλοντα χρόνο ενόψει και των αρνητικών προβλέψεων για το μέλλον της γεωργίας και της κτηνοτροφίας στην χώρα μας".

Επομένως το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω αιτιολογίες ως προώρως ασκηθείσα την αγωγή του αναιρεσείοντος για επιδίκαση σ’ αυτόν αποζημιώσεως για μελλοντική ζημία του από απώλεια εισοδημάτων εργασίας εργάτη καλλιεργητή και γιδοβοσκού κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2015 μέχρι το έτος 2031, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 929 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε, και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσείοντος για την αποθετική ζημία του για το χρονικό διάστημα μέχρι και το έτος 2014 και την απόρριψή της για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα ως προώρως ασκηθείσας. Γι’ αυτό, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος τρίτος λόγος αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα τη αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.

Συνεπώς, αν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και έγινε δεκτός εν όλω ή εν μέρει ή απορρίφθηκε εν όλω ή εν μέρει ως απαράδεκτος ή αβάσιμος, ο σχετικός από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 1127/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, με την επίκληση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό του περί αναπροσαρμογής των αιτούμενων κονδυλίων που αφορούσαν την απώλεια εισοδημάτων του κατά 5% ετησίως. Όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός περί αναπροσαρμογής των αιτουμένων κονδυλίων που αφορούσαν απώλεια των εισοδημάτων του αναιρεσείοντος κατά 5% ετησίως, εξετάσθηκε από το Εφετείο και έγινε κατά ένα μέρος δεκτός και κατά ένα μέρος απορρίφθηκε, αφού το Εφετείο δέχθηκε όχι ετήσια αναπροσαρμογή κατά 5% των αιτουμένων κονδυλίων που αφορούσαν απώλεια των εισοδημάτων του αναιρεσείοντος, αλλά ανά πενταετία αναπροσαρμογή αυτών κατά 5%. Κατά συνέπεια ως άνω ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παριστάμενης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-7-2013 και με αριθμό καταθέσεως 591/2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 4367/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της παριστάμενης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Αυγούστου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ